Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 942 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Πότε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αόριστος ο ισχυρισμός όταν δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή. Αόριστος ο ισχυρισμός περί συμπτωματικού χαρακτήρος της κατοχής και χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, εάν δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις περιστάσεις υπό τας οποίας ετελέσθη η αξιόποινη πράξη. Απορρίπτει.





ΑΡΙΘΜΟΣ 942/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1.που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δελεχά, περί αναιρέσεως της 239/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πρέβεζας. Με συγκατηγορουμένη την Χ2. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαϊου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 970/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτόν της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών συγκεκριμένων που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή εις άλλα έγγραφα. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 509 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. λόγου αναιρέσεως, δι έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει α) εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να διαλαμβάνεται εις τον σχετικόν λόγον ή ανυπαρξία αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως και β) εάν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, δεν αντίκειται δε στο τεκμήριο αθωότητας, του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, η απαίτηση του να είναι σαφής και ορισμένος ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 19/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ' 402).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 230/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πρεβέζης, δια της οποίας κατεδικάσθη ο αναιρεσείων εις ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) ημερών διά εκατέραν των πράξεων, κατοχής και χρήσεως ναρκωτικής ουσίας σε ποσότητα που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, και συνολικήν είκοσι πέντε (25) ημερών με τριετή αναστολή, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, δια του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δια τους κάτωθι λόγους:
"Α- Επί της στοιχειοθέτησης του εγκλήματος της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών 1) Καθοριστικό στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών αποτελεί η φυσική εξουσία του δράστη επί της ναρκωτικής ουσίας. Περαιτέρω η εξουσίαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει χώρα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δυνατόν σε κάθε στιγμή ο υπαίτιος να διαπιστώνει την ύπαρξη των ναρκωτικών και επιπλέον να αποσκοπεί στην πραγματική διάθεσή τους. Σημειωτέον ότι δεν ενδιαφέρει το νομοθέτη η κυριότητα ή κατοχή του χώρου όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά αλλά οι συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις που συνιστούν την πραγματική υλική σχέση με αυτά. 2) Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίσταται επαρκής αιτιολογία της αποφάσεως αφού αναφέρεται κατά λέξη: ... Από κοινού και οι δυο κατηγορούμενοι (Χ1 και Χ2)παρέβησαν τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 1729/87, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 Ν. 2161/93 κατά την οποία: "Οποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί... ".
Η ανωτέρω αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αφού δεν αναφέρονται το σκεπτικό της απόφασης τα καθ' έκαστον πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στο Δικαστήριο στη κρίση του αυτή τόσο σε αντικειμενικό όσο και υποκειμενικό επίπεδο". Ούτως όμως διατυπούμενος ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρει εις τι συνίσταται η ανεπαρκής αιτιολογία και σε σχέση με ποίο ή ποία συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, πέραν του ότι τα άνω επικαλούμενα ως έχοντα μη επαρκή αιτιολογία περιστατικά αυτής (αποφάσεως) αποτελούν τμήμα μόνο του διατακτικού της και δεν αναφέρει τι εκτίθεται και στο σκεπτικό. Κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 εδ. α' Ν. 1729/1987, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 5 Ν. 3189/2003 "Οποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για δική του αποκλειστική χρήση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους", κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου "Βούλευμα ή απόφαση, ότι ο υπαίτιος δεν πρέπει να τιμωρηθεί, μπορεί να εκδοθεί και ο δράστης της παρ. 1 του παρόντος να κριθεί ατιμώρητος χωρίς να διαταχθεί προηγουμένως ή από μέρους του παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν τελείως συμπτωματική και δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί αυτή ή κάποια άλλη του παρόντος νόμου"... . Κατά την έννοια των άνω διατάξεων ή κατοχή είναι η φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας από τον δράστη, κατά τρόπον ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά την δική του βούληση να την διαθέτει πραγματικά, συμπτωματική χρήση δε θεωρείται η περιστασιακή, η οποία δικαιολογείται με βάση τις ειδικές συνθήκες και την προσωπικότητα του υπαιτίου, οπότε το δικαστήριο ενώπιον του οποίου φέρεται η υπόθεση δικαιούται να κρίνει τον δράστη ατιμώρητο εφ' όσον βεβαιωθεί ότι συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικά μνημονευόμενες συνθήκες σε συνδυασμό με την προσωπικότητα, η οποία διαμορφώνεται από την ηλικία, τις διανοητικές λειτουργίες, την δυνατότητα κρίσεως και την εκτίμηση των επί μέρους περιστατικών. Εξ άλλου η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η οποία επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ και η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 ΚΠοινΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνο η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στην νομική ορολογία? και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση να τους κάνει δεκτούς η να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένως στην απόρριψη αυτών. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος ο οποίος προβάλλεται από τον κατηγορούμενο ότι οι πράξεις της προμηθείας, κατοχής και της χρήσεως ως και καλλιεργείας ναρκωτικής ουσίας για αποκλειστική δική του χρήση ήταν τελείως συμπτωματική. Δια να είναι όμως σαφής και ορισμένος ο ισχυρισμός και να προκύπτει, εντεύθεν, υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, πρέπει για την θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση εκείνων των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τις ειδικές περιστάσεις υπό τας οποίας ετελέσθη ή συγκεκριμένη πράξη, ώστε σε συνδυασμό και με την προσωπικότητα του δράστου, να υπάρξει η δυνατότης όλα αυτά να εκτιμηθούν από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε "αίτημα ισχυρισμόν δια την δικαστικήν άφεση της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 3 Ν. 3459/2006" επικαλεσθείς ειδικότερα τα εξής: "μέχρι σήμερα με τρόπο κατηγορηματικό αρνήθηκε την τέλεση της πράξεως άλλως λόγοι ψυχολογικοί ώθησαν αυτόν εις την τέλεσίν της β) η σταθερή επαγγελματική του κατάστασις ως αστυνομικού υπηρετούντος εις το σώμα Διώξεως Ναρκωτικών γ) Η λευκή ποινική του κατάσταση και η έμπρακτη μεταμέλειά του μαρτυρούν ότι η πράξις του εις περίπτωσιν ενοχής, ήτο συμπτωματική και μετά βεβαιότητος δεν πρόκειται να επαναληφθεί στο μέλλον. Ο Χ1 ηλικίας 40 ετών, έχει διαμορφωμένη επαγγελματική και κοινωνική του επιφάνεια. Τα ανωτέρω στοιχεία της προσωπικότητος του Χ1 καταδεικνύουν άτομο συνετό, εντεταγμένο αρμονικά εις το κοινωνικό σύνολο με άρτια επαγγελματική και κοινωνική κατάστασιν, οι δε πράξεις που αποδίδουν εις αυτόν αποτελούν εξαιρετικό και μεμονωμένο γεγονός, οφειλόμενο προφανώς εις την απερισκεψία του και αποκλείει την πιθανότητα επαναλήψεώς της εις το μέλλον".
Όμως τα περιστατικά αυτά πέραν του ότι μόνον την συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων δύνανται να στηρίξουν δεν είναι ορισμένα και σαφή προς προσδιορισμό των ειδικών συνθηκών και των επί μέρους περιστάσεων, κατά τρόπον ώστε να δυνηθεί το δικαστήριο να ερευνήσει το κατ' ουσίαν βάσιμον αυτών, αφού δεν αναφέρονται ποίοι οι ψυχολογικοί λόγοι που τον ώθησαν εις τας πράξεις της κατοχής και χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, διατί αποτελούν αυτές εξαιρετικό και μεμονωμένο γεγονός οφειλόμενο εις ποίαν απερισκεψία του και διατί αποκλείεται η πιθανότης επαναλήψεώς των στο μέλλον. Εντεύθεν και το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει στον άνω ασαφή και αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πέραν του ότι ως εκ περισσού απάντησε και δη " ...Ειδικότερα οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις των κατηγορουμένων όπως παραπάνω αναφέρονται και οι προσωπικότητες των δραστών ιδιαίτερα του 1ου κατηγορουμένου ο οποίος είναι ενεργεία αστυνομικός και υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση δίωξης ναρκωτικών στο τμήμα αερολιμένα Αθηνών, στον οποίο μάλιστα απονεμήθηκε έπαινος από το Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Αττικής για την σύλληψη μελών σπείρας λαθρεμπόρων ναρκωτικών, δεν επιτρέπουν να κριθεί ότι οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι ήσαν τελείως συμπτωματικές και δεν είναι δυνατόν να επαναληφθούν αυτές".
Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠονΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/5/2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 239/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πρέβεζας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ