Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 964 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Υπεξαγωγή (καταστροφή) εγγράφων από υπάλληλο (242 παρ. 2 ΠΚ). Στοιχεία αδικήματος. Αιτιολογία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Αναιρεί για τους λόγους αυτούς, διότι δεν αναφέρεται αν τα έγγραφα είχαν έννομη σημασία. Υπάρχει αντίφαση ως προς αν τα έγγραφα τα εμπιστεύτηκαν ή ήταν προσιτά στον κατηγορούμενο. Δεν γίνεται η δέουσα εξατομίκευση και δεν αιτιολογείται ο δόλος. Παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 964/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαγεωργίου - Γονατά, περί αναιρέσεως της 6846/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της § 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως καταστροφή του εγγράφου, που ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, νοείται η πλήρης εκμηδένιση της χρησιμότητάς του για το σκοπό που εξυπηρετούσε, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα , και ορισμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αθώωσε την αναιρεσείουσα για την αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη της πλαστογραφίας και την καταδίκασε για την πράξη της παράβασης του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ με την εξής αιτιολογία: "Η κατηγορουμένη εργαζόταν στο "ΕΚΕΦΕ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" στο Γραφείο προσωπικού. Στα καθήκοντα της μεταξύ άλλων συμπεριλαμβανόταν μεταξύ άλλων και η σύνταξη των καταστάσεων της υπερωριακής και την νυχτερινής απασχόλησης του προσωπικού για το επόμενο εξάμηνο κάθε έτους, με βάση τους πίνακες που παρέδιδε η τεχνική υπηρεσία ... . Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στις 15-10-2004 μετακινήθηκε σε άλλη υπηρεσία του ίδιου Κέντρου. Κατά την αποχώρηση της από το γραφείο της με πρόθεση κατέστρεψε, αφού έσχισε και πέταξε σε παρακείμενο καλάθι αχρήστων, τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα, τα οποία κατείχε λόγω των καθηκόντων της. Την παραπάνω πράξη της κατηγορουμένης την αντιλήφθηκαν συνάδελφοι της, όπως η Α, η οποία ενημέρωσε την προϊσταμένη της Β και μαζί βρήκαν άλλα σχισμένα έγγραφα, τα οποία κατάφεραν να αποκαταστήσουν. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της καταστροφής αυτών των εγγράφων". Κατ' ακολουθία δε του σκεπτικού αυτού κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη με το ελαφρυντικό του άρ.84 παρ. 2α του ΠΚ, του ότι: "Όντας υπάλληλος, με πρόθεση κατέστρεψε έγγραφα τα οποία της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο την 15-10-2004, ενώ ήταν υπάλληλος του Γραφείου Προσωπικού του ΕΚΕΦΕ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ, με πρόθεση κατέστρεψε την με αριθμό πρωτ. ...... υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου της ανωτέρω υπηρεσίας Γ, ένα πρωτότυπο έγγραφο με αρ. πρωτ. ......, προερχόμενο από το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ΥΕΘΑ, ένα πρωτότυπο έγγραφο της ΓΓΕΤ με αρ. πρωτ. ...... και άγνωστο αριθμό αιτήσεων ερευνητών του ΕΚΕΦΕ για πραγματοποίηση εκπαιδευτικών ταξιδιών, όλα δε τα ανωτέρω έγγραφα της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της καθώς ευρίσκοντο στο Τμήμα Προσωπικού στο οποίο υπηρετούσε" . Για την πράξη της δε αυτή επέβαλε στο Τριμελές Εφετείο στην κατηγορουμένη αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της κατά το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής και ασαφής, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από την κατηγορουμένη του προαναφερόμενου εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη. Ειδικότερα: Α) Δεν αναφέρεται ούτε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα ήταν έγγραφα με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, δηλαδή, αν αυτά ήταν πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που είχαν έννομη σημασία. Β) Δεν καθίσταται σαφές αν τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της κατηγορουμένης λόγω της ιδιότητας αυτής ως υπαλλήλου, δηλαδή αν ήταν εμπιστευμένα σε αυτήν λόγω της ιδιότητάς της αυτής, όπως φαίνεται να γίνεται δεκτό στο σκεπτικό, ή, αν αυτά ήταν προσιτά σε αυτήν, δηλαδή αν είχε τη δυνατότητα να τα πλησιάσει, λόγω της ιδιότητά της, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως φαίνεται να γίνεται δεκτό στο διατακτικό της απόφασης με την αναφορά ότι τα έγγραφα αυτά "της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της", λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι τα εν λόγω έγγραφα, όπως περιγράφονται στο διατακτικό, δεν καθίσταται σαφές ότι είχαν σχέση με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης καθήκοντα της αναιρείουσας. Γ) Η αναφορά μεταξύ των εγγράφων που καταστράφηκαν από την αναιρεσείουσα και "αγνώστου αριθμού αιτήσεων ερευνητών του ΕΚΕΦΕ για πραγματοποίηση εκπαιδευτικών ταξιδιών", είναι αόριστη, αφού δεν γίνεται η δέουσα εξατομίκευση των εγγράφων αυτών, και Δ) Δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο δόλος της αναιρεσείουσας. Και ναι μεν η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, πλην όμως προϋπόθεση αυτού είναι να διαλαμβάνονται στην απόφαση με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν ότι συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση τέτοια αιτιολογία, λόγω των πιο πάνω ελλείψεων και αντιφάσεων, δεν υφίσταται. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της αποφάσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως , λόγω των πιο πάνω αντιφάσεων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6846/08 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή