Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1300 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως για κατοχή λαθρεμπορεύματος επειδή από τις νέες αποδείξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1300/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1548, 1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1030/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 428/15.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ο Χ έχει καταδικαστεί με την υπ'αριθμ. 1548-1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία έχει εκδοθεί κατ'έφεση και είναι αμετάκλητη, για κατοχή λαθρεμπορεύματος και ειδικώτερα διότι "στον ... την 26-4-1999 κατείχε εμπόρευμα εισαχθέν και τεθέν στην γενική κατανάλωση κατά τρόπο συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας δηλαδή εισαχθέν με ενέργεια σκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο από τους από αυτό εισπρακτέους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας εκπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας BAROTA MARINE κατείχε θαλαμηγό σκάφος δύο μηχανών μάρκας Caterpilar των 425 ΗΡ εκάστη, ονομαζόμενο ... το οποίο τελωνίσθηκε στο Η' Τελωνείο ... με την υπ'αριθμ. ... διασάφηση εισαγωγής και εισήχθη κατά τρόπο συνιστώντα λαθρεμπορία με την μέθοδο της υποτιμολόγησης, ήτοι δήλωσε αξίας GIF 70.000 δολλάρια ΗΠΑ αντί της πραγματικής των 242.653 λιρών Αγγλίας που προέκυψε από τον έλεγχο των τελωνειακών εγγράφων των Αγγλικών αρχών, δεδομένου ότι το σκάφος αγοράστηκε στην Αγγλία, με συνέπεια να απωλέσει το Ελληνικό Δημόσιο φόρο ανερχόμενο στο ποσό των 10.108.928 δρχ".
Ο ανωτέρω υπέβαλε στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου στις 2-6-2008 την από 27-5-2008 αίτησή του, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμ. Γιαννάκη, με βάση την από 27-5-2008 εξουσιοδότηση του στην οποία υπάρχει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, με την οποία ζητάει την επανάληψη της κατ'αυτού ανωτέρω ποινικής διαδικασίας διότι ανεκαλύφθησαν νέα γεγονότα-αποδείξεις τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που τον καταδίκασαν, τα οποία εάν τα γνώριζαν, και σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλον ότι είναι αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα, επικαλείται ως νέα αποδεικτικά στοιχεία:
α) την από 28-2-1994 απόδειξη παράδοσης-παραλαβής του σκάφους, η οποία έγινε μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου της εταιρείας BARUTA MARINE (που είχε αναγνωρισθεί νομέας και κάτοχος του σκάφους με την 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και του ίδιου του αιτούντος και ο πρώτος στις 28-2-1994 παρέλαβε από τον δεύτερο, δηλ. του εδώ αιτούντος την κατοχή του άνω σκάφους, β) την από 7-9-1993 επιταγή προς συμμόρφωση στην υπ'αριθμ. 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία (επιταγή) του επιδόθηκε στις 8-9-1993, γ) την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως αιτήσεως της άνω εταιρείας επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δ) Επίσημο βιβλίο του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... ότι πραγματοποίησε με το ρηθέν πλοίο πλόες μέχρι 18-6-1993, ε) το υπ'αριθμ. ... έγγραφο του κεντρικού λιμεναρχείου ... από το οποίο προκύπτει ότι το πλοίο κατείχαν και χρησιμοποιούσαν άλλα πρόσωπα από 28-2-1994, στ) την υπ'αριθμ. 9240/23-12-1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επικύρωσε την ρηθείσα απόφαση 1833/93 του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με τα άνω στοιχεία ισχυρίζεται δηλαδή ότι από 28-2-1994, επομένως και κατά το χρόνο τελέσεως 26-4-1999, δεν είχε στην κατοχή του το ρηθέν πλοίο.
Ενόψει του άρθρου 525 § 1 περίπτωσ. 2 Κ.Π.Δ. η υπό κρίση αίτηση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία.
ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό και δη σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα (βλ. ΑΠ 1703/2005 Π.Χρ. 2006 σελ. 444, ΑΠ 446/2006 ΠΧρ 2006 σελ. 975 ΑΠ 476/2005 ΠΧρ 2005 σελ. 987 κ.α.) ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος (ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα που ήσαν γνωστά στον καταδικασθέντα ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά πρέπει να έχουν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας -βλ. ΑΠ 1703/2005, ΑΠ 479/2006- καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ'αμετάκλητης αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. ΑΠ 1306/2007). Επειδή από τα πρακτικά της καταδικαστικής αποφάσεως (=1548, 1548α/20-12-2005) του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, σαφώς προκύπτουν τα εξής: Ο εδώ αιτών και καταδικασθείς προέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι κατείχε από το 1990 μέχρι και το έτος 1993 τη διαχείριση του ρηθέντος σκάφους, (που σκόπευε να αγοράσει) ότι η ιδιοκτήτρια αυτού εταιρεία (BARUTA MARINE ...) στις 2-7-1993 ανακάλεσε την εντολή διαχείρισης, ακολούθησε δικαστική διένεξη μεταξύ τους η οποία έληξε με την έκδοση των αποφάσεων 1833/93 και 9240/93 Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα και ότι το σκάφος αφαιρέθηκε από την κατοχή του στις 7-9-1993, και κατόπιν με το από 28-2-94 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβάστηκε και τον Μάίο 1994 προέβην σε αντικατάστασή του ως πλοιάρχου με τον ΑΑ. Προέβαλε δηλ. τον ισχυρισμό ότι από 7-9-93, άλλως από 28-2-94, δεν είχε την κατοχή του ρηθέντος σκάφους (και συνεπώς η πράξη του έχει παραγραφεί).
β) Ως αναγνωσθέντα έγγραφα φέρονται και τα εξής: οι ανωτέρω αποφάσεις και δη 1833/93 και 9240/93 του Ειρηνοδικείου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα (βλ. τα με αριθμούς 6,7 των αναγνωσθέντων εγγράφων) μετά της επιταγής επί της πρώτης τούτων γ) το δικαστήριο απάντησε επί του άνω ισχυρισμού του εδώ αιτούντος και τότε κατηγορουμένου και απέρριψε αυτόν διότι η κατοχή του σκάφους από αυτόν στις 26-4-1999 προέκυπτε από το 60540/99 έγγραφο του ΣΔΟΕ, και την από 26-4-99 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, τις ένορκες καταθέσεις του ΒΒ και ΓΓ κλπ και την υπεύθυνη δήλωση του ίδιου, που έγινε το 2001, για εφαρμογή του άρθρου 6 ν.2443/96 κ.λ.π. Με άλλες λέξεις το δικαστήριο ερεύνησε και απάντησε (αρνητικά) στον ισχυρισμό του εδώ αιτούντος ότι δεν είχε την κατοχή του σκάφους στις 26-4-99 (=χρόνος τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο η καταδίκη του).
Μάλιστα στη δικογραφία υπάρχει υπεύθυνη δήλωση του ίδιου με ημερομηνία 27-5-94 που περιήλθε στις 30-6-94 στο ΙΑ' τελωνείο ..., με την οποία δηλώνει ο ίδιος αλλαγή του πλοιάρχου, ήτοι και μετά της 28-2-94 δηλώνει ο ίδιος τη σχέση του με το πλοίο.
Από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών το πρώτο με την υπό κρίση αίτηση κάνει χρήση της από 28-2-94 απόδειξης παράδοσης-παραλαβής στην οποία συμμετείχε ο ίδιος, πράγμα που σημαίνει από τότε κατείχε αυτή και μπορούσε (και ώφειλε) να κάνει χρήση της, όταν μάλιστα θεωρεί αυτή ως το κατεξοχήν αποδεικτικό μέσο που αποδεικνύει την αθωότητά του. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι σε σχέση με τα υπ'αριθμ. α,δ,ε έγγραφα αυτά δεν είναι νέα και δη τα δ, ε ελήφθησαν υπόψη από τους καταδικάσαντες δικαστές το δε α δεν ήταν άγνωστο στον καταδικασθέντα από το υπ'αριθμ. δ έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι μετά την 18-6-93 ο αιτών δεν είχε την κατοχή του πλοίου, ούτε ότι από το υπ'αριθμ. ε έγγραφο προκύπτει ότι δεν χρησιμοποίησε αυτός τούτο, σε κάθε δε περίπτωση ούτε από αυτά ούτε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται και δη με πιθανότητα που να εγγίζει την βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί ο αιτών στα έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθεί η από 27-5-2008 αίτηση του του Χ για επανάληψη της σε βάρος ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1548-1548α/2005 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 29 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβά-νεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρυνιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, που με την υπ' αριθ. 1548,1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς καταδικάσθηκε αμετάκλητα για την πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, ζητεί με την υπό κρίση αίτησή του την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, επικαλούμενος προς τούτο νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν, από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι ήταν αθώος για την ανωτέρω πράξη. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτά δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο (άρθρα 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ) πρέπει να εξεταστεί στην ουσία. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1548, 1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη, αφού κατ' αυτής δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως (βλ. υπ' αριθμ. 595/23-5-2008 και 19/22-5-2008 πιστοποιητικά του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Πειραιώς), ο αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 197.260 ευρώ, για κατοχή λαθρεμπορεύματος. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκε ότι αυτός στον ... την 26-4-1999, ως εκπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία BAROTA MARINE, με πρόθεση κατείχε θαλαμηγό σκάφος δύο μηχανών, μάρκας CARERPILAR των 425 ΗΡ εκάστη, με το όνομα ..., το οποίο τελωνίσθηκε στο Η' Τελωνείο ... με την υπ'αριθμ. ... διασάφηση εισαγωγής και εισήχθη κατά τρόπο συνιστώντα λαθρεμπόριο με τη μέθοδο της υποτιμολόγησης, ήτοι δήλωσε αξία CIF 70.000 δολ. ΗΠΑ αντί της πραγματικής των 242.653 λιρών Αγγλίας, που προέκυψε από τον έλεγχο των τελωνειακών εγγράφων των Αγγλικών αρχών, δεδομένου ότι το σκάφος αγοράσθηκε στην Αγγλία, με συνέπεια να απωλέσει το Ελληνικό Δημόσιο φόρους ανερχόμενους σε 10.108.928 δρχ., κάτι στο οποίο αποσκοπούσε ο κατηγορούμενος. Όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από τα αναγνωσθέντα έγγραφα: α) υπ'αριθμ. ... έγγραφο του ΣΔΟΕ και β) από την από 26-4-1999 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, όπου καταγράφεται τόσο η ως άνω πράξη του κατηγορουμένου όσο και η κατοχή αυτού επί του σκάφους την 26-4-1999 (χρόνος πορισματικής αναφοράς), δεδομένου ότι από στοιχεία του ΙΑ' Τελωνείου ... προκύπτει ότι τελευταία πλοιοκτήτρια εταιρία του ως άνω σκάφους είναι η BARUTA MARINE και νόμιμος εκπρόσωπος ο Χ (κατηγορούμενος). Αυτό εξάλλου επιβεβαιώθηκε και από τις ένορκες καταθέσεις των δύο μαρτύρων ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ιδιοκτήτης του σκάφους είναι ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι από 7-9-1993 άλλως από 28- 2-1994 δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή του σκάφους, δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν. Ούτε μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο από την σχετική δήλωση του κατηγορουμένου (της 30-6-1994) προς το ΙΑ Τελωνείο ..., γιατί στη δήλωση αυτή δεν αποτυπώνεται αλλαγή του ιδιοκτήτη, παρά μόνο αλλαγή του κυβερνήτη του σκάφους (ορίστηκε ο ΓΓ). Σημειώνεται επίσης, ότι όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα ... της 22-5-2001 καταλογιστική πράξη του Ε' Τελωνείου ..., αφού κλήθηκε νομίμως (προ της εκδόσεως της καταλογιστικής πράξεως) σχετικά με την υπό κρίση κατοχή λαθρεμπορεύματος, ο κατηγορούμενος κατέθεσε υπεύθυνη δήλωση ότι δέχεται εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν. 2443/1996, παρόλα αυτά δεν προσήλθε, αν και παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία (βλ. σελίδα 2 της ως άνω καταλογιστής πράξεως). Επίσης ο κατηγορούμενος αν και προσκλήθηκε, με την 2854/22-3-99 πρόσκληση του ΣΔΟΕ (την οποία δεν αρνήθηκε ο κατηγορούμενος), για τακτοποίηση της υπόθεσης του, κατ'άρθρο 6 του Ν. 2443/96, δεν ανταποκρίθηκε. Επιπροσθέτως δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα (1990 έως 1999) οιαδήποτε δήλωση του κατηγορουμένου προς το αρμόδιο Τελωνείο ή το ΣΔΟΕ ή άλλη δημόσια αρχή περί αλλαγής του ιδιοκτήτη του εν λόγω σκάφους. Περαιτέρω, η κατοχή λαθρεμπορεύματος είναι διαρκές έγκλημα, αφού ο χρόνος τέλεσης του μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη μέχρι την ανεύρεση και την κατάσχεση του από τις αρμόδιες αρχές. Δηλαδή διαρκεί μέχρι να παύσει η παράνομη κατάσταση (ΑΠ 1835/19934 Π.Χρ. ΜΠ,184,ΑΠ 1307/2001 ΝοΒ 2002,549). Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως της λαθρεμπορικής εισαγωγής του ως άνω σκάφους το έτος 1990, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της πορισματικής αναφοράς του ΣΔΟE στις 26-4-1999 αυτό (σκάφος) ήταν στην κατοχή του κατηγορουμένου και, συνεπώς, τότε τελέσθηκε η ως άνω πράξη (της κατοχής λαθρεμπορεύματος), αφού, όπως προεκτέθηκε, αυτό είναι διαρκές έγκλημα, απορριπτόμενου έτσι ως αβασίμου του σχετικού περί παραγραφής ισχυρισμού του κατηγορουμένου".- Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία: 1) την από 28-2-1994 απόδειξη παράδοσης-παραλαβής του σκάφους, η οποία έγινε μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου της εταιρείας BARUTA MARINE (που είχε αναγνωρισθεί νομέας και κάτοχος του σκάφους με την 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) και του ίδιου του αιτούντος και ο πρώτος στις 28-2-1994 παρέλαβε από τον δεύτερο, δηλ, του εδώ αιτούντος την κατοχή του άνω σκάφους, 2) την από 7-9-1993 επιταγή προς συμμόρφωση στην υπ'αριθμ. 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία (επιταγή) του επιδόθηκε στις 8-9-1993, 3) την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως αιτήσεως της άνω εταιρείας επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω 1833/93 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 4) Επίσημο βιβλίο του Κεντρικού Λιμεναρχείου ... ότι πραγματοποίησε με το ρηθέν πλοίο πλόες μέχρι 18-6-1993, 5) το υπ'αριθμ. ... έγγραφο του κεντρικού λιμεναρχείου ... από το οποίο προκύπτει ότι το πλοίο κατείχαν και χρησιμοποιούσαν άλλα πρόσωπα από 28-2-1994, 6) την υπ'αριθμ. 9240/23-12-1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επικύρωσε την ρηθείσα απόφαση 1833/93 του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία το με αριθμό 6 δεν αποτελεί νέα απόδειξη αφού το έγγραφο αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ τα με αριθμό 2,3,4,5 έγγραφα δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό του αιτούντος και τούτο διότι τα με αριθμό 2 και 3 είναι απλά διαδικαστικά έγγραφα ,ενώ από το περιεχόμενο των με αριθμό 4 και 5 δεν προκύπτει ότι ο αιτών δεν είχε την κατοχή της θαλαμηγού την 26-4-1999. Περαιτέρω ναι μεν από το περιεχόμενο του με αριθμό 1 εγγράφου προκύπτει ότι ο αιτών παρέδωσε στις 28-2-1994 την κατοχή της θαλαμηγού στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρείας BARUTA MARINE ,αλλά συγκρινόμενο τούτο προς το περιεχόμενο των μεταγενεστέρων εγγράφων που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο για να απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό του αιτούντος ότι από 7-9-1993, άλλως από 28-2-1994 δεν κατείχε τη θαλαμηγό ήτοι 1) του ... εγγράφου του ΣΔΟΕ, 2) της από 26-4-1999 πορισματικής αναφοράς του ΣΔΟΕ και 3) της ... καταλογιστικής πράξης του Ε' Τελωνείου ... δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών δεν κατείχε την θαλαμηγό την 26-4-1999 ... . Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ είναι αθώος της πράξεως αυτής για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Μαίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1548,1548α/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή