Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1121 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Καταδίκη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Νομιμοποιείται για την υποβολή εγκλήσεως ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και κατέστη ο ίδιος εξ αναγωγής κομιστής του τίτλου. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απόρριψη αναιρέσεως.




Αριθμός 1121/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φλίνου, περί αναιρέσεως της 65660/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 532/2007.

Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος νόμου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος, που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 Φ.Ε.Κ. Α' 135/4-7-2006) δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιούμενου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933" όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολ. Α.Π. 23 και 24/2007). Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 65.660/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής) σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών η οποία μετατράπηκε σε χρηματική. Για να καταλήξει στη καταδικαστική κρίση του το δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του τα ακόλουθα. "... ο κατηγορούμενος στον τόπο και κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ....... τραπεζική επιταγή ποσού 2.800.000 δραχμών σε διαταγή του ιδίου η οποία, κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια ΑLPHA Τράπεζα προς πληρωμή, δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια σ' αυτήν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ασκηθείσα ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη καθόσον δεν νομιμοποιείται ο εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής στην άσκηση έγκλησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο εξ αναγωγής υπόχρεως ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της δικαιούται σε έγκληση, η διάταξη δε αυτή ως ερμηνευτικού χαρακτήρα (του Ν. 3472/2006) καταλαμβάνει και τις προ της θέσεως σε ισχύ του νόμου αυτού (3472/2006) εκκρεμείς υποθέσεις...." Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, και εν σχέσει με τον προβληθέντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου ισχυρισμό, ότι η μηνύτρια εταιρία δεν είναι τελευταία κομίστρια της επιταγής, το δικαστήριο με ειδική αιτιολογία, δέχεται ότι η μηνύτρια, ως εξ αναγωγής υπόχρεως που πλήρωσε την επιταγή, νομιμοποιείται στην υποβολή εγκλήσεως, ανεξάρτητα αν την νομιμοποίησή της το δικαστήριο στήριξε στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 νόμου. Εξάλλου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται η εγκαλούσα με την επωνυμία της, αφού αυτή τη γνωρίζει ο κατηγορούμενος και γι' αυτήν την εγκαλούσα εταιρία υπέβαλε τον απορριφθέντα ισχυρισμό της ελλείψεως νομιμοποιήσεως. Τέλος, αφού από το διατακτικό της αποφάσεως αλλά και την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ένδικη επιταγή εμφανίσθηκε στην πληρώτρια Τράπεζα την 14-3-2000 και δεν πληρώθηκε, η δε έγκληση της εγκαλούσης εγχειρίσθηκε την 21-4-2000, ήτοι εντός της από το άρθρο 117 παρ. 1 του Π.Κ. προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική περί του εμπροθέσμου της εγκλήσεως αιτιολογία.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου καθώς και ο συναφής λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ίδιου Κώδικα με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για υπέρβαση εξουσίας γιατί το δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την έγκληση την οποία υπέβαλε η εγκαλούσα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2007 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 65.660/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ