Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 606 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία.




Περίληψη:
Πλαστογραφία κακουργηματική. Ειδική αιτιολογία. Απόλυτη ακυρότητα. Υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.




Αριθμός 606/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 849/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 413/29.08.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 848/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή διά πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την έλλειψη νομίμου βάσεως, την απόλυτη ακυρότητα και την υπέρβαση εξουσίας.
Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του αρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεκτίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Επίσης, η διενέργεια ή μη περαιτέρω συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο. Η παράλειψη του συμβουλίου να διατάξη περαιτέρω ανάκριση που ζητεί ο κατηγορούμενος δεν παρέχει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ., ούτε συνιστά αυτή μόνη έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως, ως προεξετέθη, η κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο (ΑΠ 2435/2003). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 171 § 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., ακυρότητα λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσση την εμφάνιση τους ενώπιον του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απόρριψη την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Μόνον δε όταν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αρνηθή αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, γεννάται απόλυτη ακυρότητα και δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1399/2003, ΑΠ 576/2003), καθώς και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδρύουσα τον κατά το ίδιο άρθρο, στοιχ. δ', αναιρετικό λόγο, εφ'όσον απορριφθή η ανωτέρω αίτηση χωρίς επαρκή αιτιολογία (βλ. ΑΠ 1567/2002). Τέλος, κατά μεν το άρθρο 216 § § 1,3 Π.Κ. ο καταρτίζων πλαστό ή νοθεύων έγγραφο με σκοπό να παραπλανήση με την χρήση του άλλον περί γεγονότος δυναμένου να έχη έννομες συνέπειες, εφ'όσον διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και το συνολικό όφελος η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ. κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/408), ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Ψ, κατά το έτος 1985, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Βαri της Ιταλίας, αλλά λόγω αδυναμίας του να τις περατώσει και να λάβει το αντίστοιχο πτυχίο, κατά το έτος 1995, επέστρεψε στην Ελλάδα και μετά το τέλος των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος στο φαρμακείο που διατηρούσε ο πατέρας του Α, στη ..... . Αναφέρει λοιπόν στην έγκλησή του, ότι κατά την άνοιξη του έτους 2000, ο φίλος του Β τον πληροφόρησε ότι υπάρχει δυνατότητα να αναγνωριστούν οι μέχρι τότε σπουδές του στην Ιταλία και να πάρει το πτυχίο του φαρμακοποιού, εάν απευθυνθεί στον εκκαλούντα Χ, ο οποίος διατηρεί ιδιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο, με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΚΛΟΤΡΟ" στη Λ. ....., επί των οδών ..... και ....., αλλά και δύο παραρτήματα στη ..... και στην ..... . Σύμφωνα δε με το διαφημιστικό φυλλάδιο, ο εν λόγω εκπαιδευτικός όμιλος επιμελείται σπουδών στο εξωτερικό σε διάφορους κλάδους ( πχ θετική κατεύθυνση, ιατρικοί και βιολογικοί κλάδοι, θεωρητική κατεύθυνση κλπ). Πράγματι ο μηνυτής, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, κατά τον μήνα Απρίλιο του 2000 μετέβη στο ανωτέρω φροντιστήριο και συνάντησε τον εκκαλούντα στον οποίο εξέθεσε το πρόβλημά του και ειδικότερα την προοπτική να πάρει μεταγραφή από το Πανεπιστήμιο του Bari της Ιταλίας, σε κάποια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, ώστε να ολοκληρώσει εκεί τις σπουδές του και με την απόκτηση ενός νόμιμου πτυχίου της Φαρμακευτικής, να συνεχίσει να εργάζεται ως φαρμακοποιός στη γενέτειρά του τη ..... . Μετά από αυτό ο εκκαλών τον διαβεβαίωσε ότι λόγω των γνωριμιών του και των ιδιαιτέρων σχέσεων του με στελέχη του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, μπορούσε να τον βοηθήσει να ολοκληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα σπουδών του στη φαρμακευτική, με την αναγνώριση των μαθημάτων, των εργαστηρίων και του όλου προγράμματος φοίτησης, που είχε αυτός παρακολουθήσει στο Ιταλικό Πανεπιστήμιο, χωρίς να πάρει πτυχίο, από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας και στη συνέχεια ότι μπορούσε να του προμηθεύσει το αντίστοιχο νόμιμο πτυχίο φαρμακευτικής από την αντίστοιχη σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, χωρίς να φοιτήσει σε αυτό, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι οι εν λόγω ενέργειές του αποτιμώνται στο χρηματικό ποσό των 45.000 $. Δηλαδή, ότι με το χρηματικό αυτό ποσό θα του εξασφάλιζε πτυχίο, master's, σφραγίδα από το Υπουργείο Παιδείας της χώρας, από το Πανεπιστήμιο, από το Ελληνικό Προξενείο και σφραγίδα της Χάγης, παραδίδοντάς του μάλιστα και δύο χειρόγραφα χαρτιά, όπου στο ένα ανέφερε τους τίτλους που θα αποκτήσει αυτός, ενώ στο δεύτερο ανέλυε σε τι συνίστατο το παραπάνω συνολικό ποσό, που ζήτησε. Στη συνέχεια ο μηνυτής πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου- εκκαλούντος ότι έτσι έχουν τα πράγματα, παρέδωσε στον τελευταίο δύο επιταγές, και συγκεκριμένα μία της Τράπεζας Εργασίας, με ημερομηνία έκδοσης την 5/6/2000, ποσού 3.651.000 δρχ., η οποία εξοφλήθηκε στις 7/6/2000 και μία άλλη της Τράπεζας Πίστεως, με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης την 4/8/2000, ποσού 12.925.000 δρχ, εξοφληθείσα την 7/8/2000.
Μετά την παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα στις 7-8-2000, ο εκκαλών παρέδωσε στον μηνυτή τους ακόλουθους έγγραφους τίτλους: 1) ένα πτυχίο, με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC , αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε: << Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Ιατρικό Πανεπιστήμιο Σόφιας, Πτυχίο Ανωτάτης Εκπαίδευσης, Φαρμακευτική Σχολή. Βαθμίδα Εκπαίδευσης-Εξειδίκευσης MASTER του Ψ. Σειρά MYC. Αριθμ...... (Φωτογραφία κατόχου. Σφραγίδα ΑΕΙ). Ο κάτοχος του παρόντος πτυχίου Ψ, γεννημένος την ..... στην Αθήνα Ελλάδος, Έλληνας υπήκοος, ολοκλήρωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών στη Φαρμακευτική Σχολή, με μέσο όρο βαθμολογίας κατά τη διάρκεια της φοίτησης " Λ. Καλώς" 4,60 και μέσο όρο βαθμολογίας πτυχιακών εξετάσεων "Λ. Καλώς" 5,00 (βαθμός υποστήριξης διπλωματικής εργασίας). Με το πρωτόκολλο αριθμ. ..... της Εξεταστικής Επιτροπής Πτυχιακών Εξετάσεων αποκτά την επαγγελματική εξειδίκευση και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του Φαρμακοποιού MASTER>>. Στο ανωτέρω έγγραφο υπήρχαν οι υπογραφές του Κοσμήτορος και του Πρύτανη του Πανεπιστημίου, καθώς και η σφραγίδα του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Σόφιας και 2) ένα έγγραφο-προσάρτημα στο πτυχίο με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC , αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε ότι ο Ψ, αριθμ. μητρώου σχολής ....., περάτωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών της φαρμακευτικής και έδωσε εξετάσεις, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα περιλαμβάνοντας τα μαθήματα με τις σχετικές βαθμολογίες, ως και ότι ο Ψ αποκτά τον εκπαιδευτικό τίτλο MASTER και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΥ. Ο μηνυτής, έχοντας στην κατοχή του τα ως άνω έγγραφα (τα οποία θεωρούσε ως απολύτως νόμιμα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του κατηγ/νου), κατέθεσε στο Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ (Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της Αλλοδαπής) τις υπ'αριθμ. ..... και ..... αιτήσεις του, με τις οποίες ζητούσε την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του τίτλου σπουδών του, δηλαδή του πτυχίου φαρμακευτικής από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας Βουλγαρίας, ως προς την Φαρμακευτική, καθώς και βεβαίωση αντιστοιχίας βαθμού του τίτλου σπουδών φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Σόφιας, ως προς την βαθμολογική κλίμακα των Ελληνικών A.E.I, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 του Ν. 2527/97 και του άρθρου 20 του Ν. 2738/99. Μαζί δε με τις εν λόγω αιτήσεις του, κατέθεσε το πτυχίο και το προσάρτημα με τις βαθμολογίες του, καθώς και την από 31-8-2000 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε την γνησιότητα των πιστοποιητικών και ότι ο τόπος που διεξήγαγε όλες τις σπουδές του είναι η Σόφια της Βουλγαρίας . Πλην όμως, η Προϊσταμένη του Τμήματος ισοτιμίας τίτλων του ΔΙΚΑΤΣΑ Γ, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπίστωσε ότι το όνομα του μηνυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στο κατάλογο των πτυχιούχων, που είχε αποστείλει το ανωτέρω Πανεπιστήμιο της Σόφιας και έτσι με το υπ' υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ προς το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο ζητήθηκε να γίνει από αυτό η επιβεβαίωση των εν λόγω σπουδών. Το Πανεπιστήμιο της Σόφιας, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... επιστολή του, ανταπάντησε ότι ο Ψ ουδέποτε υπήρξε φοιτητής στη Φαρμακευτική Σχολή και ότι δεν του έχουν απονείμει τίτλο. Εν συνεχεία, το Συμβούλιο Εφετών δέχεται, ότι από το επισυναφθέν διαφημιστικό φυλλάδιο του εκπαιδευτικού ομίλου που διατηρεί ο κατηγορούμενος, προκύπτει η άμεση διασύνδεση αυτού με τα Πανεπιστήμια της Βουλγαρίας, αποκλειστικά για τις ιατρικές και φαρμακευτικές σχολές, στοιχείο που αποδεικνύει τη γνώση του και την εμπειρία του για όλες τις παραμέτρους έκδοσης ενός πτυχίου φαρμακευτικής και της διασυνδέσεις του με τους κατάλληλους προς τούτο ανθρώπους, καθώς και τη δυνατότητα αυτού να γνωρίζει εκ προτέρων τα εξωτερικά στοιχεία που πρέπει να φέρουν οι τίτλοι αυτοί, ώστε να επιτευχθεί η παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων για την γνησιότητά τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ημερομηνία 16-11-1999 που φέρουν οι ένδικοι τίτλοι σπουδών. Ακολούθως δε, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, έκρινε αβασίμους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου, ότι δεν έχει διαπράξει την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε τούτο, δεχόμενο ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθή επ'ακροατηρίω κατηγορία κατ'αυτού. Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι δεν είναι αναγκαία η ενώπιόν του αυτοπρόσωπη εμφάνιση του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, διότι με το απολογητικό υπόμνημά του ενώπιον του ανακριτού και την έφεσή του ανέλυσε επαρκώς τις απόψεις του, ώστε να μη είναι αναγκαία οιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση, και έτσι απέρριψε το αίτημα αυτού, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στην απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβούλιο Εφετών και, επομένως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν συντρέχει ούτε περίπτωση απολύτου ακυρότητος, εκ της απορρίψεως του εν λόγω αιτήματος. Εξ άλλου, διά της ως άνω παραπομπής του αναιρεσείοντος εις δίκη, το Συμβούλιο Εφετών δεν υπέπεσε στην Πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Τις δε εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου και έτσι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, ελήφθησαν υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, το δε σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως, στην οποία επιτρεπτώς αναφέρεται το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, δεν αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου. Επίσης, η αιτίαση περί μη υπάρξεως ουσιαστικής δευτεροβαθμίου κρίσεως είναι αβάσιμη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται στην ως άνω εισαγγελική πρόταση, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό και δεν γίνεται απλή αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα ή στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο) πρόταση του Εισαγγελέως (βλ. ΑΠ 1608/2001). Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α', β', δ', στ' ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ η αιτίαση περί απορρίψεως αιτήματος διενεργείας περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, χωρίς αιτιολογία, πρέπει να απορριφθή, κατά τα προεκτιθέμενα, ως απαράδεκτη (ΑΠ 2735/2003). Αλλά και οι λοιπές αιτιάσεις, διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω
Να απορριφθή η από 24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ....., κατά του υπ'αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 10 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (αρ. 316 παρ. 2) "το Συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνηση ... Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατ' αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με δικές του σκέψεις απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου, για αυτοπρόσωπη ενώπιον εκείνου εμφάνιση, με την αιτιολογία, η οποία είναι ειδική και επαρκής, ότι με το από 15-6-2006 απολογητικό υπόμνημα ενώπιον του ανακριτή και την έφεση του έχει αρκούντως εκθέσει τις απόψεις του, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνηση.
Συνεπώς οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' και στ' λόγοι της αιτήσεως, κατά τους οποίους το Συμβούλιο, με αιτιολογία γενική και αόριστη, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος, που είχε διατυπώσει στην έκθεση εφέσεώς του, για αυτοπρόσωπη ενώπιον του εμφάνιση, στη συνέχεια δε υπερέβη και την εξουσία του, αφού, δίχως προηγουμένως να διατάξει αυτήν, τον παρέπεμψε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι.
Κατά μεν το άρθρο 216 §§ 1, 3 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εφόσον διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται ακόμη και εξολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών, θα ήταν άσκοπη και περιττή. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα αρκεί ο προσδιορισμός του είδους αυτών και δεν απαιτείται να γίνεται στο βούλευμα αναλυτική παράθεση τούτων και να αναφέρεται ποια πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το καθένα. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα. Δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη η διενέργεια ή μη περαιτέρω συμπληρωματικής ανάκρισης απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Η παράλειψη του συμβουλίου να διατάξει περαιτέρω ανάκριση που ζητεί ο κατηγορούμενος δεν παρέχει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, ούτε συνιστά αυτή μόνη έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως, όπως εκτέθηκε παραπάνω, η κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία του παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο. Τέλος περίπτωση "εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης", που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο με αριθμό 292/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπως διορθώθηκε με το 562/2008 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου, απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 21-6-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του με αριθμό 848/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του βουλεύματος, το παραπάνω Συμβούλιο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα παρακάτω: Ο μηνυτής Ψ, κατά το έτος 1985, ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Βαri της Ιταλίας, αλλά λόγω αδυναμίας του να τις περατώσει και να λάβει το αντίστοιχο πτυχίο, κατά το έτος 1995, επέστρεψε στην Ελλάδα και μετά το τέλος των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος στο φαρμακείο που διατηρούσε ο πατέρας του Α, στη ..... . Αναφέρει λοιπόν στην έγκλησή του, ότι κατά την άνοιξη του έτους 2000, ο φίλος του Β τον πληροφόρησε ότι υπάρχει δυνατότητα να αναγνωρισθούν οι μέχρι τότε σπουδές του στην Ιταλία και να πάρει το πτυχίο του φαρμακοποιού, εάν απευθυνθεί στον εκκαλούντα Χ, ο οποίος διατηρεί ιδιωτικό εκπαιδευτικό κέντρο, με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΚΛΟΤΡΟ" στη Λ. ....., επί των οδών ..... και ....., αλλά και δύο παραρτήματα στη ..... και στην ..... . Σύμφωνα δε με το διαφημιστικό φυλλάδιο, ο εν λόγω εκπαιδευτικός όμιλος επιμελείται σπουδών στο εξωτερικό σε διάφορους κλάδους (πχ θετική κατεύθυνση, ιατρικοί και βιολογικοί κλάδοι, θεωρητική κατεύθυνση κλπ). Πράγματι ο μηνυτής, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, κατά τον μήνα Απρίλιο του 2000 μετέβη στο ανωτέρω φροντιστήριο και συνάντησε τον εκκαλούντα στον οποίο εξέθεσε το πρόβλημά του και ειδικότερα την προοπτική να πάρει μεταγραφή από το Πανεπιστήμιο του Bari της Ιταλίας, σε κάποια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης, ώστε να ολοκληρώσει εκεί τις σπουδές του και με την απόκτηση ενός νόμιμου πτυχίου της Φαρμακευτικής, να συνεχίσει να εργάζεται ως φαρμακοποιός στη γενέτειρά του τη ..... . Μετά από αυτό ο εκκαλών τον διαβεβαίωσε ότι λόγω των γνωριμιών του και των ιδιαιτέρων σχέσεών του με στελέχη του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, μπορούσε να τον βοηθήσει να ολοκληρώσει επιτυχώς το πρόγραμμα σπουδών του στη φαρμακευτική, με την αναγνώριση των μαθημάτων, των εργαστηρίων και του όλου προγράμματος φοίτησης, που είχε αυτός παρακολουθήσει στο Ιταλικό Πανεπιστήμιο, χωρίς να πάρει πτυχίο, από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας και στη συνέχεια ότι μπορούσε να του προμηθεύσει το αντίστοιχο νόμιμο πτυχίο φαρμακευτικής από την αντίστοιχη σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, χωρίς να φοιτήσει σε αυτό, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι οι εν λόγω ενέργειές του αποτιμώνται στο χρηματικό ποσό των 45.000 $. Δηλαδή, ότι με το χρηματικό αυτό ποσό θα του εξασφάλιζε πτυχίο, master's, σφραγίδα από το Υπουργείο Παιδείας της χώρας, από το Πανεπιστήμιο, από το Ελληνικό Προξενείο και σφραγίδα της Χάγης, παραδίδοντάς του μάλιστα και δύο χειρόγραφα χαρτιά, όπου στο ένα ανέφερε τους τίτλους που θα αποκτήσει αυτός, ενώ στο δεύτερο ανέλυε σε τι συνίστατο το παραπάνω συνολικό ποσό, που ζήτησε. Στη συνέχεια ο μηνυτής πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου- εκκαλούντος ότι έτσι έχουν τα πράγματα, παρέδωσε στον τελευταίο δύο επιταγές, και συγκεκριμένα μία της Τράπεζας Εργασίας, με ημερομηνία έκδοσης την 5/6/2000, ποσού 3.651.000 δρχ., η οποία εξοφλήθηκε στις 7/6/2000 και μία άλλη της Τράπεζας Πίστεως, με αριθμό ....., με ημερομηνία έκδοσης την 4/8/2000, ποσού 12.925.000 δρχ., εξοφληθείσα την 7/8/2000. Μετά την παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα στις 7-8-2000, ο εκκαλών παρέδωσε στον μηνυτή τους ακόλουθους έγγραφους τίτλους: 1) ένα πτυχίο, με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC , αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε: "Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Ιατρικό Πανεπιστήμιο Σόφιας, Πτυχίο Ανωτάτης Εκπαίδευσης, Φαρμακευτική Σχολή. Βαθμίδα Εκπαίδευσης-Εξειδίκευσης MASTER του Ψ. Σειρά MYC. Αριθμ. ..... (Φωτογραφία κατόχου, Σφραγίδα ΑΕΙ). Ο κάτοχος του παρόντος πτυχίου Ψ, γεννημένος την 1-4-1966 στην Αθήνα Ελλάδος, Έλληνας υπήκοος, ολοκλήρωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών στη Φαρμακευτική Σχολή, με μέσο όρο βαθμολογίας κατά τη διάρκεια της φοίτησης "Λ. Καλώς" 4,60 και μέσο όρο βαθμολογίας πτυχιακών εξετάσεων "Λ. Καλώς" 5,00 (βαθμός υποστήριξης διπλωματικής εργασίας). Με το πρωτόκολλο αριθμ. ..... της Εξεταστικής Επιτροπής Πτυχιακών Εξετάσεων αποκτά την επαγγελματική εξειδίκευση και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του Φαρμακοποιού MASTER". Στο ανωτέρω έγγραφο υπήρχαν οι υπογραφές του Κοσμήτορος και του Πρύτανη του Πανεπιστημίου, καθώς και η σφραγίδα του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Σόφιας και 2) ένα έγγραφο-προσάρτημα στο πτυχίο με αριθμό καταχώρησης ..... σειρά MYC, αριθμό ..... και αριθμό μητρώου σχολής ..... της φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου της Σόφιας Βουλγαρίας, όπου ανέγραφε: "Προσάρτημα στο πτυχίο σειρά ΜYC αριθμ. ....., ο Ψ, αριθμ. μητρώου σχολής ....., περάτωσε τον πενταετή κύκλο σπουδών της φαρμακευτικής και έδωσε εξετάσεις, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα, στα ακόλουθα μαθήματα: ΜΑΘΗΜΑΤΑΩΡΕΣΠΑΡΑΔ.
ΑΣΚΗΣΕΙΣΒΑΘΜΟΣΑνώτερα Μαθηματικά3045Λ. Καλώς 5Βιολογία6045Άριστα 6Ανόργανη Χημεία60105Μετρίως 3 Φυσική και Βιοφυσική6090Λ. Καλώς 5Εφαρμοσμένα Μαθηματικά1530Λ. Καλώς 5Βουλγαρική Γλώσσα1200Άριστα 6Λατινική Γλώσσα-60Μετρίως 3Φυσική αγωγή0120Καλώς 4Φυσιολογία του ανθρώπου6060 Καλώς 4Ανατομία του ανθρώπου3015Λ. Καλώς 5Αναλυτική Χημεία60180Καλώς 4Οργανική Χημεία60180Καλώς 4Μικροβιολογία6060Λ. Καλώς 5Φυσικοχημεία60120Καλώς 4Φαρμακευτική βοτανική6090Μετρίως 3Φαρμακευτική Χημεία90135Καλώς 4Βιοχημεία και κλινική χημεία4590Λ. Καλώς 5Φαρμακογνωσία60150Καλώς 4Τεχνολογία φαρμάκων 1ο μέρος60150Άριστα 6Κλινική ιατρική και φαρμακοθεραπεία6060Καλώς 4Φαρμακολογία60120Καλώς 4Οργάνωση και οικονομικάφαρμακευτικής παραγωγής6090Άριστα 6Παθοανατομία και παθοφυσιολογία 3030Καλώς 4Υγιεινή και οικολογία3015Μετρίως 3Διεργασίες και μηχανήματα4545Άριστα 6Καλλυντικά3060Καλώς 4Βρωματολογία (διαιτολογία)6060Λ. Καλώς 5Τεχνολογία φαρμάκων Ι/μέρος60165Καλώς 4Φαρμακευτική ανάλυση60165Λ. Καλώς 5Τοξικολογία3060Καλώς 4Χημικοφαρμακευτική τεχνολογία45105Άριστα 6Οργάνωση και οικονομικά φαρμακείου6090Άριστα 6Τεχνολογία φαρμάκων
ΙΙ/μέρος3090Λ. Καλώς 5Βιοτεχνολογία3060Καλώς 4Σύγχρονες απαιτήσεις της παραγωγήςφαρμάκων3060Άριστα 6 Μέσος όρος βαθμολογίας Λ. Καλώς: 4,60ΔΙΕΝΕΡΓΗΘΕΙΣΕΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΕΣΠΡΑΚΤΙΚΕΣΩΡΕΣ(σε ημέρες) ΒΑΘΜΟΣ1. Β' εξάμηνο24κατοχυρωμένη2. Δ' εξάμηνο24κατοχυρωμένη3. Στ' εξάμηνο24κατοχυρωμένη4. Η' εξάμηνο24κατοχυρωμένηΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΦΟΙΤΗΣΗΣ: Λ. Καλώς 4,60ΠΡΟΠΤΥΧΙΑΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΞΑΣΚΗΣΗΔΙΑΡΚΕΙΑ(σε ημέρες)ΒΑΘΜΟΣ ΠΤΥΧΙΑΚΩΝΕΞΕΤΑΣΕΩΝ1. Κλινική ιατρική39Λ. Καλώς 52. Φαρμακοθεραπεία20Λ. Καλώς 53. Ιατρική τεχνική39Λ. Καλώς 5ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ: Λ. ΚΑΛΩΣ 5.00
Ο Ψ αποκτά τον εκπαιδευτικό τίτλο MASTER και την ικανότητα ασκήσεως επαγγέλματος του ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΥ. Ο μηνυτής, έχοντας στην κατοχή του τα ως άνω έγγραφα τα οποία θεωρούσε ως απολύτως νόμιμα, (σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου), κατέθεσε στο Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ (Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της Αλλοδαπής) τις υπ'αριθμ. ..... και ..... αιτήσεις του, με τις οποίες ζητούσε την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του τίτλου σπουδών του, δηλαδή του πτυχίου φαρμακευτικής από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας Βουλγαρίας, ως προς την Φαρμακευτική, καθώς και βεβαίωση αντιστοιχίας βαθμού του τίτλου σπουδών φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Σόφιας, ως προς την βαθμολογική κλίμακα των Ελληνικών A.E.I, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 του Ν. 2527/97 και του άρθρου 20 του Ν. 2738/99. Μαζί δε με τις εν λόγω αιτήσεις του, κατέθεσε το πτυχίο και το προσάρτημα με τις βαθμολογίες του, καθώς και την από 31-8-2000 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε την γνησιότητα πιστ/κών και ότι ο τόπος που διεξήγαγε όλες τις σπουδές του είναι η Σόφια της Βουλγαρίας. Πλην όμως, η Προϊσταμένη του Τμήματος ισοτιμίας τίτλων του ΔΙΚΑΤΣΑ Γ, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπίστωσε ότι το όνομα του μηνυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στο κατάλογο των πτυχιούχων, που είχε αποστείλει το ανωτέρω Πανεπιστήμιο της Σόφιας και έτσι με το υπ' υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ προς το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο ζητήθηκε να γίνει από αυτό η επιβεβαίωση των εν λόγω σπουδών. Το Πανεπιστήμιο της Σόφιας, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... επιστολή του, ανταπάντησε ότι ο Ψ ουδέποτε υπήρξε φοιτητής στη Φαρμακευτική Σχολή και ότι δεν του έχουν απονείμει τίτλο. Εξάλλου στη δικογραφία έχουν επισυναφθεί τα ακόλουθα έγγραφα: 1) οι υπό έρευνα τίτλοι (πτυχίο - προσάρτημα), 2) η από 31-8-2000 υπεύθυνη δήλωση του μηνυτή προς το ΔΙΚΑΤΣΑ στην οποία δηλώνει ότι τα υποβληθέντα πιστοποιητικά είναι γνήσια και ότι ο τόπος που διεξήγαγε όλες τις σπουδές του είναι η Σόφια της Βουλγαρίας, 3) οι από 4-9-2000 αιτήσεις του μηνυτή προς το ΔΙΚΑΤΣΑ, 4) το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ προς τη Σχολή Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Ιατρικής στη Σόφια (στην αγγλική γλώσσα και σε επίσημη ελληνική μετάφραση) και η υπ' αριθμ. ..... απαντητική επιστολή του εν λόγω Πανεπιστημίου (ομοίως, στην αγγλική γλώσσα και σε επίσημη ελληνική μετάφραση), 5) η από 11-12-2001 ένορκη κατάθεση της προϊσταμένης του Τμήματος Ισοτιμίας τίτλων του ΔΙΚΑΤΣΑ Γ, 6) το υπ' αριθ. ..... πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ, κατά το οποίο ελήφθη η απόφαση να μηνυθεί ο νυν μηνυτής για πλαστογραφία με χρήση των επίδικων τίτλων, 7) η από 21-11-01 σχετική μήνυση του Προέδρου του Δ.Σ. του ΔΙΚΑΤΣΑ σε βάρος του τελευταίου, 8) τα υπ' αριθμ. 7242/7-3-2005 πρακτικά και απόφαση του Στ' Τριμελούς Πλημ/κών Αθηνών, που επέβαλε στον μηνυτή την συνολική ποινή φυλάκισης των δύο (2) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και πιστοποιητικού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, αλλά και αυτής της παράβασης των άρθρων 8 και 22 του Ν. 1599/86 και 9) ένα διαφημιστικό φυλλάδιο του εκπαιδευτικού ομίλου ΚΥΚΛΟΤΡΟ, ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, με το οποίο διαφημίζονται οι πανεπιστημιακές σπουδές κυρίως στην Αγγλία και σε κάποιο σημείο του φυλλαδίου αναφέρεται ότι ο όμιλος αυτός παρέχει τις απαραίτητες υπηρεσίες εγγραφής σε Πανεπιστήμια της Βουλγαρίας, για την φαρμακευτική επιστήμη, με εκπαίδευση στην εν λόγω επιστήμη. Παρά ταύτα ο εκκαλών διατείνεται, ότι τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα δεν πλαστογραφήθηκαν από αυτόν, αλλά από τον ίδιο τον μηνυτή ή από άλλο πρόσωπο, που ενήργησε κατ' εντολή του, πλέον συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο μηνυτής τον επισκέφθηκε πράγματι στο φροντιστήριό του, ζητώντας του να τον βοηθήσει να μετεγγραφεί σε κάποιο Πανεπιστήμιο Ανατολικής Χώρας επειδή είχε ακούσει ότι εκεί οι εξετάσεις ήταν ευκολότερες. Εξήγησε τότε στον μηνυτή τον νόμιμο τρόπο, που θα ακολουθήσει και συγκεκριμένα ότι θα έπρεπε να σταλούν από το φροντιστήριό του, στην Βουλγαρία, όλα τα έγγραφα που κατείχε μέχρι τότε από την Ιταλία, να μεταφραστούν αυτά στο μεταφραστικό κέντρο Λοζάνοβα στη Σόφια, να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο ως φοιτητής να καταβληθούν τα δίδακτρα και αφού ερευνηθούν οι τίτλοι από καθηγητές του Πανεπιστημίου της Σόφιας, θα του ορίζονταν τα μαθήματα, τα οποία θα έπρεπε να εξεταστεί, μετά την ισοτιμία και την αναγνώριση των μαθημάτων, που είχε ήδη περατώσει στην Ιταλία. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από την εξέταση στην οποία προέβη ο ίδιος, των αποδεικτικών σπουδών του μηνυτή στην Ιταλία, διαπίστωσε ότι στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι της Ιταλίας, χρωστούσε μαθήματα και εργαστήρια και επειδή τα εν λόγω μαθήματα, σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο της Σόφιας, ήταν κατανεμημένα σε όλα τα έτη σπουδών, θα έπρεπε, για να έχει δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις των μαθημάτων, να πληρωθούν τα δίδακτρα και των πέντε (5) ετών, ενώ θα έμενε σε εκκρεμότητα μόνο η πτυχιακή εργασία. Για τα ανωτέρω οικονομικά θέματα του παρέδωσε ένα πρόχειρο σημείωμα ανάλυσης του καταβλητέου συνολικού ποσού, δηλαδή στο σημείωμα αυτό ο εκκαλών διατείνεται ότι κατέγραψε το ποσό θα του στοιχίσουν τα 5 έτη σπουδών (5 Χ 5.000 = 25.000 δρχ.), ποσό θα του στοιχίζει το Ινστιτούτο Γλώσσας (2.000 δρχ.) και ποσό θα του στοιχίσει καθένα από τα μαθήματα που επρόκειτο να εξετασθεί (μαθήματα 8 Χ 2.000 - 16.000 δρχ.). Ότι περί τα μέσα Αυγούστου του 2000 ο μηνυτής του ζήτησε να διακόψουν τη συνεργασία τους, γιατί είχε βρει φθηνότερη διαδικασία, ζητώντας του παράλληλα να του επιστρέψει τα καταβληθέντα χρήματα σε δολλάρια, πράγμα που έγινε στις 21-8-00 με την παρουσία του μάρτυρα υπεράσπισης ΣΤ, ότι δεν σκέφθηκε να πάρει απόδειξη από τον μηνυτή, που θα αποδεικνύει την επιστροφή των ως άνω χρημάτων, διότι το θεώρησε απολύτως φυσιολογικό να του επιστρέψει τα χρήματα, αφού δεν προχώρησε η συμφωνία που είχαν κάνει και ότι μετά από δύο μήνες περίπου τον επισκέφθηκε εκ νέου ο μηνυτής στο φροντιστήριό του και του ζήτησε πληροφορίες για τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, που πρέπει να έχει το γνήσιο πτυχίο της Σόφιας. Έτσι παρά το γεγονός ότι δεν του είπε ο μηνυτής τους λόγους για τους οποίους τα θέλει του έδωσε γραπτώς όλα τα ζητούμενα χαρακτηριστικά. Τέλος υποστηρίζει ότι η εναντίον του μήνυση είναι προσπάθεια του μηνυτή να ελαφρύνει τη θέση του, μεταθέτοντας αλλού τις ευθύνες, κυρίως ενόψει της τότε ποινικής δίκης που είχε στο Τριμελές Πλημ/κείο για την ίδια υπόθεση. Παρά ταύτα από το επισυναφθέν διαφημιστικό φυλλάδιο του εκπαιδευτικού ομίλου που διατηρεί ο κατηγορούμενος, προκύπτει η άμεση διασύνδεση αυτού με τα Πανεπιστήμια της Βουλγαρίας, αποκλειστικά για τις ιατρικές και φαρμακευτικές σχολές, στοιχείο που αποδεικνύει τη γνώση του και την εμπειρία του για όλες τις παραμέτρους έκδοσης ενός πτυχίου φαρμακευτικές και τις διασυνδέσεις του με τους κατάλληλους προς τούτο ανθρώπους, καθώς και τη δυνατότητα αυτού να γνωρίζει εκ προτέρων τα εξωτερικά στοιχεία που πρέπει να φέρουν οι τίτλοι αυτοί, ώστε να επιτευχθεί η παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων για την γνησιότητά τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ημερομηνία 16-11-1999 που φέρουν οι ένδικοι τίτλοι σπουδών, τους ιδίους ως άνω ισχυρισμούς εκθέτει ο εκκαλών και στην έκθεση εφέσεώς του ζητώντας ή την συμπλήρωση της διαταχθείσης κυρίας ανακρίσεως προκειμένου να εξετασθούν ενδεικτικώς οι φοιτητές Δ και Ε, σχετικά με το γεγονός εάν είχαν προηγουμένως υπογράψει με τον ίδιο κάποιο συμφωνητικό σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας κλπ ή την εξαφάνιση του εκκαλουμένου βουλεύματος. Τέλος ζητάει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, κατ' άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ προκειμένου ο ίδιος μεν να παράσχει διευκρινήσεις σχετικώς με την ουσία της υπόθεσης και τη βασιμότητα της εφέσεώς του ο δε συνήγορός του να προβεί στην προφορική ανάπτυξη αυτής. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι δεν έχει δηλαδή διαπράξει το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ, είναι κατά την άποψή μας αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον ο μηνυτής ήταν αδύνατο να γνωρίζει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα γνήσιο πτυχίο του Πανεπιστημίου της Σόφιας.
Συνεπώς η κρινόμενη έφεση πρέπει ν'απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν πλήρως, ως δέχθηκε ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, το Συμβούλιο κατέληξε σε παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού επιτρεπτά αναφερόμενο, εξ' ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής πρότασης, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδηγούν στην ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του διωκόμενου εγκλήματος και επομένως την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, καθώς και τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και επίσης τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ' και 216 §§ 1, 3 του ΠΚ και τις οποίες εφάρμοσε το Συμβούλιο και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, το δε σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως, στην οποία επιτρεπτώς αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το βούλευμα, δεν αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου. Η αιτίαση περί μη υπάρξεως ουσιαστικής δευτεροβαθμίου κρίσεως είναι αβάσιμη, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται στην παραπάνω πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό και δεν γίνεται απλή αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα ή στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο) πρόταση του Εισαγγελέως. Εξάλλου η αιτίαση που αναφέρεται στην απόρριψη του αιτήματος διενέργειας περαιτέρω ανάκρισης, όπως και οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', και δ', λόγοι της αναίρεσης, που αναφέρονται σε πλημμέλειες του βουλεύματος, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, προς έρευνα, άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 292/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή