Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2683 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Ψευδορκία μάρτυρος. Στοιχεία εγκλήματος. Με τη διάταξη του άρθρ. 227 παρ. 3 ΠΚ παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για «δίκαιη δίκη», που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και στο δικαίωμά του να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται και στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997. Η διάταξη του αρ. 227 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρ. 20 του ΠΚ αποκλείει, ως άσκηση δικαιώματος, το άδικο της ψευδούς καταθέσεως του αρθ. 224 ΠΚ. Αυτοτελής ισχυρισμός με το πιο πάνω περιεχόμενο. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού.




Αριθμός 2683/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αναγνωστάκη, περί αναιρέσεως της 647/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.7.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1333/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Εξάλλου, κατά την παρ.4 του άρ.227 ΠΚ, "αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 225 τις τέλεσε για να αποφύγει ποινική ευθύνη, είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή". Με την τελευταία αυτή διάταξη παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Η προαναφερόμενη δε διάταξη του αρ. 227 παρ.4 σε συνδυασμό με το άρ. 20 του ΠΚ αποκλείει, ως άσκηση δικαιώματος, το άδικο της ψευδούς καταθέσεως του αρ. 224 ΠΚ . Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα πρακτικά της δίκης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και του συγκατηγορουμένου τους Χ3, κατά της 43476/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κήρυξε ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για το αδίκημα της ψευδορκίας και ειδικότερα του ότι εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον της Πταισματοδίκου του 28ου Τμήματος Αθηνών, διενεργούσης προανάκριση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα και πιο συγκεκριμένα κατέθεσαν έκαστος εν γνώσει του ψεύδους τους : 1) ο Χ1 ότι "..... Τον κ. Χ3 δεν τον γνωρίζω ...... Στην Πολεοδομική Επιτροπή πήγα για να διαμαρτυρηθώ για το ανωτέρω θέμα (ενν. για την αποδέσμευση του Ο.Τ. 337) ...... Ποτέ δεν είπα και σε κανέναν ότι με εκβιάζει ο Χ3, τον οποίο επαναλαμβάνω ότι δεν γνωρίζω ούτε κατ' όψιν . Δεν ανέφερα ποτέ και σε κανέναν για χρηματικά ποσά ......". 2) Ο Χ2 ότι "εκεί (ενν. συνεδρίαση της Πολεοδομικής Επιτροπής) αναφερθήκαμε μόνο στο θέμα που μας απασχολούσε, δηλ. στην αποδέσμευση αποκλειστικά από το Δήμο του ακινήτου μας, των δύο πολυκατοικιών, που βρίσκονται στο Ο.Τ. 337 ........ Δεν αναφερθήκαμε ούτε εγώ, ούτε ο κ. Χ1 σε θέμα "εκβιασμού από τον Χ3", ούτε αναφέραμε, τουλάχιστον δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, το όνομά του . Επίσης κατηγορηματικά δηλώνω ότι δεν αναφέραμε χρηματικά ποσά ...... Ούτε στον κ. Δήμαρχο αναφέρθηκε τίποτα περί δωροδοκίας ή εκβιασμού από οιονδήποτε . Δεν γνωρίζω για ποιο λόγο έγινε η Ε.Δ.Ε. από τον Δήμο .....", ενώ το αληθές είναι ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 εμφανισθέντες στην εις τις 10/27 2003 συνεδρίαση της Πολεοδομικής Επιτροπής του Δήμου ....., όπου προέδρευε ο Α, παρουσία πολλών μαρτύρων μεταξύ των οποίων οι Δήμαρχος και Αντιδήμαρχος του Δήμου ..... ..... και ....., καθώς και οι ..... (Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του εν λόγω Δήμου), ..... και ..... (μέλη της επιτροπής) κ.ά., κατήγγειλαν προφορικά (καθώς λόγω του είδους των συνεδριάσεων της εν λόγω επιτροπής δεν κρατούνται πρακτικά γραπτώς) ότι "υπήρχε εκβιασμός από μέρους του Χ3 ..... και δη ότι ζητήθηκαν 17.000.000 δραχμές αρχικά, που ύστερα από σχετικές συζητήσεις μειώθηκαν στο ποσό των 7.500.000 δρχ., ώστε η διοίκηση του Δήμου ..... να μην εισάγει προς ψήφιση, το θέμα "της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου στο Ο.Τ. 337" για την ανέγερση Κ.Δ.Α.Π ......" (βλ. από 5/47 2005 κατάθεση του προέδρου της Πολεοδομικής Επιτροπής Α), στους οποίους μάλιστα υπομνήσθηκε από τους παριστάμενους η βαρύτητα των καταγγελιών τους και η ανάγκη να διατυπωθούν τούτες γραπτώς, οι οποίοι και ανέλαβαν προφορικώς την ευθύνη των καταγγελλομένων υπ' αυτών και υπεσχέθησαν να προβούν και εγγράφως στην επανάληψη τούτων". Αντίθετα το Τριμελές Εφετείο κήρυξε αθώο τον συγκατηγορουμένο των αναιρεσειόντων, Χ3, για τις πράξεις της απόπειρας εκβίασης, κατ' εξακολούθηση και της παθητικής δωροδοκίας, για τις οποίες είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, Ειδικότερα ο Χ3 κρίθηκε αθώος του ότι επιχείρησε να εξαναγκάσει τους αναιρεσείοντες να του δώσουν το ποσό των 17.000.000 δραχμών και 7.500.000 δραχμών, απειλώντας τους, κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, και του ότι ζήτησε τα ποσά αυτά προκειμένου να παραλείψει να ενεργήσει με την ιδιότητά του, ως Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου ....., για την εισαγωγή στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ....., το θέμα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου στο Ο.Τ. 337", που αφορούσε άμεσα συμφέροντα της κόρης του αναιρεσείοντος Χ1. Στο σκεπτικό της απαλλακτικής για τον Χ3 κρίσης γίνεται δεκτό ότι "από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ3) ετέλεσε τα αδικήματα της απόπειρας παθητικής δωροδοκίας και εκβίασης (ούτε καν οι καταγγέλλοντες 2ος και 3ος κατηγορούμενοι επιβεβαιώνουν όσα κατήγγειλαν στις 10/2/2003 ενώπιον της Πολεοδομικής Επιτροπής του Δήμου ....". Δηλαδή το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ήδη αναιρεσείοντες, κατήγγειλαν μεν, ενώπιον της Πολεοδομικής Επιτροπής του Δήμου ....., ότι ο πρώτος διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα, πλην όμως δέχθηκε ότι, όσα αυτοί κατήγγειλαν σε βάρος του συγκατηγορουμένου τους, ήταν αναληθή.
ΙΙΙ. Οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, πρόβαλλαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το από τη αναφερόμενη πιο πάνω διάταξη του άρ. 227 παρ.4 δικαίωμά τους, να ψευδορκήσουν, προκειμένου να μη αυτενοχοποηθούν, με σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό που εμπεριέχεται στους ισχυρισμούς που κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ο πληρεξούσιος αυτών δικηγόρος. Ισχυρίστηκαν, δηλαδή, κατ' εκτίμηση των όσων διαλαμβάνονται στους ισχυρισμούς αυτούς, ότι αυτοί, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον της Πταισματοδίκου του 28ου Τμήματος Αθηνών, που διενεργούσε προανάκριση επί της υποθέσεως, εφόσον θα επιβεβαίωναν τις πιο πάνω καταγγελίες τους θα αυτοεχοποιούντο και θα αντιμετώπιζαν, τον κίνδυνο να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη για τα ψευδή γεγονότα που είχαν καταγγείλει σε βάρος του Χ3. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι κατηγορούμενοι, με τους ισχυρισμούς που κατέθεσαν και εγγράφως, αφού αρνήθηκαν - όπως και κατά την απολογία τους- την κατηγορία, ισχυρίστηκαν, επικουρικώς, μεταξύ των άλλων. Α) Οτι ο αναιρεσείων Χ1 τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα "... πίστεψε και πιστεύει, πως δεν έπρεπε να τα επαναλάβει, αλλά να τ' αρνηθεί, ως μη αληθή, ενώπιον του 28ου Προανακριτικού Τμήματος, ενώπιον του οποίου κατάθεσε, την 12-4-2005. Πίστευε δηλαδή, πως τα αναληθή, που είχε πεί στην Επιτροπή, δεν έπρεπε να τα επαναλάβει στην ένορκη κατάθεση...". Β) Οι δύο αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι "...κατάθεσαν στην προανάκριση, τα παραπάνω, αρνητικά, διότι πίστευαν ένεκα συγγνωστής πλάνης, ότι είχαν δικαίωμα να αρνηθούν ..... Επίσης τα κατάθεσαν γιατί πλανημένα πίστευαν πως θα αυτοενοχοποιηθούν, άλλως, θα ενοχοποιηθούν, θα εμπλακούν στους δικαστικούς αγώνες και τις διαφορές των αλληλοσπαραζομένων Δημοτικών Παρατάξεων....". και Γ) Οι δύο αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, επικουρικά, ότι "η κατάθεσή τους, περί αξίωσης του Χ3, του ποσού των 17.000.000, άλλως 7.500.000 δρχ για να εισαγάγει στο Συμβούλιο την άρση της δέσμευσης του ακινήτου (παθητική δωροδοκία) θα τους εξέθετε στην ποινική δίωξη..." επικαλούμενοι δε, μεταξύ άλλων, την διάταξη του άρθρου 223 παρ.4 του ΚΠΔ, κατά την οποία "ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη", ισχυρίζονται ότι "...τους χορηγείται........., ως μαρτύρων (κατάθεση 12-4-2005) να παρασιωπούν αυτόβουλα, προς σωτηρία τους, την αλήθεια. Αυτή μπορούσε να τους εκθέσει σε ποινική δίωξη και τιμωρία. Η μη παράθεση δηλαδή της αλήθειας, αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος, μη αυτοενοχοποίησης". Κατ' ακολουθία δε αυτών υπέβαλαν ρητώς το αίτημα "ν' αποκλειστεί το άδικο, κατ' άρθρο 20 Π.Κ". Ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείοντες, με τα όσα ανέφεραν πιο πάνω με στοιχεία Α και Β, επεδίωκαν να στηρίξουν, κυρίως, τον ισχυρισμό ότι, όσα είπε ο πρώτος σε βάρος του συγκατηγορουμένου τους, τα είπε "κατά το φαινόμενο" σε κατάσταση εκνευρισμού και σύγχυσης, καθώς και τον περί πλάνης ισχυρισμό τους, δηλαδή όταν ισχυρίστηκαν τα πιο πάνω πίστευαν ότι "ήταν φτερωτά λόγια, χωρίς έννομη σημασία", και ανεξαρτήτως του ότι, με όσα ανέφεραν πιο πάνω με στοιχείο Γ, εκλαμβάνουν ότι η κατ' αυτών απειλούμενη ποινική δίωξη αφορούσε το αδίκημα της "απόπειρας ενεργητικής δωροληψίας" (ενώ προφανώς αφορά το αδίκημα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης), εντούτοις, τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα συνιστούν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το αυτοτελή ισχυρισμό που αναφέρθηκε πιο πάνω και ο οποίος τείνει στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες. Ο ισχυρισμός αυτός, για "αποκλεισμό του αδίκου της πράξεως", απορρίφθηκε με την γενική αιτιολογία της απορρίψεως και των υπολοίπων ισχυρισμών, ήτοι, "καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφού ουδόλως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία και αιτιολογούν την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 647/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ