Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2299 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Αγορά, κατοχή και πώληση από κοινού με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη ως προς ορισμένους από τους συναυτουργούς, αναιτιολόγητη για τις επιβαρυντικές περιστάσεις ως προς ορισμένους άλλους. Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικών αρ. 84 παρ. 2 α΄ και ε΄ ΠΚ. Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφου αναγνωσθέντος αλλά μη επαρκώς προσδιοριζομένου κατά ταυτότητα και παράβαση της δημοσιότητας της διαδικασίας για τον ίδιο λόγο. Δεν επήλθαν στη συγκεκριμένη περίπτωση γιατί ο προσδιορισμός των κρισίμων εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους. Αναιρεί εν μέρει και μόνον για ορισμένους εκ των συναυτουργών.




Αριθμός 2299/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργίου, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, 3. Χ3, που δεν παρέστη, 4. Χ4, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο και 5. Χ5, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 449,451,460, 469/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ6, 2. Χ7, 3. Χ8 και 4. Χ9.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Φεβρουαρίου 2007 πέντε χωριστές αιτήσεις τους καθώς και στα από 1 Οκτωβρίου 2007 τρία χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων του δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου εκ των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 301/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι αιτήσεις αναίρεσης των πρώτου και τετάρτου εκ αναιρεσειόντων, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του τρίτου αναιρεσείοντος και να απορριφθούν οι αιτήσεις των υπολοίπων δύο αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθμ. 449, 451, 460, 469/2006), οι υπό κρίση πέντε αιτήσεις αναιρέσεως, από 9-2-2007, των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5, αντιστοίχως, όπως αυτές των δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου εκ των ανωτέρω αναιρεσειόντων έχουν διαμορφωθεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, δια των από 1-10-2007 τριών δικογράφων, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 29 Μαρτίου 2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ....., γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου, αρμοδίου για τη συγκεκριμένη επίδοση κατά το άρθρο 155 παρ.3 ΚΠοινΔ, ο κρατούμενος στην εν λόγω φυλακή αναιρεσείων Χ3 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Εφόσον, επομένως, δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει η ως άνω αίτησή του να απορριφθεί και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ηρωΐνη, η ινδική κάνναβη και η κοκαΐνη (άρθρο 1 παρ.2 πιν. Α' αριθ. 5 και 6 και πιν. Β' αριθ.3 του ως άνω Κώδικα). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώνονται αντικειμενικώς η μεν αγορά και πώληση με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοσή τους προς αυτόν, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, η δε κατοχή με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να το διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόστασή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 23 του ως άνω Κώδικα) με τις σ'αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5,6 και 7 του ιδίου νόμου, αν εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ'αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ.στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. 'Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, διότι, διαφορετικά, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Μόνη η επίκληση της διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση, δεν αρκεί. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται και (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές (υπό ε') πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, ότι, σε σχέση με τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών που αποδίδοντο στους αναιρεσείοντες και για τις οποίες καταδικάσθηκαν, αποδείχθηκαν για τον καθένα τα ακόλουθα: α) Ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων Χ5 και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, αδελφός του, "στο χρονικό διάστημα από τα τέλη του μηνός Αυγούστου 2003 έως 4 Μαΐου 2004, από κοινού ενεργούντες, ήτοι κατόπιν συναποφάσεώς τους και με κοινό δόλο αγόραζαν με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους, έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων, ναρκωτικές ουσίες από τους συγκατηγορούμενούς τους Χ1 και Χ4, οι οποίοι και αυτοί ενεργούσαν από κοινού και μετέβαιναν σε περιοχές της Βόρειας Εύβοιας για να τις διαθέσουν σε τρίτους...Συγκεκριμενα οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ5 στις παρακάτω χρονολογίες, αγόρασαν από τους πιο πάνω αλλοδαπούς, με σκοπό την εμπορία τις αντίστοιχες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι: α) περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2003, ποσότητα 110 γραμμαρίων κοκαΐνης προς 150 ευρώ το γραμμάριο και 80 γραμμάρια ηρωίνης προς 50 ευρώ το γραμμάριο, β) μετά τετραήμερο από της ως άνω χρονολογίας αγόρασαν από τους ίδιους αλβανούς προμηθευτές τους 50 γραμμάρια ηρωίνης και 50 γραμμάρια κοκαΐνης, αντί του ως άνω τιμήματος, γ) μετά παρέλευση τριημέρου οι ως άνω αδελφοί αγόρασαν από τον Χ1 ποσότητες 50 γραμμαρίων ηρωίνης και 50 γραμμάρια κοκαΐνης, αντί της ως άνω τιμής μονάδας. Τις ποσότητες αυτές οι ως άνω κατηγορούμενοι τις κατείχαν με την έννοια ότι μπορούσαν να τις εξουσιάζουν και να τις διαθέτουν κατά τη δική τους βούληση, γνωρίζοντες αναμφισβήτητα την ιδιότητα τους ως ναρκωτικών ουσιών, κυρίως λόγω της πολύχρονης ανάμειξης τους με τις ναρκωτικές ουσίες. Από τις παραπάνω ποσότητες που αυτοί εξουσίαζαν και τις οποίες επιμελώς είχε αποκρύψει ο Χ3 στο σπίτι της μητέρας του, γεγονός το οποίο γνώριζε και ο αδελφός του Χ5, αφού στο σπίτι αυτό συγκεντρωνόντουσαν αρκετοί από τους κατηγορούμενους και όχι μόνο γινόντουσαν εκεί σχετικές συναλλαγές, αλλά και χρήση ναρκωτικών ουσιών, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αυτοί διέθεταν σε τρίτα πρόσωπα, ναρκωτικές ουσίες αντί διαφόρων χρηματικών ανταλλαγμάτων. Σημειώνεται ότι τα ναρκωτικά που επιμελώς είχαν αποκρυβεί στο σπίτι που διέμενε ο Χ3, ανευρέθηκαν μόνο με τη χρήση εξειδικευμένου σκύλου της δίωξης ναρκωτικών.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ5, από τις ποσότητες που κατείχε, διέθετε σε τρίτους έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα πώλησε α) στον Α στο χρονικό διάστημα των ετών 2002-2004 αρκετές φορές χασίς (50) αντί τιμήματος 10.000 δρχ τη φορά. β) στον Β στο διάστημα των ετών 1998 και εφεξής μικροποσότητες ηρωίνης 2-3 φορές την εβδομάδα, αντί τιμήματος 50 ευρώ το γραμμάριο, γ) στον Γ περίπου 10 φορές χασίς στην περίοδο των ετών 1997 -2000, αντί τιμήματος 5000 δρχ, δ) στον Δ μια φορά το μήνα 5 τσιγάρα χασίς αντί 10.000 δρχ και 3-4 φορές ηρωίνη αντί 80 ευρώ το γραμμάριο, ε) στον Ε στο διάστημα των ετών 1994-1996 μικροποσότητες χασίς αντί τιμήματος 5.000 δρχ στ) στον ΣΤ στο διάστημα 1999-2000, 3-4 φορές μικροποσότητες ηρωίνης αντί τιμήματος 40-50 ευρώ το γραμμάριο, ζ) στον Ζ μικροποσότητες χασίς αντί 5000 δρχ τη φορά, η) στον Η στο διάστημα 1997-2001 μικροποσότητες χασίς (5-7 τσιγάρα) αντί τιμήματος 5000 δρχ. θ) στον Θ κατά μήνα Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2002, 3-4 φορές ηρωϊνη αντί τιμήματος 30-40 ευρώ το γραμμάριο. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κυρίως προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ι, Ζ, Ε, ΙΑ, ΙΒ, Δ, Η, Θ, ΙΓ και ΙΔ. Βέβαια ορισμένοι από τους μάρτυρες αναίρεσαν στο ακροατήριο εκείνα τα περιστατικά τα οποία είχαν καταθέσει προανακριτικά, όμως αρκετοί απ'αυτούς όπως οι Θ, ΙΔ, Ι, Ζ, Ε, Δ επιβεβαίωσαν και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, όσα προανακριτικά ή και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχαν καταθέσει. Μάλιστα ο Θ, Ζ, Ι κατέθεσαν ότι αγόρασαν από το Χ5 ναρκωτικές ουσίες, όπως επίσης και ο ΙΔ. Τις πράξεις αυτές οι Χ3 και Χ5 τις τέλεσαν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και με τη μακροχρόνια ενασχόλησή τους με τις ναρκωτικές ουσίες, προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος και ότι από την επανειλημμένη τέλεσή τους, προκύπτει σταθερή ροπή τους για διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους και με περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Τούτο γιατί είχαν οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε με τη χρήση ικανού αριθμού κινητών τηλεφώνων, με τον καθορισμό διαφόρων τόπων συγκέντρωσης κατόπιν προσυνεννόησής τους με τους υποψήφιους αγοραστές-χρήστες, με τη λήψη προστατευτικών μέτρων είτε για τη φύλαξη τους είτε για την αποφυγή εντοπισμού τους και με το μεγάλο κύκλο προσώπων στα οποία διέθεταν τις διάφορες ναρκωτικές ουσίες, με μη αναστρέψιμα αποτελέσματα μια που στο επίδικο χρονικό διάστημα της δράσης των συγκεκριμένων κατηγορουμένων, παρατηρήθηκε έντονη εξάπλωση των ναρκωτικών ουσιών στην περιοχή διαμονής των κατηγορουμένων και από την όλη συμπεριφορά τους, να προκύπτει αντικοινωνικότητα αυτών και σταθερή ροπή στη διάπραξη αντίστοιχων αδικημάτων.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι αυτοί Χ3 και Χ5 πρέπει να κηρυχθούν, ένοχοι των πράξεων της αγοράς ,κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις,...", 2) Ο κατηγορούμενος Χ2 "περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2003 με αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους αγόρασε από τους Αλβανούς συγκατηγορούμενούς του (εννοούνται οι Χ1 και Χ4), άγνωστη ποσότητα κοκαΐνης όπως και ποσότητα της ίδιας ναρκωτικής ουσίας, τουλάχιστον όμως 40 γραμμάριων κοκαΐνης από το Χ3 αντί τιμήματος 120 ευρώ το γραμμάριο. Και σχετικά με την αγορά της ποσότητος των 40 γραμμαρίων κοκαΐνης που αγόρασε από το Χ3, με σαφήνεια ο μάρτυρας Ι, κατέθεσε τόσο στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου, ότι υπήρξε παρών στο σπίτι του Χ3, κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας, καταβάλοντας για το σκοπό αυτό το ποσό των 1000 ευρώ. Από την ποσότητα αυτή, όπως κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας, ο κατηγορούμενος δια μέσου του επίσης χρήστη ναρκωτικών ουσιών ΙΕ, του πώλησε 3-4 φορές από ένα έως πέντε γραμμάρια τη φορά, αντί τιμήματος 120 ευρώ το γραμμάριο. Σύμφωνα, ακόμη, με την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, ο κατηγορούμενος πώλησε ποσότητα κοκαΐνης στους χρήστες ΙΕ, ΙΣΤ και ΙΖ, αντί του ως άνω τιμήματος. Ακόμη και ο μάρτυρας Ε βεβαίωσε ότι είχε αγοράσει από τον ίδιο κατηγορούμενο άγνωστη ποσότητα χασίς αντί τιμήματος 10.000 δραχμών, όπως επίσης είχε πωλήσει στον Α 10 περίπου φορές χασίς αντί 5000 δρχ το τσιγαριλίκι. Περαιτέρω ο μάρτυρας ΙΑ εξεταζόμενος στο δικαστήριο αυτό, κατέθεσε περιστατικά διαφορετικά εκείνων που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δηλαδή είχε ακούσει ότι ο κατηγορούμενος αυτός πουλούσε κοκαΐνη. Η σημερινή του τοποθέτηση και αποστασιοποίησή του εύκολα εξηγείται αφού κατά την κατάθεση του ιδίου, τον πλησίασε η ΙΗ φιλικό πρόσωπο του κατηγορούμενου, προς τον οποίο υπέδειξε να αναιρέσει όσα είχε καταθέσει σε βάρος του. Μάλιστα ο ίδιος αυτός κατηγορούμενος μετά την προσωρινή αποφυλάκισή του, είχε πλησιάσει το μάρτυρα ΙΒ και του υπέδειξε να προσέξει τι να καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γιατί διαφορετικά θα έχει μπερδέματα.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τη συνδρομή όμως των επιβαρυντικών περιστατικών, όπως δέχεται η γνώμη της πλειοψηφίας που την απαρτίζουν οι 4 ένορκοι". 3) Οι κατηγορούμενοι Χ4 και Χ1, "από κοινού ενεργούντες ήτοι κατόπιν κοινής αποφάσεως και με κοινό δόλο, στο χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο έως την 4-5-2004, αγόραζαν από ομοεθνείς τους που δεν αποκαλύφθηκαν άγνωστες ποσότητες κοκαΐνης, ηρωίνης και χασίς. Τις ποσότητες αυτές τις οποίες κατείχαν με την έννοια ότι μπορούσαν να τις διαθέτουν κατά βούληση σε τρίτους έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, τις προόριζαν για περαιτέρω διάθεση. Έτσι στο παραπάνω χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι αυτοί είτε στην περιοχή των Αθηνών είτε στην ευρύτερη περιοχή της Εύβοιας, διέθεταν έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων διάφορες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα: στους: α) Χ6, Χ9, Χ7, Χ8, β) στον Ι μικρή ποσότητα κοκαΐνης, γ)στους αδελφούς Χ3 και Χ5 κατά μήνα Αύγουστο 2003 ποσότητες 110, 50 και 50 γραμμαρίων κοκαΐνης και 80,50 και 50 γραμμάρια αντίστοιχα ηρωίνης. Ακόμη ο κατηγορούμενος Χ1 κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2003 πώλησε στο Χ3 ποσότητες 50 γραμμαρίων κοκαΐνης και 50 γραμ.ηρωϊνης. Επίσης ο πρώτος από τους πιο πάνω κατηγορούμενους το Σεπτέμβριο του 2003 πώλησε στην Αθήνα, στο σπίτι του στη Νέα Ιωνία που τον επισκέφθηκε ο Ι, δυο φορές άγνωστη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Σχετικά δε με την συμμετοχική δράση των ως άνω αλβανών κατηγορουμένων, ο μάρτυρας Ι, που λόγω της ιδιότητας του ως χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ερχόταν σε επαφή με τους αδελφούς Χ3 και Χ5, επισκεπτόταν συχνά το σπίτι τους, επανειλημμένα αντιλήφθηκε την παρουσία αυτών, μάλιστα δε τρεις φορές παρευρέθηκε σε αγοραπωλησία μεταξύ των αδελφών Χ3-Χ5 και του Χ4, κατά τη διάρκεια της οποίας οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ4 του παρέδιδαν άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνη, ηρωϊνη και χασίς. Το γεγονός αυτό ότι τα άτομα αυτά συγκεντρωνόντουσαν στο σπίτι του Χ3 και στο διάστημα αυτό έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα κοκαΐνης, ομολογείται από τον κατηγορούμενο Χ4, κατά την απολογία του ενώπιον της τακτικής ανακρίτριας, πράγμα που ενισχύει την κατάθεση του Ι που βεβαίωσε ότι στο συγκεκριμένο σπίτι γινόταν μεταξύ άλλων και χρήση ναρκωτικών ουσιών, με την παρουσία όχι μόνο του Χ3 αλλά και άλλων συγκατηγορούμενών του... Από όλα αυτά τα περιστατικά που προέκυψαν ο κατηγορούμενος Χ1, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των έξι μελών που απαρτίζεται από τους τρεις ενόρκους και τους τρεις τακτικούς δικαστές, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις....Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ4, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι αυτοί τέλεσαν τις πράξεις τους με τις επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων τους και το σκοπό που αυτοί απέβλεπαν με την επιδίωξη κέρδους και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σταθερή ροπή τους ως στοιχείο της προσωπικότητας τους, προς διάπραξη ανάλογων αδικημάτων και ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός είναι αβάσιμος....".
Ακολούθως, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του ανωτέρω σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, οι ως άνω αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ως εξής: 1) Ο Χ5 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, από κοινού με το Χ3 και κατά μόνας, κατ'επάγγελμα, κατά συνήθεια και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 15 ετών, 2) Ο Χ2 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, με το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς επί σχετικά μεγάλο διάστημα και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 10 ετών, 3) Ο Χ1 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, από κοινού με τον Χ4, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 12 ετών και 4) Ο Χ4 αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών από κοινού με τον Χ1 και κατά μόνας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως 16 ετών (σε όλες τις περιπτώσεις, κατ'εκτίμηση, κατ'εξακολούθηση). Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, εκτός από την παραδοχή της συνδρομής επιβαρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4, η οποία δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα κατά τα κατωτέρω, διέλαβε κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 93 παρ.3) και του ΚΠοινΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατά τα ανωτέρω, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 περ.β' και ζ' και 8 του Ν. 1729/1987, 13 στοιχ.στ' και ζ' και 45 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα ακόλουθα: Α) επί των προβαλλομένων δια της αιτήσεως του Χ1: 1) η έλλειψη εκθέσεως κατασχέσεως ναρκωτικής ουσίας και εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης περί αυτής, ή άλλου εγγράφου, περί του ότι ήταν ναρκωτικά οι ουσίες που καταδικάσθηκε ότι αγόραζε, κατείχε και πωλούσε ο εν λόγω αναιρεσείων, δεν απέκλειε στο δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο να σχηματίσει την κρίση του, περί της ιδιότητας των εν λόγω ουσιών ως ναρκωτικών, με βάση τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, 2) η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών από τον εν λόγω αναιρεσείοντα και το συναυτουργό του Χ4 αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς τους από αυτούς ώστε να μπορούν να διαπιστώσουν σε κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή της διαθέσεως (πωλήσεως και παραδόσεως) των ναρκωτικών αυτών στους μνημονευόμενους τρίτους, η οποία εξυπονοεί και κατοχή τους, 3) η κατά τον ανωτέρω αναιρεσείοντα αντίθεση μεταξύ της παραδοχής της αποφάσεως ότι αυτός πωλούσε στο Χ5 ναρκωτικά από το τέλος Αυγούστου 2003 και του προκύπτοντος από τα επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο Χ5 ήταν κρατούμενος από 24-7-2003, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αλλά πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και 4) ναι μεν δεν έχει περιληφθεί στο διατακτικό της αποφάσεως, στο κεφάλαιό του περί κηρύξεως ενόχου του ανωτέρω αναιρεσείοντος, η συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων, πλην, όμως, από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και συγκεκριμένα από το ρητό συμπέρασμα που αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο εν λόγω αναιρεσείων "πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις", σε συνδυασμό με την αναφορά, στο κεφάλαιο του διατακτικού περί επιβολής στον κηρυχθέντα ένοχο ως άνω αναιρεσείοντα της προαναφερθείσης ποινής "για την πράξη της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια", προκύπτει σαφώς ότι ο αναιρεσείων αυτός κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω πράξεις, τελεσθείσες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, Β) επί των προβαλλομένων δια της αιτήσεως και του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ4: 1) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί, (κατά το μέρος που η απόφαση κρίθηκε ως άνω περιέχουσα την απαιτούμενη αιτιολογία) απλή επανάληψη του διατακτικού της και δη ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως εν προκειμένω, η ανάγκη αιτιολογήσεως της αποφάσεως, 2) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του (και για τον ανωτέρω αναιρεσείοντα), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε "όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι αναγνωσθείσες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, (κατά τη διάρκεια των απολογιών των κατηγορουμένων Χ3, Χ5 και Χ1), περικοπές των ανακριτικών απολογιών των εν λόγω κατηγορουμένων, καθώς και οι 47 έγχρωμες φωτογραφίες, οι οποίες, σύμφωνα με τα ανωτέρω πρακτικά, "επισκοπήθηκαν και επιδείχθηκαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης" και των οποίων δεν ήταν απαραίτητο να γίνει ιδιαίτερη μνεία. Ομοίως δεν καταλείπεται αμφιβολία, από την ίδια ως άνω αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν οι αναγνωσθείσες προανακριτικές και ανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις που επισημαίνονται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, οι οποίες περιλαμβάνονται στα "έγγραφα που αναγνώσθηκαν", μη συναγομένου του αντιθέτου από την ειδική μνημόνευση στο προοίμιο του σκεπτικού "των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων Α, ΙΘ και Κ", η οποία έγινε για να εξαρθούν, ως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κρισιμότερες και δεν σημαίνει αποκλεισμό των άλλων, 3) η κατά συναυτουργία τέλεση από τον ως άνω αναιρεσείοντα και τον Χ1 των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε και ιδίως εκείνης της κατοχής, η οποία ρητώς αναφέρεται στην απόφαση με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως των ναρκωτικών από τους συναυτουργούς ώστε να μπορούν να διαπιστώσουν σε κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους, αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι οι ανωτέρω ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο, στην οποία εμπεριέχεται η περαιτέρω παραδοχή ότι καθένας απ'αυτούς γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ'εκείνον, 4) δεν ήταν αναγκαίο, για να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και εντεύθεν να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία της αποφάσεως, να μνημονευθούν ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της, όπου προσδιορίζονται γενικώς, κατά το είδος τους, τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, (ή στο περιεχόμενο του σκεπτικού), οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο, υπό τους αριθμούς 13 και 14, δύο εκθέσεις αυτοψίας, οι οποίες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, έχουν συνταγεί στα πλαίσια της αστυνομικής επί της υποθέσεως προανακρίσεως, καθόσον αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, αλλά απλό έγγραφο, που αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο, όπως επιτάσσει το άρθρο 364 ΚΠοινΔ για τις εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που βεβαιώνουν ενεργηθείσες από αυτούς ανακριτικές πράξεις, αρκούσης και ως προς τις εκθέσεις αυτοψίας αυτές της αναφοράς στο σκεπτικό, ως αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, και των αναγνωσθέντων εγγράφων και 5) οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά υπό τους αριθμούς 19, 20, 21, 22, 37, 38, 39, 40, 61, 64, 72 και 73, ως προς τις οποίες προβάλλεται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα έλλειψη ειδικής αναφοράς τους στο σκεπτικό ως ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων και εντεύθεν έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή τους προκύπτει, δεν αφορούν ζήτημα και μάλιστα ουσιώδες της κατά του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορίας και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς αυτόν, η ειδική μνημόνευσή τους στο ως άνω σκεπτικό. Γ) Επί των προβαλλομένων δια της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων του Χ5, αρμόζουν όσα ανωτέρω εκτέθηκαν επί των μερικότερων αιτιάσεων του Χ1 υπό 1 και 3 και του Χ4 υπό 1, 2 και 4 και περαιτέρω 1) δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει με ιδιαίτερη αιτιολογία στους ισχυρισμούς του εν λόγω αναιρεσείοντος περί ελλείψεως των στοιχείων των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε και περί του ότι οι πράξεις αυτές δεν τελέσθηκαν με τις επιβαρυντικές περιστάσεις που έγιναν δεκτές, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήταν αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, ενώ επίσης, δεν ήταν αναγκαίος ο κατά χρόνον προσδιορισμός των μερικότερων πράξεων αφού δεν ετίθετο ζήτημα παραγραφής ενόψει του ότι το χρονικό διάστημα, όπου οι μερικότερες πράξεις εμπίπτουν, αρχίζει, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το έτος 1994, 2) δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων καταδικάσθηκε για πώληση ορισμένων ποσοτήτων ναρκωτικών χωρίς να κατηγορηθεί και για κατοχή των ποσοτήτων αυτών, διότι πώληση νοείται και χωρίς την κατοχή των πωληθέντων ναρκωτικών 3) η έκφραση του τιμήματος των κατά περίπτωση πωληθέντων ναρκωτικών σε δραχμές ή ευρώ, σε χρόνους κατά τους οποίους δεν ίσχυε το αντίστοιχο νόμισμα, δεν ενέχει αντίφαση, διότι εννοείται σε κάθε τέτοια περίπτωση το αντίστοιχο του προσήκοντος νομίσματος επί τη βάσει της νομοθετημένης ισοτιμίας, 4) η από κοινού τέλεση, από τον εν λόγω αναιρεσείοντα και τον αδελφό του Χ3, του εγκλήματος της κατοχής των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών αιτιολογείται πλήρως και σαφώς με την αναφορά ότι αυτός κατείχε τα ναρκωτικά, από κοινού ως άνω, στον αυτό τόπο και χρόνο εντός της οικίας της μητέρας του με δυνατότητα προσβάσεως τούτου σ'αυτήν και, περαιτέρω, με την αναφορά του κοινού δόλου των συναυτουργών αδελφών, εναργώς, άλλωστε, συναγομένου από την έκθεση των περιστατικών που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος και 5) επαρκώς αιτιολογείται ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα η κατ'επάγγελμα, κατά συνήθεια και από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο τέλεση των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών κατ'εξακολούθηση, από τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό με την αυτοτελή αιτιολόγηση των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων μέρος του σκεπτικού, και Δ) Επί των προσβαλλομένων δια της αιτήσεως και του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ2 αρμόζουν όσα ανωτέρω εκτέθηκαν επί των μερικότερων αιτιάσεων του Χ1 υπό 1 και, περαιτέρω, 1) είναι αδιάφορος για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας των ναρκωτικών που αυτός αγόρασε, κατείχε ή πώλησε και του επιτευχθέντος από κάθε μερικότερη πώληση τιμήματος, ενώ αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως τόσον ο τόπος, όσον και ο χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων αυτών και 2) από την αναφορά, κατά το είδος του, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, του αποδεικτικού μέσου "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο", προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των επισημαινομένων από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα δώδεκα μαρτύρων, των οποίων δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση και συσχετισμός μεταξύ τους, ούτε αναφορά του τι προέκυπτε από καθεμία εξ αυτών. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και των δικογράφων προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, εκτός από το μέρος που η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφορά στην παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4 των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν, ως προς την οποία η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού περιλαμβάνει μόνον τους όρους του άρθρου 13 στοιχ.στ' ΠΚ, που καθορίζουν την έννοια της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος, χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. 'Ετσι, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγοι των αιτήσεων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή συνδρομής των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση, καταδικαστική ή αθωωτική, για την κατηγορία, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για κατ' αντιπαράσταση, κατά το άρθρο 225 Κ.Ποιν.Δ, εξέταση μαρτύρων, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, αν και η εξέταση αυτή απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε αίτηση του εκ των κατηγορουμένων αναιρεσείοντος Χ2 για κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων Ι και ΙΕ με την αιτιολογία ότι η κατ' αντιπαράσταση αυτή εξέταση "δεν θα εισφέρει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που κατέθεσε καθένας απ' αυτούς", δεχθέν περαιτέρω ότι ο μάρτυρας ΙΕ είχε καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, κατ' εκτίμηση, λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων του Χ2, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την ως άνω απόρριψη του κατά το άρθρο 225 Κ.Ποιν.Δ αιτήματος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ), καθώς και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "23. Μία (1) μικρή νάϋλον σακούλα (με περιεχόμενο αρ. πρωτ. 3420/13-10-2003 - άγνωστος άνδρας - δεξί χέρι).....71. Δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας με τίτλο "Βολτάριζαν στην παραλιακή με ηρωΐνη" της 16ης Ιουλίου 2004, αρ. σελίδας 15, σε φωτοτυπία". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, το πρώτο των οποίων είναι σαφές ότι αφορά έγγραφο με τον μνημονευόμενο αριθμό πρωτοκόλλου και τις λοιπές ως άνω ενδείξεις, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενο τους στους αναιρεσείοντες και ειδικότερα στους Χ4 και Χ5, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Περαιτέρω, η περικοπή του σκεπτικού της αποφάσεως, η οποία έχει καταχωρηθεί στο κεφάλαιό του (σκεπτικού) αναφορικά με τον Χ5 ήτοι η περικοπή "τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κυρίως προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ι, Ζ, Ε ..... . Βέβαια ορισμένοι από τους μάρτυρες αναίρεσαν στο ακροατήριο τα περιστατικά τα οποία είχαν καταθέσει προανακριτικά, όμως αρκετοί απ' αυτούς όπως οι .... επιβεβαίωσαν και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου όσα προανακριτικά είχαν καταθέσει.....", δεν υποδηλώνει αναγκαίως ότι λήφθηκαν υπόψη οι προανακριτικές καταθέσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων, οι οποίες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αναγνώσθηκαν, αλλά τονίζει αφηγηματικώς το αποδειχθέν γεγονός ότι από ορισμένους μάρτυρες έγινε αναίρεση των προανακριτικών καταθέσεών τους, το οποίο δεν εξυπακούεται ότι αποδείχθηκε από την ανάγνωση αυτών τούτων των υπόψη προανακριτικών καταθέσεων, αφού είναι νοητόν να αποτελεί το πόρισμα της αποδεικτικής διαδικασίας, επί τη βάσει των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο κεφάλαιό του υπό Α έχει περιληφθεί η περικοπή "τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού κυρίως δε από τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας Ι, ο οποίος επιβεβαιώνει τα γεγονότα αυτά όχι μόνο στις από 16-3-2004, 18-3-2004, 20 και 28-4-2004 προανακριτικές του καταθέσεις, περικοπές των οποίων αναγνώσθηκαν προς υποβοήθηση της μνήμης του, αλλά και ενώπιον της τακτικής Ανακρίτριας στην από 11-5-2004 κατάθέσή του και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου". Από την περικοπή αυτή προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη περικοπές μόνον των μνημονευομένων προανακριτικών καταθέσεων του Ι, οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. ’λλωστε το ως άνω κεφάλαιο Α' του σκεπτικού αφορά στα εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψαντα ως προς την κατηγορία κατά του ως άνω μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος Χ3 και ως προς την κατηγορία κατά του Χ5 για απιστία, από την οποία ο τελευταίος απηλλάγη. Ενόψει όλων αυτών οι λόγοι αναιρέσεως του Χ4 και του Χ5 εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Ποιν.Δ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της παραβιάσεως των αρχών της προφορικότητας και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο τα ανωτέρω δύο έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα κατά τον αναιρεσείοντα, καθώς και οι μη αναγνωσθείσες προανακριτικές καταθέσεις, αφενός των μνημονευομένων μαρτύρων που φέρονται ότι διαφοροποιήθηκαν στο ακροατήριο από τις καταθέσεις τους αυτές και αφετέρου του Ι από 16-3-2004, 18-3-2004, 20-4-2004 και 28-4-2004, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
'Οπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων Χ2, εκτός από το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, το οποίο του αναγνωρίσθηκε, ζήτησε να του αναγνωρισθεί και εκείνο του προτέρου εντίμου βίου, επικαλεσθείς για τη συνδρομή του ότι "είχε σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα, είχε κοινωνική παρουσία μέσω της επαγγελματικής του δραστηριότητας, έχει οικογένεια και το ποινικό του μητρώο είναι λευκό". Ο ισχυρισμός αυτός, αν και δεν συνοδεύεται από πραγματικά περιστατικά ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα αξιολογήσεώς τους και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αξιολογήσει την απόρριψή του, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκ περισσού διέλαβε σχετικώς ότι "δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., ήτοι ότι μέχρι του χρόνου τελέσεως των πράξεών του, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, ενόψει του ότι από το δελτίο του ποινικού του μητρώου που αναγνώστηκε σημειώνονται αρκετές καταδίκες για διάφορα ποινικά αδικήματα" η οποία είναι αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, είναι αβάσιμος. Από τα αυτά πρακτικά προκύπτει περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων Χ5, εκτός από το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου που του αναγνωρίσθηκε, ζήτησε να του αναγνωρισθεί και εκείνο της μετά τις πράξεις του καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, το οποίο απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε σχετικώς την ακόλουθη αιτιολογία "Περαιτέρω........δεν συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 ε' ΠΚ.....γιατί η πολύχρονη παραβατική του συμπεριφορά, η οποία διήρκεσε μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 ανακόπηκε μόνον όταν ανακαλύφθηκε το πτώμα του αλβανού υπηκόου ..... ο θάνατος του οποίου έδωσε αφορμή να αποκαλυφθεί η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση. ’λλωστε μόνη η τήρηση του εσωτερικού κανονισμού και η επίδειξη καλής συμπεριφοράς κατά την παραμονή του στις δικαστικές φυλακές, όπου αυτός βρίσκεται σε καθεστώς πειθαναγκασμού, δεν είναι αρκετή για το συγκεκριμένο κατηγορούμενο να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση", η οποία είναι η απαιτούμενη για την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν και οι αιτήσεις με τους πρόσθετους λόγους των Χ5 και Χ2, οι οποίοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ), να γίνουν δε εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις των Χ1 και Χ4, όπως αυτή του δεύτερου διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους. Ακολούθως πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνον ως προς τις παραδοχές της συνδρομής στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ4 των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν αυτοί ένοχοι και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτούς, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή μη των επιβαρυντικών περιστάσεων για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση και αναλόγως προς την επ' αυτών παραδοχή του να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Κατά τα λοιπά οι άνω αιτήσεις των Χ1 και Χ4 πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 449, 451, 460, 469/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών μόνον α)ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ4 των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών και β)ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στους ανωτέρω για τις εν λόγω πράξεις.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 9 Φεβρουαρίου 2007 αιτήσεις των ανωτέρω, όπως αυτή του Χ4 διαμορφώθηκε με τους από 1 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών.

Απορρίπτει τις από 9 Φεβρουαρίου 2007 αιτήσεις των Χ3, Χ5 και Χ2, όπως εκείνες των δύο τελευταίων διαμορφώθηκαν με τους από 1 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Χ3, Χ5 και Χ2 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή