Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1643 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συναυτουργία, Συνέργεια.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Έννοια εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών. Έννοια συναυτουργίας και άμεσης συνέργειας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Πότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να τους απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως και ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. (Ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινής διατάξεως). Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπ’ όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε. Δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα η μη εξειδίκευση στα πρακτικά περικοπών προανακριτικών απολογιών του κατηγορουμένου για την κατάδειξη αντιφάσεων σε σχέση με την απολογία του στο ακροατήριο. Δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο για αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως. Απορρίπτει.





Αριθμός 1643/2008



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Πρεβαντορίου ’μφισσας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Τσακίρη και Νικόλαο Μαυρομμάτη, 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νάρη και 3) Χ3 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 185/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Μαρτίου 2006, 31 Μαρτίου 2006 και 3 Απριλίου 2006 αιτήσεις του, καθώς και στο από 1 Φεβρουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 737/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι του πρώτου εκ των αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 31 Μαρτίου 2006, 31 Μαρτίου 2006 και 3 Απριλίου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α' και ζ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες αθροιστικώς σ' αυτό ποινές, όποιος εισάγει στην Επικράτεια, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 πιν. Α' αριθ. 6 του ίδιου νόμου (1729/1987), περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβη, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο και στο έδαφος, εκτός των άλλων, της Επικράτειας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα εγκλήματα αυτά πραγματώνονται αντικειμενικώς, το πρώτο, της εισαγωγής ναρκωτικών, με την παράνομη είσοδό τους μέσω των συνόρων εντός της Ελλάδος, όπου και υπάρχει βούληση να παραμείνουν, το δεύτερο, της κατοχής ναρκωτικών, με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, έτσι ώστε αυτός να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του και το τρίτο, της μεταφοράς ναρκωτικών, με τη διακίνησή τους εντός της Ελλάδας με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητάς τους, ως ναρκωτικών και αφετέρου, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο της πληρότητας της αιτιολογίας επί καταδικαστικής αποφάσεως, ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος, πρέπει να εκτίθεται στο αιτιολογικό ή και σε συνδυασμό αυτού με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική πλευρά της συναυτουργίας, να αναφέρεται δηλαδή ειδικά ο τρόπος συμμετοχής εκάστου συναυτουργού στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και πως συναποφάσισε με τον άλλον τη διάπραξη αυτού (Ολ.ΑΠ 50/1990), χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση των συναυτουργών, εκτός αν πρόκειται για πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία έγκλημα. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή; προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται, αντικειμενικώς, παροχή από τον άμεσο συνεργό στον αυτουργό άμεσης συνδρομής κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξης, ως τοιαύτης νοούμενης της συνιστώσης την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, μη καλυπτόμενης iη cοηcreto από λόγο αίροντα τον άδικο χαρακτήρα αυτής, η οποία συνίσταται στην παροχή άμεσης υποστήριξης στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της κύριας πράξης, η οποία συνδέεται προς την τελευταία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς τη συνδρομή αυτή, δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις συνθήκες που αυτό διαπράχτηκε, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής και στη γνώση του άμεσου συνεργού ότι παρέχει αυτήν κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης. Ο δόλος αυτός μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, εκτός αν, για την τέλεση της κύριας πράξης, απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρέπει, ο άμεσος συνεργός να πράττει με το δόλο αυτό.
H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους και αναπτύχθηκαν προφορικώς στο ακροατήριο, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, διότι, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές ΕφετείοΛάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 185/2005απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της,συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της,δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματακρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, απολογίες των κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τους τρείς πρώτους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες: "Στις 15-1-2002 και περί ώρα 03,45 (πρωινή), αρμόδιοι αστυνομικοί του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Χασίων Τρικάλων που .εκτελούσαν διατεταγμένη περιπολία επί της Εθνικής οδού ...-.... στη θέση "...", επειδή θεώρησαν ύποπτο το επί της ιδίας οδού και με κατεύθυνση από ... προς .... κινούμενο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Φ. κλειστό αυτοκίνητο, μάρκας ...., λόγω του ότι ήταν έμφορτο και κινούνταν με μικρή ταχύτητα, έκαναν αναστροφή επί της οδού με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν και ακολούθησαν το ΙΧΦ αυτό αυτοκίνητο, προκειμένου να το ελέγξουν. Ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου πρώτος κατηγορούμενος, Χ3 μόλις αντιλήφθηκε πίσω του το αστυνομικό αυτοκίνητο ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, προσπαθώντας να διαφύγει, πλην όμως οι αστυνομικοί τον καταδίωξαν με το αστυνομικό αυτοκίνητο και τελικά, στο 32° χιλιόμετρο της άνω Εθνικής οδού προσπέρασαν το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε και τον ανάγκασαν να το ακινητοποιήσει. Πριν την ακινητοποίηση του εν λόγω Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, οδηγούσε το υπ' αριθμ κυκλοφ, .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, μάρκας ..., τύπου ..., χρώματος σκούρου μπλε, στο οποίο επέβαινε και η πέμπτη κατηγορουμένη Χ4, και προπορευόταν του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, προσπάθησε να παρεμποδίσει το αστυνομικό αυτοκίνητο, κατά τη στιγμή που πραγματοποιούσε το προσπέρασμα του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κινηθείς αιφνιδίως με το δικό του αυτοκίνητο προς το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, στη συνέχεια δε ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίσθηκε. Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε ακολούθως από τους αστυνομικούς στο ακινητοποιημένο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ3 και το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του πατέρα του, Κ1 διαπιστώθηκε ότι συνεπέβαιναν σ' αυτό οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι Χ1 και Χ5, Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι είχαν εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα από αφύλακτη διάβαση των Ελληνοαλβανικών συνόρων, στη συνέχεια δε βρέθηκε από τους αστυνομικούς μέσα στο αυτοκίνητο αυτό και κατασχέθηκε ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 168, 250 κιλών, αρίστης ποιότητας, που ήταν συσκευασμένη σε 167 ανισοβαρή δέματα, περιτυλιγμένα με πλαστική ταινία και ευρισκόμενα μέσα σε εννέα (9) πλαστικούς σάκους με ιμάντες (τσουβάλια), οι οποίοι ήταν επιμελώς τοποθετημένοι στο πίσω περίκλειστο μέρος του αυτοκινήτου. Την ποσότητα αυτή των 168,250 κιλών ινδικής κάνναβης την εισήγαγε προηγουμένως, στις 9-1-2002 από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα στην Ελλάδα ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 με τη βοήθεια εννέα ομοεθνών του (Αλβανών υπηκόων), μεταξύ των οποίων ήταν και ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ5. Κατά το χρόνο δε που έγινε ο αστυνομικός έλεγχος στο ΤΗ 4011 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης την κατείχαν από κοινού και τη μετέφεραν από κοινού με το εν λόγω αυτοκίνητο από δασική περιοχή του χωριού ... Γρεβενών με προορισμό τη ..., ο πρώτος κατηγορούμενος Χ3 που οδηγούσε αυτό το αυτοκίνητο και ο ως άνω τρίτος κατηγορούμενος Χ1, που συνεπέβαινε σ' αυτό ως συνοδηγός. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, οι οποίοι σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν προηγουμένως μεταξύ τους, μέσω των κινητών τηλεφώνων τους, είχαν προσυνεννοηθεί για τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν μαζί τη μεταφορά της παραπάνω ποσότητας ινδικής κάνναβης από τη δασική περιοχή ... στη ..., αλλά και για τον τρόπο που αυτοί θα τη διέθεταν περαιτέρω, είχαν κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο κοινό δόλο φυσικής εξουσίασης της ποσότητας ινδικής κάνναβης που μετέφεραν και τη δυνατότητα να τη διαθέτουν κατά τη βούληση τους. Εξάλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 που οδηγούσε το ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, προπορευόμενος του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, παρέσχε με πρόθεση άμεση συνδρομή στους κατηγορουμένους Χ3 και Χ1 κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης από αυτούς των αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και μεταφοράς από κοινού των ναρκωτικών, αφού, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, χωρίς τη δική του συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη των εγκλημάτων τούτων από τους συγκατηγορουμένους του, Χ3 και Χ1. Ειδικότερα, αναφορικά με τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι ως άνω αξιόποινες πράξεις, αποδείχθηκαν τα εξής : Ο κατηγορούμενος, Χ1 και εννέα άλλοι Αλβανοί υπήκοοι, που τελούσαν υπό τις εντολές και υπό την καθοδήγηση αυτού, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κατηγορούμενος Χ5, στις 9-1-2002, ερχόμενοι πεζή από την Αλβανία και μεταφέροντας στους ώμους τους τούς εννέα πλαστικούς σάκους με την ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 168,250 κιλών, εισήγαγαν αυτήν στο Ελληνικό έδαφος, μέσω δύσβατης αφύλακτης περιοχής της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, και ακολούθως, έπειτα οπό πεζοπορία τεσσάρων ημερών, έφθασαν στις 13-1-2002 σε δασώδη περιοχή του χωριού .... Γρεβενών, όπου απέκρυψαν τους σάκους με την ινδική κάνναβη. Στην περιοχή αυτή παρέμεινε ο κατηγορούμενος Χ1, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ5 και έναν ακόμη άγνωστο Αλβανό υπήκοο, ονόματι ΑΝΤΙ (ενώ οι υπόλοιποι άγνωστοι Αλβανοί επέστρεψαν στην Αλβανία), αναμένοντας τον κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο Χ1 και είχαν συμφωνήσει να μεταβεί ο πρώτος με αυτοκίνητο στην πιο πάνω περιοχή για να τους παραλάβει μαζί με τους εννέα σάκους που περιείχαν την ινδική κάνναβη. Ο κατηγορούμενος Χ3, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ασφαλής μεταφορά από τη δασική περιοχή της ... στη Λάρισα της παραπάνω ποσότητας ινδικής κάνναβης, αλλά και των ανωτέρω τριών αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, ζήτησε τη συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία και ο τελευταίος δέχθηκε να τον βοηθήσει. Προς το σκοπό αυτό, κατά τις νυκτερινές ώρες της 14-1-2002, ο κατηγορούμενος Χ3, , αφού παρέλαβε στο ανωτέρω Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο την πέμπτη κατηγορουμένη Χ4, ηλικίας τότε 24 ετών, με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό, μετέβησαν από τη ... στα ..., όπου συναντήθηκαν με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, , ο οποίος πήγε εκεί με το προαναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, τύπου .... Από τα... οι εν λόγω κατηγορούμενοι, αφού προηγουμένως η κατηγορουμένη Χ4 μετεπιβιβάσθηκε στο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του Χ2, μετέβησαν με τα δύο αυτοκίνητα στη δασική περιοχή της ...., όπου βρίσκονταν οι συγκατηγορούμενοί τους Χ1 και Χ5. Εκεί, όλοι μαζί οι κατηγορούμενοι, Χ3, Χ2, Χ1 και Χ5 φόρτωσαν τους εννέα σάκους με την ινδική κάνναβη στο Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος (Χ3) και στη συνέχεια, αφού επιβιβάσθηκαν σ' αυτό οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ5 και ο άγνωστος, ονόματι ΑΝΤΙ, τα ως άνω δύο αυτοκίνητα αναχώρησαν περί το μεσονύκτιο της 14/15-1-2002 με προορισμό τη .... 'Οταν έφθασαν στα ... ο άγνωστος Αλβανός υπήκοος, ονόματι Δ1, κατέβηκε οπό το Ι.Χ.Φ., που οδηγούσε ο Χ3, ενώ οι υπόλοιποι, δηλαδή οι πέντε κατηγορούμενοι, συνέχισαν να κινούνται με τα δύο αυτοκίνητα μέχρι το 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...-..., όπου κατά το προαναφερόμενα ακινητοποιήθηκε το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ3 από τους περιπολούντες αστυνομικούς και βρέθηκε μέσα σ' αυτό η πιο πάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης. Καθόλη την ανωτέρω διαδρομή, δηλαδή από τη δασική περιοχή .... μέχρι το 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...-..., ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, οδηγώντας το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του, τύπου ..., στο οποίο επέβαινε και η πέμπτη κατηγορουμένη Χ4, προπορευόταν του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, με το οποίο μεταφέρονταν η ποσότητα ινδικής κάνναβης και οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι Χ1 και Χ5, ελέγχοντας και κατοπτεύοντας την οδό αυτή, προκειμένου να ειδοποιήσει τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατηγορούμενο Χ3, μέσω των κινητών τηλεφώνων τους, για ενδεχόμενη παρουσία των αστυνομικών, ώστε να αποφευχθεί ο έλεγχος και η σύλληψη τους. 'Οταν δε στο 32° χιλιόμετρο της άνω Ε.Ο. είδε το αστυνομικό αυτοκίνητο να καταδιώκει το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, επιχείρησε να παρεμποδίσει την κίνηση αυτού κάνοντας με το αυτοκίνητο του αιφνίδιο ελιγμό προς το αριστερό ρεύμα της οδού, στη συνέχεια δε, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη του, ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίσθηκε. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ3, στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αλλά και κατά τις απολογίες του στο πρωτοβάθμιο και το παρόν Δικαστήριο, αποδέχθηκε τις κατηγορίες της παράνομης μεταφοράς των ναρκωτικών και της προώθησης των αλλοδαπών στη χώρα, ενώ αρνήθηκε την πράξη της κατοχής από κοινού των ναρκωτικών, ισχυριζόμενος ότι διενήργησε τη μεταφορά των ναρκωτικών και την προώθηση των αλλοδαπών συγκατηγορουμένων του κατ' εντολή και για λογαριασμό κάποιου Αλβανού υπηκόου, ονόματι "Δ2", επειδή ο τελευταίος, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν μεταξύ τους απείλησε αυτόν και την οικογένεια του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου Χ3 δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου περί μειωμένου καταλογισμού του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 κατά τις απολογίες του στον Ανακριτή ενώπιον του δικαστηρίου, αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς των ναρκωτικών και της προώθησης των αλλοδαπών στη χώρα, ισχυριζόμενος ότι, τις νυκτερινές ώρες της 14-1-2002, μετά από τηλεφώνημα του πρώτου κατηγορουμένου Χ3, μετέβη με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, μάρκας ...., ..., στα ... και, αφού παρέλαβε εκεί από τον κατηγορούμενο αυτόν τη φίλη tου Χ4(πέμπτη κατηγορουμένη), επέστρεψε μαζί με αυτήν στη ..., περί την 3η πρωινή ώρα της 15-1-2002. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου Χ2, πέραν του ότι δεν είναι πειστικός, αναιρείται από τις συγκλίνουσες καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών, από τις οποίες δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για το γεγονός, ότι, όταν, περί ώρα 3.45 πρωινή της 15-1-2002, οι αστυνομικοί καταδίωξαν με το υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο, στο 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ... - ..., το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο του Χ3, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Χ2) κινούνταν με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του (μάρκας ..., ...) επί της ιδίας οδού ως "προπομπός", δηλαδή, μπροστά από το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, με σκοπό να ελέγχει το δρόμο και να ενημερώνει τον Χ3 που ακολουθούσε με το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο για ενδεχόμενη παρουσία αστυνομικών. Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 στις από 15-1-2002 προανακριτικές απολογίες του, αποδέχθηκε τις κατηγορίες της εισαγωγής των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα και της μεταφοράς τούτων από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ3 από τη δασική περιοχή .... Γρεβενών μέχρι το 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...-...., περιγράφοντας μάλιστα αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο εισήγαγε με τη βοήθεια των εννέα ομοεθνών του στην Ελλάδα την ποσότητα της ινδικής κάνναβης, καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο μαζί με τον κατηγορούμενο Χ3 διενήργησαν τη μεταφορά αυτής από τη δασική περιοχή ... Γρεβενών με προορισμό τη .... Ο εν λόγω κατηγορούμενος (Χ1), στις ίδιες προανακριτικές απολογίες του, αλλά και κατά τις απολογίες του στον Ανακριτή και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι την ποσότητα της ινδικής κάνναβης την εισήγαγε μαζί με τους εννέα ομοεθνείς του στην Ελλάδα κατ' εντολή και για λογαριασμό του Αλβανού υπηκόου Ν1, κατοίκου Αλβανίας, ο οποίος, σύμφωνα με προηγηθείσα συμφωνία τους, θα του κατέβαλε στη Λάρισα, ως αμοιβή, το ποσό των 300.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του κατηγορουμένου τούτου δεν αποδείχθηκε, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Ν1 είναι υπαρκτό πρόσωπο και πολύ περισσότερο ότι είναι το πρόσωπο στο οποίο οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ3 θα παρέδιδαν, όταν έφθαναν στη Λάρισα, τη μεταφερόμενη με το αυτοκίνητο του δευτέρου ποσότητα ινδικής κάνναβης".
Στη συνέχεια με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο έκρινε ότι α) οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, Χ3 και Χ1, διέπραξαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, της κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών και της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας ο πρώτος και της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών και παράνομης εισόδου στη χώρα ο τρίτος και β) ο δεύτερος κατηγορούμενος,Χ2, διέπραξε την πράξη της άμεσης συνέργειας στις πράξεις της κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ1 και στην πράξη της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας που τέλεσε ο κατηγορούμενος Χ3 και ότι, πρέπει οι κατηγορούμενοι αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων. Οι ισχυρισμοί των τριών πρώτων κατηγορουμένων να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις, στον πρώτο, Χ3, του άρθρου 84 παρ. 2α, δ και ε του Π.Κ, στο δεύτερο Χ2, του άρθρου 84 παρ. 2α, β και ε του Π.Κ. και στον τρίτο, Χ1 του άρθρου 84 παρ. 2α, δ και ε του Π.Κ. και του άρθρου 24 παρ. 1 και 4 του ν. 1729/1987 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 21 του ν. 2161/1993), πέραν του ότι είναι αόριστοι, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν συντρέχουν στα πρόσωπα τους οι απαιτούμενες για κάθε περίπτωση ελαφρυντικών ουσιαστικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα α) αναφορικά με τον πρότερο έντιμο βίο, οι δύο πρώτοι δεν έχουν λευκό ποινικό μητρώο, ενώ για τον τρίτο, που είναι Αλβανός υπήκοος, εκτός από το αντίγραφο ποινικού του μητρώου (εκδοθέν υπό του Υπουργείου Δικαιοσύνης), που είναι λευκό, δεν προσκομίζεται κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ο έντιμος αυτού βίος προ της τελέσεως των πράξεών του, β) αναφορικά με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις τους και επιδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους, γ) αναφορικά με το ελαφρυντικό των ταπεινών αιτίων, αποδείχθηκε ότι τα αίτια από τα οποία ωθήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στην τέλεση των πράξεών του ήταν οπωσδήποτε ταπεινά, δ) αναφορικά με την καλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις τους, μόνη η καλή διαγωγή που έδειξαν αυτοί ενώ κρατούνταν στη φυλακή, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση και ε) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 4 του ν. 1729/1987, δεν πιθανολογήθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, με τις ομολογίες του που έκανε στις προανακριτικές και ενώπιον του Ανακριτή απολογίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. α' και ζ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του ν. 2161/1993, 50 παρ. 1 και 54 ν.2910/2001, 45 και 46 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια από τον τρίτο κατηγορούμενο, Χ1, ολόκληρης της ποσότητας αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, βάρους 168,250 κιλών, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι την εν λόγω ποσότητα ινδικής κάνναβης εισήγαγε ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 στις 9.1.2002 από το ελληνοαλβανικά σύνορα στην Ελλάδα με τη βοήθεια εννέα ομοεθνών του (αλβανών υπηκόων), μεταξύ των οποίων ήταν και ο τέταρτος κατηγορούμενος, οι οποίοι τελούσαν υπό τις εντολές και την καθοδήγησή του και την μετέφεραν με τους ώμους τους εντός εννέα πλαστικών σάκκων με ιμάντες. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η κατοχή της ανωτέρω ποσότητας και μεταφορά της από τον παραπάνω κατηγορούμενο Χ1 από κοινού με το συγκατηγορούμενό του, Χ3, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι "Κατά το χρόνο που έγινε ο αστυνομικός έλεγχος στο .... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης την κατείχαν από κοινού και την μετέφεραν από κοινού με το εν λόγω αυτοκίνητο από δασική περιοχή του χωριού ..... Γρεβενών με προορισμό τη ... ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ3 που οδηγούσε αυτό το αυτοκίνητο και ο ως άνω τρίτος κατηγορούμενος, Χ1, που συνεπέβαινε σ'αυτό, ως συνοδηγός. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, οι οποίοι σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν προηγουμένως μεταξύ τους, μέσω των κινητών τους τηλεφώνων, είχαν προσυνεννοηθεί για τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν μαζί τη μεταφορά της παραπάνω ποσότητας ινδικής κάνναβης από τη δασική περιοχή ..... στη Λάρισα, αλλά και για τον τρόπο που αυτοί θα τη διέθεταν περαιτέρω, είχαν δε κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο κοινό δόλο φυσικής εξουσίασης της ποσότητας ινδικής κάνναβης που μετέφεραν και τη δυνατότητα να τη διαθέτουν κατά τη βούλησή τους". Επίσης αιτιολογείται με πληρότητα η αξιόποινη συμμετοχή του εκ των κατηγορουμένων, Χ2 με τη μορφή της άμεσης συνέργειας στις άδικες πράξεις της κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού της ανωτέρω ποσότητας ινδικής κάνναβης που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ1 και στην άδικη πράξη της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της Χώρας που τέλεσε ο κατηγορούμενος, Χ3, με την αναφορά στο σκεπτικό "Καθόλη την ανωτέρω διαδρομή, δηλαδή από τη δασική περιοχή ..... μέχρι το 32ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. .... - ..., ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, οδηγώντας το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, τύπου ..., στο οποίο επέβαινε και η πέμπτη κατηγορουμένη, Χ4, προπορευόταν του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, με το οποίο μεταφερόταν η ποσότητα ινδικής κάνναβης και οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ5, ελέγχοντας και κατοπτεύοντας την οδό αυτή, προκειμένου να ειδοποιήσει τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατηγορούμενο Χ3, μέσω των κινητών τηλεφώνων τους, για ενδεχόμενη παρουσία αστυνομικών, ώστε να αποφευχθεί ο έλεγχος και η σύλληψή τους, χωρίς δε τη συνδρομή του αυτή, δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη των εγκλημάτων αυτών από τους συγκατηγορουμένους του, Χ3 και Χ1". Περαιτέρω, για την απόδειξη, ότι και οι εννέα σάκκοι περιείχαν αποξηραμένη ινδική κάνναβη, δεν ήταν απαραίτητη η λήψη δείγματος και από τους εννέα σάκκους και η εξέτασή του από κάποια χημική υπηρεσία, αφού από καμμιά διάταξη του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2161/1993, δεν συνάγεται, ότι για την απόδειξη της ουσίας, ως ναρκωτικής, απαιτείται προηγούμενη γνωμάτευση χημικής υπηρεσίας, της κρίσεως του δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό δυναμένης να σχηματισθεί από όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ αποδείχθηκε ότι η εν λόγω συνολική ποσότητα ήταν ενιαία. Περαιτέρω, αναφορικά με την αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεως του Δικαστηρίου σε σχέση με τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση σ' αυτούς ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 ΠΚ και 24 ν. 1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 21 ν.2161/1993, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Α) Αναφορικά προς τον αναιρεσείοντα, Χ1: Αυτός ισχυρίστηκε, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης ότι "μέχρι την ημεροχρονολογία τέλεσης των άνω πράξεων, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, όπως προκύπτει από το λευκό ποινικό μητρώο του, που υπάρχει στη δικογραφία. Πρέπει, επομένως, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (84 παρ. 2α Π.Κ.). Πλήρως αποδείχθηκε ότι, ευθύς εξαρχής ομολόγησε στους Αστυνομικούς τα πάντα και συνέβαλε αποτελεσματικά στην ανακάλυψη της αλήθειας, όπως δέχθηκε και ο Ανθυπαστυνόμος ......, καταθέτοντας στο Δικαστήριό Σας. Η σύλληψη του 2ου και της 5ης κατηγορουμένων έγινε με τη δική του πρωτοβουλία και με τις απολογίες του (προανακριτική και ανακριτική). ’λλως δεν θα είχαν συλληφθεί, αφού κατά το μπλόκο οι αστυνομικοί τους άφησαν και έφυγαν. Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 24, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 21 του Νόμου περί ναρκωτικών. ’λλως, συντρέχει στο πρόσωπό του η ειλικρινής μεταμέλεια του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ., διότι απ' αρχής ομολόγησε τις πράξεις του και θέλησε, τοιουτοτρόπως, αν όχι να άρει, τουλάχιστον να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων αυτών και τέλος, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά τις πράξεις του αυτές, συμπεριφέρθηκε πολύ καλά, όπως αυτό προκύπτει και από το πιστοποιητικό της φυλακής που αναγνώσατε".
Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, με την εξής αιτιολογία: "Οι ισχυρισμοί του εκ των κατηγορουμένων Χ1 να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α, δ' και ε' και του άρθρου 24 παρ. 1 και 4 ν.1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 21 ν.2161/1993, πέραν του ότι είναι αόριστοι, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι απαιτούμενες, για κάθε περίπτωση ελαφρυντικών, ουσιαστικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, α) αναφορικά με τον πρότερο έντιμο βίο, εκτός, από το αντίγραφο ποινικού του μητρώου, που είναι λευκό, δεν προσκομίζεται κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ο έντιμος βίος προ της τελέσεως των πράξεών του, β) αναφορικά με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις του και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειές των πράξεών του, γ) αναφορικά με την καλή συμπεριφορά του για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του. μόνη η καλή διαγωγή που έδειξε στη φυλακή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση και δ) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 4 ν.1729/1987, δεν πιθανολογήθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με τις ομολογίες του που έκανε στις προανακριτικές και ενώπιον του Ανακριτή απολογίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού α) για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.), απαιτείται ο υπαίτιος να έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, της οποίας περιστατικά δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσείων Χ1, μη αρκούσης για την απόδειξη της ζωής αυτής, μόνον της υπάρξεως του λευκού του ποινικού μητρώου, β) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ.2δ' Π.Κ.), διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αυτός επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, εν όψει του ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ γίνεται δεκτό, ότι αυτός ισχυρίστηκε ότι εισήγαγε την προαναφερθείσα ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης κατ' εντολή και για λογαριασμό του αλβανού υπηκόοου, Ν1, ο οποίος, κατά την προηγηθείσα συμφωνία τους, θα του κατέβαλλε στη ... ως αμοιβή το ποσό των 300.000 δραχμών και στον οποίο, αυτός και ο συγκατηγορούμενός του, Χ3, θα παρέδιδαν στη ... τη μεταφερόμενη ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης, παρακάτω γίνεται δεκτό, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ο Ν1 είναι υπαρκτό πρόσωπο, γ) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του ενώ εκρατείτο στη Φυλακή (άρθρο 84 παρ. 2ε' Π.Κ.), διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαγωγή του υπαιτίου υπό καθεστώς ελευθερίας, ούτε δε αρκεί γενικώς για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως η παθητική συμπεριφορά του και η συμμόρφωσή του προς τους κανονισμούς της Φυλακής και δ) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 4 του ν.1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 21 ν. 2161/1993, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης "δεν πιθανολογήθηκε, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων με τις ομολογίες του που έκανε στις προανακριτικές και ενώπιον του Ανακριτή απολογίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών".
Αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, Χ3, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, αυτός προέβαλε "τον αυτοτελή ισχυρισμό του μειωμένου καταλογισμού, ζήτησε δε, σε περίπτωση καταδίκης, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ότι μετά την πράξη διήγε στη Φυλακή έντιμο και αξιοπρεπή βίο, δηλαδή έδειξε καλή συμπεριφορά και σε κάθε περίπτωση ειλικρινά μετανόησε για τις πράξεις που κατηγορείται" και Αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, Χ2, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, οι συνήγοροί του ζήτησαν επικουρικώς "να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α, β' και ε' Π.Κ.". Το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση στους ανωτέρω αναιρεσείοντες, 1) Χ3 και 2) Χ2, των ζητηθέντων ως άνω ελαφρυντικών, αφού οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν είχαν προβληθεί παραδεκτώς, εν όψει του ότι δεν είχαν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι δεν συνοδευόταν από τα κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο, ως προς το κεφάλαιο της ενοχής των αναιρεσειόντων, όσο και ως προς το κεφάλαιο αυτής για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων σ'αυτούς α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμενη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ, 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ, Α' του ΚΠΔ, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν νομίμως υπόψη από το δικαστήριο, γιατί αποστερείται έτσι, ο κατηγορούμενος, της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκνα, αναγνώσθηκαν προς κατάδειξη αντιφά-σεων, περικοπές από την από ..... έκθεση εξετάσεως του αναιρεσείοντος, ως κατηγορουμένου, Χ1, ενώπιον του Υ/Α ...... του Τ.Α. Τρικάλων, καθώς και από την από 16.1.2002 απολογία του, ενώπιον του Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Τρικάλων, στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος αναφέρεται συμπληρωματικώς στην προαναφερθείσα προανακριτική του απολογία, καθώς και στην από 15.1.2002 συμπληρωματική απολογία του ενώπιον του Ανθ/μου, ....., των οποίων το περιεχόμενο επιβεβαίωσε. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, Χ1, αξιοποίησε αποδεικτικά και έλαβε υπόψη του τις προανακριτικές του απολογίες, που είναι οι ανωτέρω δύο, δηλαδή αυτή ενώπιον του Υ/Α ..... του Τ.Α. Τρικάλων, περικοπές της οποίας αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και εκείνη ενώπιον του Ανθ/μου, ....., η οποία, ναι μεν δε αναγνώσθηκε, πλην όμως το περιεχόμενό της προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω ανακριτικής του απολογίας, όπου γίνεται συμπληρωματική αναφορά στις προαναφερθείσες προανακριτικές του απολογίες. Επομένως, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου, Χ1, της ανωτέρω από 15.1.2002 συμπληρωματικής απολογίας του ενώπιον του Ανθ/μου, ....., η οποία δεν αναγνώσθηκε, το περιεχόμενο της οποίας όμως προκύπτει από την από 16.1.2002 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Τρικάλων, περικοπές της οποίας αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο από το διευθύνοντα τη συζήτηση προς κατάδειξη αντιφάσεων. Τέλος, η ανάγνωση περικοπών από τις απολογίες της προδικασίας πρέπει να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται στις αιτιολογίες της απόφασης οι περικοπές που αναγνώσθηκαν και μάλιστα με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 ΚΠΔ, ούτε και από άλλη διάταξη του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων του Χ1, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, τόσον επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του, προανακριτική του απολογία, που δεν αναγνώσθηκε, όσο και διότι δεν εξειδικεύθηκαν (καταχωρήθηκαν) στα πρακτικά της δίκης οι περικοπές των απολογιών του που λήφθηκαν κατά την προδικασία, οι οποίες αναγνώσθηκαν προς κατάδειξη αντιφάσεων. Μετά από αυτά, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 31 Μαρτίου 2006, 31 Μαρτίου 2006 και 3 Απριλίου 2006 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντιστοίχως, και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 185/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή