Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1878 / 2008    (Α, Penal Cases)

Θέμα
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Νόμος επιεικέστερος, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Χρέη προς το Δημόσιο. Υποχρέωση Δικαστηρίου να απαντά και μάλιστα αιτιολογημένα σε προτεινόμενους νομίμως και παραδεκτός αυτοτελείς ισχυρισμούς, άλλως ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β΄ και Δ΄ ΚΠΔ. Αόριστος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τι πρέπει να περιλαμβάνει ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του για μετατροπή της ποινής φυλάκισης από δύο έως τρία έτη, εφόσον το αίτημα υποβάλλεται αορίστως. Στοιχεία αυτού του αιτήματος για το ορισμένο αυτού. Ο Ν. 2523/1997 είναι επιεικέστερος έναντι του Ν. 3220/2004. Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος για δύο επί μέρους χρέη, που λόγω του ύψους τους δεν συνιστούσε αξιόποινη πράξη η μη καταβολή τους με βάση τις διατάξεις του Ν. 2523/1997.





Αριθμός 1878/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή, για αναίρεση της ΒΤ 4005/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 926/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερα, όμως πρέπει να αιτιολογείται η παραδοχή ή απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιωπηρά απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠΔ. Περαιτέρω όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Σύμφωνα δε με το άρθρο 141 παρ.2 του ίδιου κώδικα, οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους και επομένως τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αν δεν λάβει χώρα τέτοια προφορική ανάπτυξη των αυτοτελών ισχυρισμών, θεωρείται ότι δεν έχουν προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμό ΒΤ 4005/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος τον εκπροσώπησε σύμφωνα με το άρθρο 540 παρ. 2 εδ. α, β, γ, ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό άρσης του αδίκου και αξιοποίνου χαρακτήρα της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε (μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση), τον οποίο παρέδωσε με γραπτή δήλωση στον διευθύνοντα τη συζήτηση δικαστή και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο. Ειδικότερα με τον ανωτέρω ισχυρισμό ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, προέβαλε ότι έχει αρθεί ο άδικος και αξιόποινος χαρακτήρας της ως άνω πράξης, για τα υπ' αριθμ. 7 και 8 χρέη προς το Δημόσιο, ποσού, μαζί με τις προσαυξήσεις 372,71 και 372,71 ευρώ αντίστοιχα, που αποτελούν μερικότερα χρέη του συνολικού ποσού των 184.404 ευρώ και αφορούσε παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα οποία έπρεπε να κριθούν από την προσβαλλομένη απόφαση αυτοτελώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν. 2523/2007, που θεωρούνται επιεικέστερες αυτών (διατάξεων) του άρθρου 34 παρ. 1 και 2 του Ν. 3220/2004, και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αθώος για τα ως άνω υπ' αριθμ. 7 και 8 μερικότερα χρέη, που εμφαίνονται στον ενσωματωμένο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης πίνακα χρεών, ενόψει του ότι αυτά δεν υπερβαίνουν το ελάχιστο όριο του ποσού, για το οποίο καθίσταται αξιόποινη πράξη η μη καταβολής τους, που υπό την ισχύ του άρθρου 29 του ν. 2523/1997, που βεβαιώθηκαν αυτά, ανερχόταν προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, σε 1.000.000 δραχμές και μετά την ισχύ του άρθρου 19 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 2943/2001, σε 2.900 ευρώ. Το δικάσαν ως Εφετείο, Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την αιτιολογία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, "ότι νομίμως λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αναφερομένων στον πίνακα χρεών ποσών, όπως απαιτεί ο Ν. 3220/2004 (άρθρο 34), γιατί ο νόμος αυτός είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, αφού προβλέπει μία ποινή ανεξαρτήτως του είδους των χρεών που οφείλει και δεν έχει ειδική διάταξη για την επιμήκυνση της παραγραφής, πέραν της οκταετίας και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμοστεί στο σύνολό του. Σε κάθε περίπτωση και για τα χρέη, πριν την ισχύ του νόμου αυτού έχει εφαρμογή το άρθρο 98 του ΠΚ και μπορούν όλα τα χρέη του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως του ύψους των, να αθροιστούν για τη διαπίστωση της τελέσεως του αδικήματος. Συνακόλουθα ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος". Η αιτιολογία αυτή είναι η κατά τα παραπάνω ειδική και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο, και συνεπώς το παραπάνω Δικαστήριο, με το να απορρίψει τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό αφενός απάντησε σ' αυτόν και αφετέρου η απάντηση του αυτή ήταν αιτιολογημένη, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ, ούτε και σ' εκείνη της παραγράφου 1 περ. Β' του ίδιου άρθρου, αφού ενόψει της αιτιολογημένης αυτής απόρριψης, δεν υπάρχει έλλειψη ακρόασης και δεν επήλθε από την αιτία αυτή, ακυρότητα στο ακροατήριο, αλλ' ούτε και έλλειψη αιτιολογίας. Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, και κατά το κύριο σκέλος αυτού, και κατά το επικουρικό, ως αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει, αν προβάλλεται με την αιτίαση ότι δεν υφίσταται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, πλήττει ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών ετών, για μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Επίσης και σε συνδυασμό και με όλα τα ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαλαμβάνει στο διατακτικό της αξιολόγησης των από 23/01/2006 υπερασπιστικών ισχυρισμών (σελ. 20 της αναιρεσιβαλλόμενης) ότι : "......περαιτέρω, νομίμως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των αναφερομένων στο σχετικό πίνακα χρεών του κατηγορουμένου, όπως απαιτεί ο Ν> 3220/2004 (άρθρο 34) διότι ο νόμος αυτός είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο, αφού προβλέπει μία ποινή ανεξαρτήτως του είδους των χρεών που οφείλει και δεν έχει ειδική διάταξη για την επιμήκυνση της παραγραφής πέραν της οκταετίας και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμοσθεί στο σύνολό του. Σε κάθε περίπτωση, και για τα χρέη πριν την ισχύ του νόμου αυτού έχει εφαρμογή το άρθρο 98 του ΠΚ και μπορούν όλα τα χρέη του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως του ύψους των, να αθροισθούν για τη διαπίστωση της τελέσεως του αδικήματος.....", στο δε περί ενοχής του διατακτικό της αναφέρει ότι: "Η πράξη για την οποία, κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και άρθρο 25 παρ. 2,3 Ν. 1882/90, όπως αντικ. με άρθρο 23 §§ 1,2 Ν. 2523/97 σε συνδ. με άρθρο 3,5 Ν. 2943/12-9-2001....", τελικά μου επέβαλε μία ποινή φυλάκισης, αυτής των τριών (3) ετών, προφανώς λόγω εφαρμογής του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 (κατ' εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με ανωτέρω λόγο της παρούσης μου), οπότε εν προκειμένω συντρέχει και έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως". Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης και σε σχέση με την ως άνω αιτίαση, ποια είναι η τυχόν έλλειψη ή ασάφεια στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της και ποια πραγματικά περιστατικά από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία της απόφασης, αλλ' ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο μερικότερος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εμπεριέχεται στον τρίτο λόγο αυτής (αίτησης αναίρεσης), ως αόριστος. Επειδή, κατά το άρθρο 82 περ. 2 εδ. τελευταίο του ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι επί επιβολής στον καταδικασθέντα ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των δύο ετών και μέχρι τριών ετών, το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' αποφασίσει αυτεπαγγέλτως για τη μετατροπή της ποινής. Εάν όμως είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σ' αυτό αιτήματος από τον καταδικασθέντα, ήθελε το δικαστήριο αποφασίσει την μετατροπή της ποινής, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για τους λόγους που η μετατροπή αρκεί ν' αποτρέψει το δράστη από τη τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Το αίτημα όμως που υποβάλει ο καταδικασμένος κατηγορούμενος για μετατροπή μιας τέτοιας ποινής, σε χρηματική, η απόρριψη του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 139 εδ. β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν τους λόγους, για τους οποίους η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική, είναι αρκετή να αποτρέψει αυτόν από τη τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Αν το αίτημα αυτό προβλήθηκε αορίστως, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση ν' απαντήσει σ' αυτό ή να διαλάβει σε περίπτωση απορριπτικής κρίσης, ειδική αιτιολογία. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών ετών, που δεν μετατράπηκε, ο συνήγορος που παραστάθηκε για λογαριασμό του, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠΔ, ζήτησε τη μετατροπή της ποινής αυτής σε χρηματική, χωρίς όμως να επικαλεσθεί περιστατικά και λόγους ότι η μετατροπή αυτής αρκεί για να αποτρέψει τον αναιρεσείοντα από τη τέλεση άλλων πράξεων. Με τη διατύπωση αυτή το αίτημα αυτό ήταν παντελώς αόριστο και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' και Δ', με τα οποία προβάλλονται οι πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης και της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη σιωπηρά απόρριψη του αιτήματος μετατροπής της ποινής των τριών ετών, σε χρηματική, που ισοδυναμεί με μη απάντηση και εντεύθεν σε έλλειψη ακρόασης, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν ν' αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά της διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής, με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη τη καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι : α)η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών β)η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ)ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις) και δ)το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του, μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Για το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένου χρέους, ευνοϊκότερες του ως άνω προϊσχύσαντος νόμου είναι οι διατάξεις του Ν. 2523/1997 κατά τις οποίες η πράξη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α)τεσσάρων (4) μηνών τουλάχιστον, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατουμένους ή επιρριπτομένους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β)έξι (6) και τεσσάρων (4) μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ. γ)ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. επομένως εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων και ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό (2523/1997), πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Εξ άλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει σ' αυτή (καταδικαστική απόφαση), όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε της ανωτέρω ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμένη υπ' αριθμ. ΒΤ 4005/2007 απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει κατά το είδος τους, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, λαμβανομένων ως ενιαίο σύνολο και στα οποία έχει ενσωματωθεί, αποτελώντας τμήμα αυτών, ο πίνακας χρεών της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου (Προέδρου και Δ/ντα Συμβούλου) της εταιρείας με την επωνυμία "....." (αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία) δεν κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 1-9-2000 μέχρι 1-11-2000, τα αναφερόμενα στον κατωτέρω επισυναπτόμενο πίνακα χρεών χρέη, ύψους 184.404,62 ευρώ, που αφορούν παρακρατούμενους φόρους και ποσό ύψους 116.810,53 ευρώ, που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Στον ως άνω πίνακα χρεών εμφαίνονται αναλυτικά τα στοιχεία βεβαιώσεως εκάστου χρέους (είδος φόρου οικονομικό έτος, κατηγορία φόρων, τρόπος πληρωμής, ημερομηνία λήξης δόσεων, ημερομηνία παραβίασης προθεσμίας καταβολής), Τα ανωτέρω περιστατικά προέκυψαν τόσο από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ....., υπαλλήλου της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά η οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός νόμιμος εκπρόσωπος της λόγω εταιρείας από τον 11/1994 μέχρι και την ημέρα άσκησης της ποινικής δίωξης, αφού στην ως άνω Δ.Ο.Υ δεν προσκομίστηκε νεώτερο καταστατικό της εταιρείας ώστε να φαίνεται ότι άλλος είναι ο εκπρόσωπος της εταιρείας, αλλά και από τα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και ο πιο κάτω πίνακας χρεών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, που αντικ. την παρ. 1 του Ν. 1882/1990. Ειδικότερα στην προσβαλλόμένη απόφαση και συγκεκριμένα στον ενσωματωμένο στην αιτιολογία αυτής πίνακα χρεών της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά, και αποτελεί τμήμα αυτής, γίνεται μνεία της αρχής που βεβαίωσε τα χρέη, του χρόνου, της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επί μέρους χρέους, του ειδικότερου ύψους των χρεών από δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, καθώς και των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, του τρόπου και χρόνου πληρωμής κάθε μερικότερου από τα ως άνω χρέη (εφάπαξ). Ουδεμία δε δημιουργείται ασάφεια, όσον αφορά ειδικότερα τον τρόπο καταβολής των προς το Δημόσιο χρεών του κατηγορουμένου, εκ του ότι από προφανή παραδρομή δεν έχει διαγραφεί από το προοίμιο του διατακτικού αυτής η αντιστοιχούσα στα τυπικά στοιχεία της θεμελίωσης της ως άνω αξιόποινης πράξης φράση "μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις", αφού στη συνέχεια από το κείμενο αυτού (διατακτικού), στο οποίο έχει επίσης ενσωματωθεί ο ανωτέρω πίνακας χρεών, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο τρόπος πληρωμής κάθε μερικότερου χρέους ήταν εφάπαξ, καθώς και τα χρονικά σημεία που αντιστοιχούν στα μερικότερα χρέη, τα οποία δεν καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος. Επειδή, με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λ.π. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ κ.λ.π. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών εφόσον το συνολικό χρέος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κ.λ.π. θα αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφείλει για την οποία ζητείται ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις, εκπρόθεσμης καταβολής, 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π), 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν μπορεί η νεότερη αυτή νομοθετική ρύθμιση να κριθεί γενικά και εκ των προτέρων ως ευμενέστερη για τον οφειλέτη του Δημοσίου επειδή αυξάνεται πλέον το όριο της ποινικής ευθύνης στο ποσό των 10.000 ευρώ, αφού απαξιολογείται η συνολική συμπεριφορά, η οποία υπό τους όρους της προγενέστερης μορφής θα μπορούσε να μην κολάζεται ποινικά στην περίπτωση που καμία από τις επί μέρους πράξεις δεν ήταν αξιόποινη. Επιβάλλεται δηλαδή η κρίση περί της ευμενέστερης διάταξης υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων διότι στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 1/9/2000 μέχρι 1/11/2000με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1)προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους: α)τα 2.900 € β)τα 5.900 €, γ)τα 8.800 € ή 2)προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: α)τα 5.900 €, β)τα 8.800 € και γ)τα 13.500 € όπως αναπροσαρμόσθηκε βάσει του Ν. 2943/2001:
α) το 1.000.000 δρχ. σε 2.900€ β) τα 2.000.000 δρχ. σε 5.900€ γ) τα 3.000.000 δρχ. σε 8.800€ δ) τα 4.500.000 δρχ. σε 13.500€ Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "....." της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει διαχειριστής διαφόρων χρεών υπέρ του δημοσίου όπως Δ.Ο.Υ Γ' Πειραιά, όπως αναλυτικώς αναφέρονται στο κατωτέρω πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 27/2/2002 μήνυση του προϊσταμένου της Γ' Δ.Ο.Υ Πειραιά ηθελημένα δεν κατέβαλε α)ποσό 184,404,62 € που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, β) ποσό 116.810,53 € που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από την λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη του καταβάλλονται εφάπαξ. Ενδεχόμενη εφαρμογή, εν προκειμένω της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, θα είχε ως αποτέλεσμα ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών συνολικού ποσού 301 215,15 ευρώ και να απειλείται σε βάρος του ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Εφαρμόζοντας την ίδια διάταξη, όπως ίσχυε κατά το χρόνο μη καταβολής των επί μέρους χρεών, δηλαδή όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 5 του Ν. 2943/2001, η μη καταβολή των επί μέρους χρεών του υπ' αριθ. 7 και 8 ποσών 372,71 και 372,71 ευρώ αντίστοιχα που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι δεν είναι αξιόποινη, αφού τα ποσά αυτά υπολείπονται του ποσού του 1.000.000 δραχμών ή των 9.900 ευρώ, που ήταν το όριο θεμελίωσης ποινικής ευθύνης για μη καταβολή της αντίστοιχης κατηγορίας χρεών, οπότε αυτός είναι υπαίτιος για μη καταβολή προς το Δημόσιο των λοιπών α)υπ' αριθμ. 3,4,5,6 ποσών 43.008,60 € 104.347,59 € 24.392,94 €, 11.910,07 € αντίστοιχα, που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι και β)υπ' αριθμ. 1 και 2 ποσών 78.488,04 € και 38.322,49 € αντίστοιχα που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, με απειλούμενη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την περίπτωση α', και έξι (6) μηνών αντιστοίχως για την περίπτωση β', δηλαδή ποσών που υπερβαίνουν τα ελάχιστα όρια αξιοποίνου των 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. αντίστοιχα ή των 8.800 και 13.500 ευρώ αντίστοιχα. Επειδή όμως κατ' άρθρο 79 ΠΚ υποχρεωτικά λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής η βαρύτητα του εγκλήματος και σαφώς είναι μικρότερη η βαρύτητα μη καταβολής των ανωτέρω ποσών (372,71 και 372,71 ευρώ) και συνολικά 745,42 ευρώ, από την μη καταβολή συνολικού ποσού 301.215,15 ευρώ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο η κατάφαση του αξιοποίνου κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 έναντι του άρθρου 34 του ν. 3220/2004. Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ), για την μη εφαρμογή του επιεικέστερου στη συγκεκριμένη περίπτωση άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για τις ανωτέρω και στο διατακτικό αναφερόμενες πράξεις (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε, στο ίδιο Δικαστήριο (Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά), που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως εφόσον αυτό είναι δυνατόν (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. ΒΤ' 4005/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, Χ1, αθώο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση που δεν κατέβαλε στις 1)1-11-2000 χρέος 372,71 ευρώ, και 2)1-11-2000 χρέος 372,71 ευρώ, που ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενοι και επιρριπτόμενοι φόροι.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, με την ανωτέρω υπ' αριθμ. ΒΤ 4005/2007 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ