Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 4 / 2000    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Προθεσμία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.




Περίληψη:
Πότε αρχίζει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά εκκλητής αποφάσεως. Η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά εκκλητής αποφάσεως αρχίζει και μετά την ισχύ του άρθρου 9 του ν. 969/1979, από την δημοσίευσή της και όχι από την τυχόν καταχώρισή της καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις ) ειδικό βιβλίο. Αντίθετη μειοψηφία ενός μέλος. Ήταν εκπρόθεσμη η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά εκκλητής αποφάσεως η οποία ασκήθηκε εντός τριακονθημέρου από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο, αλλά μετά την εκπνοή της τριακονθήμερης προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αυτήν αποφάσεως(Ολομ. ΑΠ 3/2000 Ποιν.Χρον. Ν. 122 και 4/2000 Ποιν.Χρον. Ν. 494). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 4/2000

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ - Α' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Πολύβιο Μαντζιάρα, Ευάγγελο Κρουσταλάκη και Αναστάσιο Καραγεώργη, Αντιπροέδρους, Γεώργιο Βρέττα, Γεώργιο Κρασσά, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γεώργιο Κάπο, Αρχοντή Ντόβα, Δημήτριο Βούρβαχη, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Χρήστο Παληοκώστα, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό-Εισηγητή, Λουκά Λυμπερόπουλο, Λέανδρο Ρακιντζή, Γεράσιμο Φρούντζο, Γεώργιο Παπαδημητρίου, Στυλιανό Πατεράκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη και Αντώνιο Μιχαλακέα, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών).
Με την παρουσία του Εισαγγελέα Παναγιώτη Δημόπουλου και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 17η Φεβρουαρίου 2000, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12638/1998 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Με κατηγορούμενους τους 1) .....2) ..... και 3) ....., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 12638/1998 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν. Την ως άνω αναίρεση ζήτησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την από 18 Δεκεμβρίου 1998 αίτηση αναιρέσεως, που εγχειρίσθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Αρείου Πάγου Ευθυμίας Μαντζάνα και καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1847/1998.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1622/1999 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα που ζήτησε να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την 1622/1999 απόφαση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά το άρθρο 16 του ν. 2331/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3810/1957, το ζήτημα του εμπροθέσμου ή μη της από 18 Δεκεμβρίου 1998 αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 12638/1998 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, επειδή κρίθηκε ότι πρόκειται περί ζητήματος με γενικότερο ενδιαφέρον. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τους κατηγορουμένους ....., ..... και ...... (άρθρα 513 παρ. 1 και 155 παρ. 1 του ΚΠΔ), για να εμφανιστούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής (βλ. τα αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων ......από 14.12.1999, .... από 8.12.1999 και ..... από 10.12.1999), εκείνοι όμως δεν εμφανίστηκαν με συνήγορο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 513 παρ. 3 του ΚΠΔ).
2
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του νόμου 969/1979, και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, προκύπτει ότι η τυχόν καταχώριση στο άνω βιβλίο ποινικής απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι τελεσίδικη, αλλά προσβάλλεται με έφεση, και ως εκ τούτου δεν είναι καταχωριστέα στο εν λόγω βιβλίο, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Επομένως η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει, και μετά την ισχύ της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 9 του ν. 969/1979, όπως άρχιζε και προηγουμένως (από την κατά την 1.1.1951 έναρξη της ισχύος του Κ.Ποιν.Δ.), ήτοι από τη δημοσίευσή της και όχι από την τυχόν καταχώρισή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 473 του ΚΠΔ, αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις, ειδικό βιβλίο. Η εκδοχή αυτή συνάδει προς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 9 του ν. 969/1979 (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ), κατά το οποίο στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο καταχωρίζεται καθαρογραμμένη όχι οποιαδήποτε ποινική απόφαση αλλά μόνο η τελεσίδικη. Δεν συντρέχει δε λόγος να απομακρυνθεί ο ερμηνευτής από το γράμμα της διατάξεως, διότι αν για την αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά πρωτόδικης εκκλητής αποφάσεως ( η οποία μόνο από αυτόν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση), ο νομοθέτης ήθελε ειδική ρύθμιση ως προς το χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, θα εκφραζόταν ρητά, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 969/1979 αναφέρεται μόνο στις τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις. Συνάδει επίσης προς το σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να μπορεί να εντοπίσει τυχόν υφιστάμενους αναιρετικούς λόγους και να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως και η εντεύθεν άσκοπη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνσή του. Ενώ, όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή, υπάρχει η δυνατότητα προσβολής της με έφεση, και η ενιαία εισαγγελική αρχή, εφόσον κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο με το οποίο μπορεί να αποκατασταθεί και η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Σε κάθε δε περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να λαμβάνει υπηρεσιακώς γνώση της ανάγκης αναιρετικού ελέγχου πρωτοβάθμιας αποφάσεως, από τη δημοσίευσή της, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής. Προσθέτως όμως έχει την ευχέρεια, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, να ασκήσει αναίρεση υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς βέβαια να επηρεάζεται η θέση των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 3/2000)3.
Με την κρινόμενη από 18 Δεκεμβρίου 1998 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της 12638/1998 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό. Με την απόφαση αυτή κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι ....., ..... και ..... των πράξεων που τους είχαν αποδοθεί και συγκεκριμένα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση στον πρώτο, της ψευδορκίας μάρτυρα στη δεύτερη και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση στον τρίτο. Η απόφαση αυτή δεν ήταν τελεσίδικη, διότι είχαν δικαίωμα να ασκήσουν κατ' αυτής έφεση ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών και ο εισαγγελέας εφετών, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 1γ Κ.Π.Δ. Καταχώριση της αποφάσεως αυτής στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο δεν ήταν νομικώς αναγκαία και επομένως η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αιτήσεως αναιρέσεως άρχισε από τη δημοσίευσή της, η οποία έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1998.
Συνεπώς η αίτηση αυτή, που ασκήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1998, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύει). Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Λέανδρος Ρακιντζής, έχει την ακόλουθη γνώμη : Η παραπάνω ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 505 παρ. 2 και 473 παρ. 3 του ΚΠΔ καταλήγει σε αποστέρηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το δικαίωμά του να προσβάλλει με αναίρεση τις εκκλητές αποφάσεις, αφού πριν από την καταχώρισή τους δεν έχουν συνταχθεί οι αιτιολογίες τους και ως εκ τούτου είναι αδύνατος ο εντοπισμός λόγων αναιρέσεως. Ενόψει δε του ότι στην πρακτική κατά κανόνα η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠΔ επεκτείνεται και στις εκκλητές αποφάσεις, επιβάλλεται να γίνει ερμηνευτικώς δεκτό ότι η προθεσμία προς αναίρεση αφετηριάζεται και στις περιπτώσεις αυτές από την ως άνω καταχώριση. Η φράση του άρθρου 479 παρ. 2 του ΚΠΔ "από την έκδοσή του", που αναφέρεται στα βουλεύματα και στην οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, πρέπει να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια της καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο και όχι της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Επομένως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30.11.1998 και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 18.12.1998, θα έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, να κριθεί εμπρόθεσμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο παραπέμψαν
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα, προκειμένου αυτό να εξετάσει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αναιρέσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 1998 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 12638/23.9.1998 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαϊου 2000 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 9 Ιουνίου 2000.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ