Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 49 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για αντιφατική αιτιολογία και οριστική παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.




Αριθμός 49/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, για αναίρεση της 812/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2008, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1635/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 30 § 12 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946) τιμωρούνται με τις εις αυτό αναφερόμενες ποινές "οι μη συμμορφούμενοι με τις υπό της αρμοδίας χημικής υπηρεσίας εκδιδόμενες οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις με τις οποίες καθορίζονται οι όροι τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εδώδιμα και ποτά που προσφέρονται προς κατανάλωση όπως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία και τη συντήρηση τους προς φύλαξη της δημοσίας υγείας και αποφυγή απάτης των αγοραστών". Εξ άλλου κατά το άρθρο 31 § 4 του αυτού Κωδικός με τις εις αυτό ποινές φυλάκισης και χρηματικής ποινής τιμωρείται "όστις εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 292 του Ποινικού Νόμου, (νυν 281 του Π.Κ), παραποιεί ή νοθεύει τρόφιμα και γενικά είδη βιωτικών αναγκών προωρισμένα προς εμπορία."Περαιτέρω, μετά από την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 802/1978;, με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου 1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ισχύουσα παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 36, για κάθε αγορανομική παράβαση στα αναφερόμενα καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια καθώς και στα δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του εστιατορίου ή ξενοδοχείου και λοιπών καταστημάτων, εργοστασίων εργαστηρίων κλπ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση των διατάξεων 30 παρ.12 και 31 παρ. 4 του Αγορανομικού Κώδικα και συγκεκριμένα για το ότι στο ... χιλιόμετρο της Ε. Ο. .....-..... δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας Χημικής Υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα εδώδιμα που προσφέρονται στην κατανάλωση, προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και ειδικότερα από την δειγματοληψία που έγινε από υπαλλήλους του Τμήματος Εμπορίου Λιβαδειάς σε δείγμα βενζίνης σούπερ του ανωτέρω πρατηρίου και εξετάσθηκε από την Δ' Χημική Υπηρεσία Πειραιά διαπιστώθηκε ότι το δείγμα βρέθηκε ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ-ΝΟΘΕΥΜΕΝΟ τόσο στην πρώτη εξέταση όσο και στην κατ' έφεση, με αμόλυβδη βενζίνη σε ποσοστό 99% επειδή περιέχει τον ιχνοθέτη κινιζαρίνη σε ποσοστό 5, 9 ppm αντί καθόλου. Για να καταλήξει το δικαστήριο στην άνω καταδικαστική κρίση του, δεν διέλαβε στην απόφαση του την από τις άνω διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι αντιφατική Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό της αποφάσεως δέχεται το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο τέλεσης της πράξεως ήταν μόνος καταστατικός διαχειριστής της μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία "DHM OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" κυρίας της επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται το πρατήριο υγρών καυσίμων στο ... χιλ. της Ε.Ο .....-....., στο διατακτικό του αντιφατικά δέχεται και κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του ως αγορανομικού υπευθύνου της επιχειρήσεως εκμεταλλεύσεως του άνω πρατηρίου, ήτοι υπό ιδιότητα υπό την οποία δεν θεμελιούται ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, κατά τα εν αρχή της παρούσης εκτεθέντα, με αποτέλεσμα των αντιφατικών αυτών παραδοχών να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων τις οποίες εφήρμοσε και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β', 370 εδ.β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει γ, οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι . τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 30 παρ.12 και 31 παρ.4 του Αγορανομικού Κώδικα για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρα 18 Π.Κ και 30 παρ.12, 31 παρ.4 Ν.Δ 136/1956), φέρεται δε ότι τελέσθηκε στη ..... την 6η Οκτωβρίου 2000, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (5-12-2008) πολύ δε περισσότερο μέχρι τη διάσκεψη και τη δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 812/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Και.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ για την αναφερόμενη στο σκεπτικό πράξη της παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 30 παρ.12 και 31 παρ.4 του Ν.Δ 136/1946, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Λιβαδειά την 6η Οκτωβρίου 2000.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή