Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 272 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδής καταμήνυση, Δόλος.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως επί ψευδούς καταμηνύσεως άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ. Άμεσος δόλος απαιτείται για την υποκειμενική της υπόσταση. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση των περιστατικών που την δικαιολογούν, άλλως έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παύει οριστικώς, διότι παρήλθε οκταετία από της τελέσεως της πράξεως.




Αριθμός 272/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 2998/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1378/2008.

Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύ ει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, όμως το πρώτο δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου της πλήρους αντικαταστάσεώς του από το διατακτικό, έστω και εάν σ'αυτό εκτίθενται λεπτομερή περιστατικά. β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου εξ αυτών χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. Α.Π. 1/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 Π.Κ. όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού. Ούτως, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται και άμεσος δόλος δηλαδή δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως την γνώση ότι η γενομένη καταμήνυση είναι ψευδής. Βέβαια η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοιαν αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση ως και τον σκοπό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 2998/2007 αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάσαν κατ'έφεση, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος το έτος 2000 στη Βέροια με την ιδιότητα του μέλους του αναγκαστικού Δασικού Συνεταιρισμού Διαχείρισης Συνιδιοκτήτου Δάσους ....., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας μήνυση δια του περιεχομένου της οποίας κατήγγειλε τους νυν μηνυτές α) Ψ1, β) Ψ2, γ) Ψ3 υπό την ιδιότητά τους κατά σειρά, ως Προέδρου, ταμία, μέλους, του παραπάνω Δασικού Συνεταιρισμού για 1) σύσταση συμμορίας 2) απιστία από κοινού εις βάρος του Συνεταιρισμού 3) απάτη από κοινού σε βάρος της περιουσίας του Συν/σμου, αναφέροντας τα παρακάτω ψευδή ενώ ταυτόχρονα τελούσε εν γνώσει του ψεύδους, ήτοι: ότι δήθεν ζημίωσαν την περιουσία του Συνεταιρισμού διότι ενώ με την ..... πράξη του ΔΣ του Συν/σμου χαρακτήρισαν τελειωτική τη φανερή δημοπρασία για πώληση ξυλείας 200 μ3 εν τούτοις την επανέλαβαν, πράγμα ψευδές αφού με την επανάληψη της δημοπρασίας με ελεύθερες και απευθείας διαπραγματεύσεις επιτεύχθηκε αντί της αρχικής τιμής των 17.250 δρχ/ανά μ3, αυτή των 20.000 ανά μ3 από την εταιρία Α-Β, όπως σαφώς κατέθεσαν και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες. Ακόμη κατήγγειλε ψευδώς ότι δήθεν ανέθεσαν την υλοτομία των δρόμων στον Ψ2 παράτυπα και προς βλάβη της περιουσίας του Συν/σμού, ενώ η αλήθεια που τη γνώριζε ήτο ότι αφού αρχικά απέρριψαν την προσφορά του τελευταίου ως μοναδικού μειοδότη με την υπ'αριθμ ..... απόφαση του ΔΣ για περισσότερη διαφάνεια προκρίθηκε η κατάθεση κλειστών προσφορών όπου και πάλι προτιμήθηκε κατά πλειοψηφία ο Ψ2 γιατί ήταν φθηνότερη η προσφορά του, γιατί ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις του και γιατί ως ομοχώριος θα εργαζόταν όλο το χρόνο και την περίοδο του χειμώνα με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του αποδιδόμενου σ' αυτόν αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης. Με αυτά, τα οποία εδέχθη το Εφετείο δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλ'ούτε και στο διατακτικό της, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των καταμηνυθέντων καίτοι η γνώση αυτή δεν είναι καθόλου αυτονόητη από όσα στο σκεπτικό και το διατακτικό εκτίθεται. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλομένη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό την περιεχομένη στο νόμο φράση "εν γνώσει του ψεύδους", χωρίς όμως να εκθέσει συστηματικά και να αιτιολογήσει από ποία συγκεκριμένα περιστατικά συνάγεται η γνώση του αυτή, σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών τα οποία ο κατηγορούμενος κατήγγειλε με την έγκλησή του ότι τέλεσαν οι εγκαλούντες, γνώση, η οποία, άλλωστε, δεν προκύπτει από τις καθόλου παραδοχές και την κυρία αιτιολογία της περί ενοχής κρίσεως του Εφετείου.
Συνεπώς ο σχετικός εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχήν του (και παρελκούσης της ερεύνης των ετέρων σκελών του αυτού λόγου, περί μη λήψεως υπ'όψη όλων των αποδεικτικών μέσων και περί πιστής αντιγραφής του διατακτικού εις το σκεπτικό) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 112 και τις όμοιες των 111 και 113 ΠΚ όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που ετελέσθη η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1β, 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο ο οποίος, διαπιστώνων την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφ'όσον η αίτηση αναιρέσεως, είναι τυπικά παραδεκτή για τον λόγον ότι ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σ'αυτήν, κατά τα άρθρα 474 § 2 και 509, εις τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως εξ εκείνων οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται εις το άρθρο 510 Κ.Π.Δ., ο οποίος και εκρίθη βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίαν για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως η οποία (φέρεται ότι) ετελέσθη την 16/2/2000. Ούτως αυτή έχει υποπέσει εις παραγραφήν, αφού από τον τελευταίον χρόνον μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσης, παρήλθε χρονικό διάστημα, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας (είχε παρέλθει, μάλιστα και ότε εισήχθη η αναίρεση προς συζήτηση) και το αξιόποινο της άνω πράξεως έχει εξαλειφθεί με παραγραφή. Εντεύθεν και αναιρουμένης της αποφάσεως κατά τ'άνω εκτεθέντα, πρέπει η κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ψευδή καταμήνυση να παύσει οριστικώς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2998/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παύει οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, τελεσθείσης την 16/2/2000.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή