Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 979 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Εξύβριση.




Περίληψη:
Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τον αναιρεσίβλητο για εξύβριση, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικών διατάξεων. Ασάφεια και αντιφάσεις ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων 361 και 362-363 ΠΚ. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 979/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 4866/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ......, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 51/22-10-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1692/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως σε εξύβριση, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως και χωρίς όρκο της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια είναι πρώην σύζυγοι, ο γάμος τους λύθηκε ήδη και από αυτόν απέκτησαν στις 24-04-1082 ένα γιό, τον Α. Κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης εκδόθηκε η με αριθμό 192/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει στο γιό του Α το ποσό των 440,21 ευρώ ως μηνιαία διατροφή του, για χρονικό διάστημα από την επίδοση της από 3-10-2002 αγωγής του έως την 31-12-2002. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Α, Β, για να αποφύγει την προσφυγή για μια ακόμη φορά στα Δικαστήρια για καθορισμό της συνεισφοράς του κατηγορουμένου στη διατροφή του πελάτη του, έστειλε στον κατηγορούμενο την από 25-11-2002 επιστολή, με την οποία του πρότεινε να συνεχισθεί η ίδια συνεισφορά του στη διατροφή του γιου του και για τη διετία από 1-01-2003 έως 31-12-2004. Επισημαίνεται ότι οι σχέσεις του κατηγορουμένου με το γιό του ήταν ανύπαρκτες από το έτος 1988 που ο γιος του ήταν τότε φοιτητής. Σε απάντηση της από 25-11-2002 επιστολής του ανωτέρω δικηγόρου ο κατηγορούμενος απέστειλε με fax την κατωτέρω επιστολή την οποία συνέταξε και υπέγραψε και απέστειλε ο ίδιος στον πληρεξούσιο του γιου του και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο : "......, 19-12-2002 κ. Β, Δικηγόρο Αρείου Πάγου & ΣτΕ, Αθήνα. κ. Β, Με καθυστέρηση έλαβα την από 25-11-02 επιστολή σας. Η καθυστέρηση οφείλεται στη λανθασμένη διεύθυνση που χρησιμοποιήσατε, αφού η κατοικία μου δε βρίσκεται στην οδό ...... . Εάν υπάρξει ανάγκη να επικοινωνήσετε μαζί μου στο εξής, χρησιμοποιείτε τη σωστή μου διεύθυνση: Τμήμα ...... Α.Π.Θ, 54006 Θεσσαλονίκη Τηλ ...... . Για την επόμενη διετία δέχομαι, χωρίς αντιδικία, η αναγκαστική και ακούσια διατροφή για τον αντίδικο, τον οποίο δεν αναγνωρίζω ως γιό μου, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του και επιπλέον λόγω της εξωσυζυγικής δραστηριότητας της μάνας του, να είναι έως ογδόντα (80) χιλιάδες δραχμές μηνιαίως, εφόσον σε ένα φοιτητή που δεν έχει έξοδα κατοικίας το ποσόν αυτό είναι αρκετό, όπως πληροφορούμαι από τους φοιτητές μου και καθώς δεν έχω την οικονομική δυνατότητα για μεγαλύτερο ποσόν. Για να ανταπεξέλθω στην καταβολή του ποσού που άδικα μου επεβλήθη να πληρώνω έως τώρα, χρειάστηκε να δανειστώ, ώστε να έχει ο αντίδικος χρήματα για να παίζει τένις και κιθάρα και να πηγαίνει διακοπές. Εάν ήταν άνθρωπος θα έπρεπε να σεβαστεί, αν μη τι άλλο, τις οικονομικές δυνατότητες και τις σοβαρές οικονομικές ανάγκες αυτού που θεωρεί πατέρα του (εκτός εάν η μάνα του, του έχει αποκαλύψει ποιος είναι ο πραγματικός και γνωρίζοντας ότι δεν έχει συγγενική σχέση μαζί μου προσπαθεί να με εκμεταλλευτεί οικονομικώς), να έχει την ελάχιστη αξιοπρέπεια - εφόσον, παρά την ηλικία του, θεωρεί ότι δεν πρέπει να εργάζεται - να περιορίσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες και να έχει συναίσθηση ότι μετά την ενηλικίωσή του έχει υποχρέωση να βοηθήσει αυτόν που τον ανέθρεψε -συγγενή του ή μη- και όχι να τον καταστρέψει οικονομικώς. Η ιδιότητα που έχει πλέον, σε σχέση με το πρόσωπό μου, με δική του επιλογή και μεθόδευση και παρά τις εύλογες επίμονες και πολυετείς προσπάθειές μου, είναι αυτή του αντιδίκου και μόνον, για να με αφήσει ήσυχο, δέχομαι να πετάω το ποσόν που του χρειάζεται επί δύο ακόμη έτη. Διότι είναι βέβαιον ότι, παρά τις προσπάθειές μου να τον συνετίσω, ούτε τα χρήματα αυτά υπάρχει ελπίδα να πιάσουν τόπο, όπως και τα τόσα εκατομμύρια που έχει μέχρι σήμερα πληρώσει για τη "μόρφωση" που επέλεγε η μάνα του να του προσφέρεται με δικές μου δαπάνες, για να αντιμετωπίσει τα πλέγματα της ταπεινής καταγωγής και της χαμηλής διανοητικής της στάθμης. Η ύπαρξη ή μη συγγένειας δεν είναι κατά την άποψη μου κριτήριο για να βοηθήσω αν μπορώ και κάνοντας θυσίες ένα παιδί που σπουδάζει, έαν έχει σοβαρούς λόγους να μην εργάζεται και εάν του αξίζει, αλλά και οποιονδήποτε άνθρωπο ή ζώο. Περιμένω όμως από άτομο που ευεργετώ, αναγνώριση των θυσιών μου, ευγνωμοσύνη και τουλάχιστον όχι τέτοια εχθρότητα και τέτοια πολεμική. Αντιλαμβάνομαι ότι κάποιος, ο οποίος δεν γνωρίζει τι διεμείφθη μεταξύ μας επί τόσα χρόνια, πιθανότατα αιφνιδιάζεται από τη σοβαρότητα των προαναφερθέντων. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι ο ίδιος επέλεξε η σχέση μας να είναι μόνο οικονομική. Δεν έχω παιδιά και προφανώς δεν θα αποκτήσω και καταλαβαίνετε και πόσο προσπάθησα να τον νουθετήσω και πόσα του συγχωρούσα και πόσα προσπαθούσα να δικαιολογήσω και τα απέδιδα στην κακή επιρροή της μάνας του ή στην ηλικία του. Τελικά μου δήλωσε ότι το μόνο που θέλει από μένα είναι χρήματα και κατάλαβα ότι ήταν η μόνη βέβαιη αλήθεια μέσα στα ψέματα που τόσο εύκολα χρησιμοποιεί, ώστε πλέον δεν είχαν νόημα οι προσπάθειές μου και η όποια άλλη σχέση μας έληξε. Θα κάνω υπομονή ακόμη επί δύο χρόνια, αφού ακόμη και η νομοθεσία δεν έχει προβλέψει τέτοιες περιπτώσεις και θα μας κρίνει όλους ο Θεός. Με τιμή Χ, Αναπλ. Καθηγητής ...... Α.Π.Θ. Μέλος της πανεπιστημιακής ανασκαφής Βεργίνας". Με την ανωτέρω επιστολή, αναφορικά με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ψευδώς για την Ψ (μηνύτρια) ότι: 1) είχε εξωσυζυγική δραστηριότητα, ότι δεν είναι αυτός ο πατέρας του γιου της Α και 2) ότι έχει ταπεινή καταγωγή και χαμηλή διανοητική στάθμη. Ο υπό στοιχείο 2 ισχυρισμός αποτελεί κρίση και όχι γεγονός, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί έγιναν προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο με την πεποίθηση του κατηγορουμένου ότι υπάρχει απόρρητο και ότι το περιεχόμενο της επιστολής του δεν θα διαδοθεί περαιτέρω. Δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε δόλο κοινολογήσεως του περιεχομένου της επιστολής του καθόσον δεν είχε πρόθεση (συκοφαντικής και απλής) δυσφήμησης της μηνύτριας γιατί θεώρησε εσφαλμένα ότι ο δικηγόρος του γιου του (και της μηνύτριας) δεν είναι τρίτο πρόσωπο ...
... Με βάση τα προαναφερθέντα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος εξυβρίσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όπως από το περιεχόμενο και ύφος της επιστολής του κατηγορουμένου προκύπτει, υπήρξε σκοπός εξύβρισης της μηνύτριας και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 § 2 ΠΚ. Πρέπει όμως να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α ΠΚ, γιατί έχει λευκό ποινικό μητρώο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ένοχο της πράξεως της εξυβρίσεως (άρθρο 361 Π.Κ), κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσίβλητο του ότι "στην ...... στις 14-12-2002 προσέβαλε την τιμή της μηνύτριας Ψ. Συγκεκριμένα με επιστολή του προς τον Δικηγόρο Β, ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς για τη μηνύτρια ότι έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα, ότι δεν είναι αυτός ο πατέρας του υιού της Α και ότι αυτή έχει ταπεινή καταγωγή και χαμηλή διανοητική στάθμη, με πρόθεση να μειώσει την τιμή της μηνύτριας". Η αιτιολογία δε που παραθέτει το Δικαστήριο και με βάση την οποία εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση, δεν είναι πλήρης και σαφής. Αντίθετα, η αιτιολογία περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται της νόμιμης βάσης, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ειδικότερα, γιατί: α) ενώ, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό, ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος εξυβρίσεως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αντίθετα στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς για τη μηνύτρια ότι έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα. Τούτο, όμως, αποτελεί πρόδηλη αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, αφού, κατά το διατακτικό ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για το ό,τι ισχυρίστηκε ψευδώς για τη μηνύτρια, ότι δηλαδή έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα, στοιχείο, όμως, που συνέχεται με το αδίκημα της δυσφημήσεως και όχι της εξυβρίσεως, για το οποίο τελικά καταδικάσθηκε, β) ενώ, κατά το αιτιολογικό ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η μηνύτρια έχει ταπεινή καταγωγή και χαμηλή διανοητική στάθμη, αποτελεί κρίση και όχι γεγονός, εν τούτοις στο διατακτικό κηρύχθηκε ένοχος εξυβρίσεως και για τον ως άνω ισχυρισμό, γ) ενώ κατά το αιτιολογικό γίνεται δεκτό, ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που περιέχονται στην επιστολή που απηύθυνε ο ίδιος προς το νομικό παραστάτη της εγκαλούσας, έγιναν με την πεποίθηση του, ότι υπάρχει απόρρητο από μέρους του πληρεξουσίου της δικηγόρου και ότι το περιεχόμενο της επιστολής, δεν θα διαδοθεί περαιτέρω από αυτόν, εν τούτοις, στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι το γεγονός που εν γνώσει του ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, ότι δηλαδή έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα, είναι ψευδές και δ) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δόλο να ανακοινωθεί το περιεχόμενο της επιστολής του, θεωρώντας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεν αποτελεί τρίτο πρόσωπο, εν τούτοις στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι εν γνώσει του ισχυρίσθηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, ότι έχει εξωσυζυγική δραστηριότητα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στη συνέχεια για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 4866/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός
από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή