Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1975 / 2007    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απόρριψη αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




Αριθμός 1975/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 9489/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζησαράντο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.1.2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/2006.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο, και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της όταν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου κρίνει ανελέγκτως το Δικαστήριο της ουσίας συνολικά για όλα τα ξένα κινητά πράγματα που έχει ιδιοποιηθεί ο δράστης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία, στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικούς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9489/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1999 μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2000, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο, το δε αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, στην Αθήνα στις 24.9.1998, μεταξύ της εγκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΑΕ" και της κατηγορουμένης συνήφθη σύμβαση, δυνάμει της οποίας η δεύτερη ανέλαβε την υποχρέωση διαμεσολαβήσεως για σύναψη ασφαλίσεως στους κλάδους ασφαλίσεως τους οποίους ασκούσε η πρώτη. Κατά το άρθρο 3 της συμβάσεως, στα έργα της κατηγορουμένης περιλαμβανόταν και η έγκαιρη είσπραξη των ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων παραγωγής της και η αυθημερόν παράδοση τους στην εταιρεία. Επιπλέον η κατηγορουμένη, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, αποδέχθηκε ότι το εκάστοτε χρεοπιστωτικό της υπόλοιπο θα αποδεικνυόταν από τα εμπορικά βιβλία της εταιρίας, οι εγγραφές των οποίων θα αποτελούσαν πλήρη απόδειξη. Η σύμβαση αρχικά λειτούργησε ομαλά, αλλά αργότερα η κατηγορουμένη άρχισε να μην αποδίδει τα ασφάλιστρα που εισέπραττε. Κατόπιν έρευνας που διενήργησε η εγκαλούσα εταιρία διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά, τα οποία ανήκαν στην παραπάνω εταιρία και αποτελούσαν ασφάλιστρα, που κατέβαλαν οι ασφαλισμένοι σ' αυτήν και τα οποία περιήλθαν στην κατηγορουμένη ως πράκτορα από τις συμβάσεις ασφαλίσεων που πραγματοποίησε αυτή με τρίτα πρόσωπα στην περιοχή των Αθηνών και τα οποία δεν απέδωσε στην εγκαλούσα, όπως είχε υποχρέωση, αλλά τα παρακράτησε παράνομα, ενσωματώνοντάς τα στην ατομική της περιουσία. Συγκεκριμένα, ιδιοποιήθηκε αυτή παράνομα τα παρακάτω χρηματικά ποσά που εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας από διάφορους πελάτες ασφαλισμένους, ήτοι α) τον Ιανουάριο 2000 το ποσό των 7.676.912 δρχ. και β) τον Φεβρουάριο 2000 το ποσό των 11.668.350 δρχ., το αντικείμενο δε εκάστης των πράξεων αυτών είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Τα ως άνω που εκτέθηκαν προκύπτουν με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Πρέπει, ενόψει των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών, να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που της αποδίδεται με το διατακτικό. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, ..... για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση, όμως, τις παραπάνω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ασαφής και αντιφατική σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της ειρημένης υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, η οποία προϋποθέτει ότι κατά το χρόνο ιδιοποιήσεως του ξένου πράγματος υφίσταται αυτό στην κατοχή του δράστη. Συγκεκριμένα, η απόφαση δέχεται ότι η εν λόγω πράξη τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999 μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000, ενώ τα φερόμενα ως ιδιοποιηθέντα πιο πάνω χρηματικά ποσά εισέπραξε αυτή από τους ασφαλισμένους πελάτες της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2000. Δηλαδή, δέχεται ως χρόνο τελέσεως της ανωτέρω πράξεως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1999, όταν, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά δεν ήσαν στην κατοχή της αναιρεσείουσας. Εξ αιτίας δε των ανωτέρω ασαφειών και αντιφάσεων, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο δεν διέλαβε σ' αυτή την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αυτής. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9489/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή