Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 135 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Παραγραφή, Δικαιοδοσίας έλλειψη, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Παραπομπής Δικαστήριο.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Αναίρεση κατά απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής. Η πράξη δεν παραγράφεται εφόσον η απόφαση αναιρέθηκε μόνο ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις και την ποινή (και όχι σε σχέση με την ενοχή), έστω και αν κατά τη συζήτηση στο Δικαστήριο της παραπομπής είχε παρέλθει η προθεσμία παραγραφής, αφού ως προς την ενοχή η απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη.




Αριθμός 135/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουληγέρη, για αναίρεση της 43/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1004/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 1 εδ. β', 114 εδ. γ' και 115 του ΠΚ τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Οι ποινές της φυλάκισης, χρηματικής ποινής και περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, που επιβλήθηκαν αμετάκλητα, αν έμειναν ανεκτέλεστες παραγράφονται μετά δέκα (10) έτη. Η παραγραφή των ποινών αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση έγινε αμετάκλητη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται, ότι ο ποινικός κώδικας ρυθμίζει χωριστά την παραγραφή των καταγνωσθεισών ποινών. Ο χρόνος παραγραφής των εγκλημάτων, τα οποία είναι πλημμελήματα, είναι οκτώ (8) έτη, υπολογιζόμενου και του χρόνου της αναστολής, αρχίζει δε από την ημέρα που τελέστηκε το έγκλημα και τρέχει μέχρι του αμετάκλητου της απόφασης, ενώ ο χρόνος της παραγραφής της ποινής της φυλάκισης, Α είναι δέκα (10) έτη και αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση, η οποία την επέβαλε έγινε αμετάκλητη. Κατά τη διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 371 παρ. 3 ΚΠΔ, "πρώτα γίνεται ψηφοφορίας για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου για την πράξη που του αποδίδεται, όπως αυτή προέκυψε από την κύρια διαδικασία και για τον χαρακτηρισμό της πράξης. Αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και ενδεχομένως για τα μέτρα ασφαλείας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν, τα ακόλουθα: α) αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, μετά από ψηφοφορία που γίνεται κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, απαγγέλλεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και στη συνέχεια γίνεται συζήτηση κατά το άρθρο 369 ΚΠΔ, για την ποινή, που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, μετά το πέρας της οποίας λαμβάνεται, ύστερα από ψηφοφορία, απόφαση, η οποία απαγγέλλεται, επίσης, σε δημόσια συνεδρίαση και β) οι αποφάσεις που εκδίδονται για την ενοχή και την επιβολή της ποινής στον κατηγορούμενο είναι ανεξάρτητες, αυτοτελείς και χωριστές μεταξύ τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2, 141 παρ. 1 και 371 του ΚΠΔ και υπογράφονται χωριστά. Ως εκ τούτου είναι δυνατόν η απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, να γίνει αμετάκλητη κατά το άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ, με την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν (ενοχή) και να αναιρεθεί η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο η ποινή, οπότε, παύει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος. Τέλος, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, oι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας, που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, όταν το Δικαστήριο, παρόλο που έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, αποφαίνεται κατ' ουσία επί της κατηγορίας ή το αντίστροφο ή επίσης, όταν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, που δεν συμπληρώθηκε όμως ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω ανύπαρκτου δεδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές), ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχτηκε, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση, των αναφερόμενων στο σκεπτικό αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ με την υπ' αριθμ.63/16-3-2006 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (που δίκασε την υπ'αριθμ.62/3-11-2004 έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ'αριθμ.684/2 και 3-11-2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς) κηρύχθηκε ένοχος για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο, πράξη που τελέστηκε στην Αθήνα (ΝΝΑ), την 5-4-1999 και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη και η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς τέσσερα ευρώ και σαράντα λεπτά (4,40), για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Κατά της άνω απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου άσκησε την από 23-6-2006 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ.1436/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε μερικώς η υπ' αριθμ. 63/2006 απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις και ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής, ενώ κρίθηκε ότι η περί ενοχής κρίση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη. Επομένως ο χρόνος παραγραφής του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, που τελέσθηκε την 5-4-1999, έπαυσε να τρέχει την 16-3-2006, ημερομηνία εκδόσεως της υπ' αριθμ. 63/2006 περί ενοχής αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ήδη δηλαδή πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος. Κατόπιν τούτου, θα πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθεί η υποβληθείσα από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ένσταση παραγραφής του αδικήματος. Με βάση τα παραπάνω απέρριψε την ένσταση της παραγραφής και στη συνέχεια, προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης, κατά το κεφάλαιο που αναιρέθηκε η απόφαση, που προαναφέρθηκε και παραπέμφθηκε η υπόθεση σ' αυτό, δηλαδή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου του άρθρου 84 & 2 και της ποινής, αναγνώρισε την συνδρομή των περιστάσεων αυτών στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτές τις παραδοχές, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου (510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ), διότι τούτο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του εχώρησε στην περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις και στη συνέχεια του επέβαλε την παραπάνω ποινή, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, λόγω συμπλήρωσης 8ετούς παραγραφής, δεδομένου ότι η αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/16-3-2006 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περιελάμβανε όχι μόνο τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά και του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, κατά τα αναπτυχθέντα, στην νομική σκέψη, αφού ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση παραγραφής, με την αιτιολογία ότι η υπ' αριθμ. 63/2006 απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος και ότι η μετά μερική αναίρεση παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφορούσε μόνο τα κεφάλαια της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων και την επιβλητέα ποινή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2008 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς) και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντά στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή