Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1062 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Απορρίπτει.




Αριθμός 1062/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούσουλα, περί αναιρέσεως της 6442, 6698/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορουμένη την Χ2.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 92/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο αποτελεί συντιμωρητή υστέρα πράξη, και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας). Εξάλλου λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση της γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 6442,6698/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο Ρ1 και η σύζυγος αυτού Ρ2 διατηρούν πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων (βενζινάδικο) στην ... . Πελάτης τους για πολλά χρόνια ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος είχε επιχείρηση διεθνών μεταφορών με έδρα τον ..., καθώς επίσης και επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας ανθέων. Στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών τους ο τελευταίος τους όφειλε από αγορά καυσίμων το ποσό των 5.458.200 δραχμών [ισότιμο των 16.018,19 ΕΥΡΩ]. Έτσι εξέδωσε εις διαταγήν του πρώτου εκ των ανωτέρω (μηνυτών) Ρ1 την με αριθμό ... ισόποση τραπεζική επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 15.12.2000, πληρωτέα στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ. Την επίδικη αυτή τραπεζική επιταγή ο Ρ1 μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως στη σύζυγο του Ρ2 και εν συνεχεία η τελευταία παρέδωσε αυτή ως "πλαφόν" στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα με την οποία συνεργάζετο. Όμως κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της (μεταχρονολογημένη), δηλαδή στις 15.12.2000 η επιταγή δεν πληρώθηκε, μετά δε από σχετική συμφωνία με τον εκδόσαντα αυτήν πρώτο κατηγορούμενο, η Ρ2 την απέσυρε από την πληρώτρια Τράπεζα, αφού την εξώφλησε σ' αυτήν (Τράπεζα). Ο πρώτος κατηγορούμενος μετά από συμφωνία κατέβαλε στους μηνυτές σε δόσεις το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, και ενώ η εν λόγω επιταγή θα έπρεπε να ακυρωθεί, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυριζόμενος ότι θα την ήθελε για να την προσκομίσει στη Τράπεζα του εξοφλημένη, προκειμένου να του εκδώσουν μπλοκ επιταγών, κατάφερε τους μηνυτές και του παρέδωσαν την επίδικη επιταγή. Μόλις την έλαβε, νόθευσε αυτή κατά την ημερομηνία εκδόσεως και συγκεκριμένα την ημερομηνία που φερόταν ως εκδοθείσα η επίδικη μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή 15/12/2000 την έκανε 25.03.2001, θέτοντας παράλληλα την μονογραφή του στο σώμα αυτής, χωρίς τη συναίνεση των εγκαλούντων, στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτής, αφού την παρέδωσε δια λευκής οπισθογραφήσεως στη δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, με την οποία συνεργαζόταν και η οποία ουδεμία σχέση ή συναλλαγή είχε με τους εγκαλούντες. Η τελευταία γνωρίζοντας ότι η επιταγή ήταν νοθευμένη εκ του ότι η αλλαγή της ημερομηνίας ήταν εμφανής, εμφάνισε αυτήν στην πληρώτρια Τράπεζα, με σκοπό να εισπράξει το ποσό αυτής, καίτοι γνώριζε κατά την κτήση της ότι οι εγκαλούντες δεν οφείλουν στον εκδότη της επιταγής το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό, κάνοντας έτσι χρήση πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου. Όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων, ακολούθως δε εξέδωσε σε βάρος των εγκαλούντων την με αριθμό 2982/2001 διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραπλανώντας αυτόν ως προς το γεγονός της ύπαρξης νόμιμης και έγκυρης απαίτησης, η οποία όμως διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε μετά από ανακοπή που άσκησαν οι εγκαλούντες. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι εκ παραδρομής εστάλη η επίδικη επιταγή στην δεύτερη κατηγορουμένη προς εξόφληση χρέους, δεν ευσταθεί. Η επιταγή αυτή ήταν δική του και θα μπορούσε, ως ισχυρίζεται, να εκδώσει άλλη. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου τυγχάνει απορριπτέος, καθότι η επίδικη επιταγή είχε εξαχθεί από καρνέ επιταγών που εξεδόθη στις 10.11.2000, ήτοι πριν από τις 15.12.2000, ημερομηνία που προφανώς ο πρώτος κατηγορούμενος αδυνατούσε να λάβει καινούργιο καρνέ επιταγών από την τράπεζα, λόγος άλλωστε για τον οποίο και δεν ακύρωσε την ήδη πληρωμένη, προς τους εγκαλούντες, επιταγή, αλλά την κράτησε, ως προελέχθη, με σκοπό να την εμφανίσει πληρωμένη και να πετύχει την έκδοση καινούργιου μπλοκ επιταγών, στόχος ο οποίος προφανώς δεν επετεύχθη. Αλλά και η επικαλούμενη από την δεύτερη κατηγορουμένη άγνοια περί της πλαστότητας της επιταγής δεν αποδείχθηκε. Αυτή αν και μπορούσε εύκολα να διακρίνει τη διόρθωση, καίτοι της οφείλει ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επιστρέφει την δήθεν εκ παραδρομής σταλείσα επιταγή, αλλά επιχειρεί να εισπράξει το αναγραφόμενο ποσό από τους εγκαλούντες. Κατόπιν των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αποδιδόμενη στον καθένα εξ αυτών πράξη, που φέρει τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη ως άνω αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πλαστογραφίας (με τη μορφή της νοθεύσεως) μετά χρήσεως όσον αφορά στον πρώτο εξ αυτών και της χρήσης πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου όσον αφορά στη δεύτερη εξ αυτών, αφού συντρέχουν όλα τα εκεί εκτεθέντα στοιχεία της, με σκοπό να παραπλανήσουν τους τρίτους [υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας (σφραγίστηκε ως ακάλυπτη επιταγή), Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκδόθηκε διαταγή πληρωμής)], ως προς το γεγονός της ημερομηνίας εκδόσεως της επιταγής, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να υποστούν οι εγκαλούντες περιουσιακή ζημία ίση με τα επιδικασθέντα στη δεύτερη κατηγορουμένη χρηματικά ποσά με την ανακοπείσα Διαταγή πληρωμής". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως, πράξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 216 παρ.1 ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανέστειλε δε την εκτέλεση αυτής για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις :1) Η προσβαλλομένη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου, αφού αιτιολογείται επαρκώς στο σκεπτικό και το διατακτικό της, αφενός μεν η γνώση του ότι είχε εξοφληθεί ολοσχερώς η υπ' αριθμ. ...τραπεζική επιταγή, ποσού 1.018,19 ευρώ, και ότι ήταν αυτή (επιταγή)νοθευμένη ως προς την ημερομηνία εκδόσεως αυτής, αφού την νόθευσε ο ίδιος και στη συνέχεια τη μεταβίβασε, με λευκή οπισθογράφηση, στη συγκατηγορουμένη του Χ2, η οποία εμφανιζόμενη ως νόμιμη (τελευταία) κομίστρια αυτής και γνωρίζοντας ότι ήταν νοθευμένη, προέβη στη σφράγισή της και στην έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος των εγκαλούντων Ρ1 και Ρ2, αφετέρου δε ο σκοπός αυτού και της συγκατηγορουμένης του Χ2 να παραπλανήσουν με τη χρήση της νοθευμένης αυτής επιταγής τους αρμοδίους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας και το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το γεγονός της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να υποστούν οι ως άνω εγκαλούντες περιουσιακή ζημία ίση με τα επιδικασθέντα στην συγκατηγορουμένη του χρηματικά ποσά με την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής .2) Δεν ενέχει αντίφαση η αιτιολογία της αποφάσεως με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων έκανε χρήση της νοθευμένης επιταγής αφού την παρέδωσε δια λευκής οπισθογραφήσεως στην συγκατηγορουμένη του Χ2 η οποία εμφανιζόμενη ως νόμιμη (τελευταία)κομίστρια αυτής και γνωρίζοντας ότι ήταν νοθευμένη, προέβη στη σφράγισή της και στην έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος των εγκαλούντων Ρ1 και Ρ2, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της νοθευμένης αυτής επιταγής τους αρμοδίους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας και το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το γεγονός της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να υποστούν οι ως άνω εγκαλούντες περιουσιακή ζημία ίση με τα επιδικασθέντα στην συγκατηγορουμένη του χρηματικά ποσά με την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής. Δεν καθιστά την αιτιολογία της αποφάσεως αντιφατική ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν είχε την δυνατότητα να παραπλανήσει τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα είναι αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για το σκοπό αυτό μεταβίβασε την νοθευμένη επιταγή. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι . Οι λοιπές, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 6442, 6698/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή