Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2329 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπεξαίρεση, Υπεξαγωγή εγγράφων, Προφορική ανάπτυξη, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση και υπεξαγωγή εγγράφων. 1) Ειδική αιτιολόγηση της απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού που υπέβαλε στο ακροατήριο ο συνήγορος του κατηγορουμένου, απαιτεί για το παραδεκτό αυτού και για να οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα το Δικαστήριο, πρέπει να αναπτυχθεί ο ισχυρισμός αυτός και προφορικά στο ακροατήριο (Ολ. Α.Π. 2/2005). 2) Υπό την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ποινικής διατάξεως απαραδέκτως πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (Α.Π. 2240/2007). 3) Αβάσιμοι οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει.




Αριθμός 2329/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αβαρκιώτη, για αναίρεση της 9321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 10 Ιουνίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1752/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η με αρ. 9321/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με τριετή αναστολή, για υπεξαίρεση από κοινού και για υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού, όπως κατά λέξη αναφέρει: "Διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήγαγε σωστά, κατά τη γνώμη μου, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε σαν αποδειχθέντα, στη διάταξη που εφάρμοσε δηλαδή του άρθρου 222 ΠΚ περί υπεξαγωγής εγγράφων και χωρίς προηγούμενη νομική επεξεργασία του περιεχομένου των αποδεικτικών εγγράφων, όπως η έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως (αρ. .....) του οργάνου της αναγκαστικής εκτέλεσης, δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., της από 13-11-2001 απόδειξης παραλαβής κινητών πραγμάτων από τον μεσεγγυούχο Α, του ιδίου, ως άνω, δικαστικού επιμελητού ....., και των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας και ιδιαίτερα της κατάθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, που προέβη στην εκτέλεση της υπ' αριθμ. 24674/2001 αποφάσεως του Μον. Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απέβαλε τον πολιτικώς ενάγοντα από το μίσθιο κατάστημα σαν δύστροπο κατ' επανάληψη μισθωτή, και οφειλέτη -ακόμα και κατά την 13-11-2001 ημέρα της αποβολής- του ποσού άνω των 2.000.000 δρχ, τα οποία οφείλει ακόμα και σήμερα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο που καταδικάστηκε. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέπεσε θαρρώ στην πλημμέλεια να κρίνει σαν αποδειχθέντα ότι βρέθηκαν στο μίσθιο, τιμολόγια, δημόσια έγγραφα, δηλώσεις εφοριών του πολιτικώς ενάγοντος-μισθωτή, τα οποία του κράτησε τάχα ο αναιρεσείων με σκοπό να βλάψει το μισθωτή του τότε, διο και τον καταδίκασε σε φυλάκιση 4 μηνών, εφαρμόζοντας το άρθρο 222 ΠΚ. Όμως από την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως ....., απόδειξης παραλαβής κινητών 13-11-2001 και το συσχετισμό αυτών με τις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν μαρτύρων, προκύπτει ότι δεν υπήρχαν τιμολόγια, δημόσια έγγραφα και άλλα, πέρα από αυτά που βρήκε ο δικαστικός επιμελητής και ήταν 12 τον αριθμό. Γι' αυτό λέει στην κατάθεσή του: "Έχω λεπτομέρεια για το τί παρέλαβα, με απόδειξη που αναφέρει τον εξοπλισμό. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έγραψα κάποια πράγματα ...". Πρόβλημα δημιουργήθηκε βέβαια για μια ταμειακή μηχανή που δεν είχε καμία οικονομική αξία και την οποία ποτέ δεν αρνήθηκε ο αναιρεσείων να τη παραδώσει έστω και αν τη ζήτησαν το 2003-2004. Έσφαλε λοιπόν η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε ότι πληρούνται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις και του άρθρου 222 του ΠΚ, ενώ συμβαίνει το αντίθετο και εφάρμοσε την άνω διάταξη. Έτσι νομίζω κατέστησε εαυτή αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχείο Ε, δηλαδή για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως προς την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού, πλήττει την αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ.), που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠοινΔ, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός που συμβαίνει στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξης τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο σημείωμα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, μόνον εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (Ολ.ΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 9321/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο συνήγορος του παραστάντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά την ακροαματική διαδικασία προέβαλε μεν, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με γραπτό μάλιστα σημείωμα, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης του κατηγορουμένου, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αναπτύχθηκε και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του, ούτε προκύπτει ότι το πιο πάνω σημείωμα αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ή ότι έγινε προφορική αναφορά του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, κατά την αγόρευσή του ή κατά την κατάθεση του σημειώματος, στο ουσιώδες περιεχόμενο αυτού. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εντεύθεν δε ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται; α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξή του σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Για την στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, υπό την έννοια ότι ανήκει σε τρίτον κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να κατέχεται δε αυτό προσωρινώς από τον κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να έχει εξουσία διαθέσεως. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ενδιάθετης βουλήσεως του δράστη, με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σε αυτόν πράγμα και να ενσωματώσει αυτό στην περιουσία του, επερχόμενης αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου, με περιεχόμενο την παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9321/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με εντολή του κατηγορουμένου Χ προς τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., δυνάμει της υπ' αριθ. ..... έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως, που συνέταξε ο προαναφερόμενος δικαστικός επιμελητής, αποβλήθηκε ο εγκαλών Ψ από το μισθωμένο σ' αυτόν κατάστημα, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, στο οποίο αυτός διατηρούσε ατομική επιχείρηση ψητοπωλείου. Κατά τον χρόνο δε που διενεργήθηκε η αποβολή του εγκαλούντα από το μίσθιο, εντός του καταστήματος υπήρχαν αντικείμενα, τα οποία αυτός χρησιμοποιούσε ως μισθωτής για τις ανάγκες της δραστηριότητάς του και δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εκτέλεσης, τα οποία, αφού αναγράφηκαν από τον δικαστικό επιμελητή στην έκθεσή του, παραδόθηκαν για φύλαξη στον Α που ορίσθηκε μεσεγγυούχος αυτών, μέχρι να λυθεί η αμφισβήτηση σχετικά με το πρόσωπο του δικαιούχου τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν στον Α για φύλαξη στις 13-11-2001 1)Μια ηλεκτρική ταμειακή μηχανή, 2) μια ηλεκτρονική ζυγαριά, 3)ένας φούρνος (βιτρίνα σούβλας), 4) τρία τραπέζια λευκά, 5)δέκα καρέκλες λευκές πλαστικές, 6) μια βιτρίνα τοποθέτησης σαλατών, 7) ένας πάγκος διαστάσεων 0,80X1,00 του μέτρου περίπου με συρτάρια, 8) ένα φορητός ανεμιστήρας, 9) μια συσκευή πατατιέρας, 10} ένας πάγκος ψηστιέρες με σύστημα εξαερισμού, 11) ένα ψυγείο με ηλεκτρικό μοτέρ, 12)!τρεις μικροί πυροσβεστήρες (βλ. την από 13-11-2001 απόδειξη παραλαβής κινητών του ως άνω δικαστικού επιμελητή). Τα παραπάνω κινητά πράγματα, τα οποία αποδείχθηκε ότι παρέμειναν στο μίσθιο κατάστημα και μετά την αποβολή του μισθωτή και ήδη πολιτικώς ενάγοντα, τα εκποίησε σε τρίτο χωρίς να ενημερώσει τον Α, που είχε ορισθεί μεσεγγυούχος τους, ο κατηγορούμενος ενσωματώνοντας χωρίς δικαιολογητική αιτία το τίμημα που αποκόμισε από την πώλησή τους στην ατομική του περιουσία. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μεταξύ των αντικειμένων που παραδόθηκαν από τον δικαστικό επιμελητή στον μεσεγγυούχο για φύλαξη, ήταν η ταμειακή μηχανή που αναφέρθηκε πιο πάνω, και η οποία αναζητήθηκε από τον εγκαλούντα, αφού ήταν αναγκαία προκειμένου ο τελευταίος να επιδιώξει την παύση των εργασιών της επιχείρησής του στην εφορία. Ο κατηγορούμενος δεν του την παρέδωσε, παρά το γεγονός, ότι ο εγκαλών του τη ζητούσε επιμόνως. Επίσης αποδείχθηκε, ότι ο δικαστικός επιμελητής μαζί με τα αντικείμενα παρέδωσε στον κατηγορούμενο και φορολογικά έγγραφα του εγκαλούντα, όπως τιμολόγια, δελτία αποστολής, αποδείξεις ταμειακής μηχανής και φορολογικές δηλώσεις. Ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε στον εγκαλούντα τα έγγραφα αυτά, αλλά τα κατακράτησε, χωρίς να έχει δικαίωμα με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη ο εγκαλών, αφού δεν μπορούσε να προβεί στην παύση των εργασιών στην εφορία και συνακόλουθα να συνεχίζει να πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές, αφού τυπικά φαινόταν να συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για τις δύο πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Ωστόσο πρέπει να αναγνωρισθεί ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των πιο πάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και της υπεξαγωγής εγγράφων από κοινού και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ, 2 εδάφ. α' του ΠΚ, του επέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 45, 94 παρ.1, 222 και 375 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, -μεταξύ των οποίων είναι και οι αναγνωσθείσες υπ'αριθ. ..... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή ..... και από 13-11-2001 απόδειξη παραδόσεως και παραλαβής κινητών του ιδίου δικαστικού επιμελητή ....., - και απολογία του κατηγορουμένου) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Όσον αφορά δε τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως, ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και τα έγγραφα "που κατατέθηκαν και αποτέλεσαν τμήμα της ποινικής δικογραφίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, α) το από 4-1-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, β) η με αριθμό 24674/2001 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί αποβολής του κατηγορουμένου από το μίσθιο.... και 2) η από 16-9-2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή .....", σημειώνεται ότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι κατατέθηκαν τα εν λόγω έγγραφα, ούτε ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για να αναγνωσθούν αυτά και επομένως, ως μη αναγνωσθέντα, ορθά δεν συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα από το μίσθιο ακίνητο, υπό του κατηγορουμένου εκμισθωτή, υπεξαιρεθέντα πράγματα και τα υπεξαχθέντα έγγραφα του αποβληθέντος μισθωτή και ιδιοκτήτη αυτών εγκαλούντος και αναφέρεται η βλάβη που ο κατηγορούμενος σκόπευε και επήλθε στον εγκαλούντα από τα υπεξαχθέντα φορολογικά έγγραφα, καθώς και το είδος της βλάβης αυτής. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 10-6-2008 πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμ. 80/2-10-2007 αίτηση του Χ και τους από 10-6-2008 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 9321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ