Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 56 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα. Στοιχεία ηθικής αυτουργίας. Ορθά και αιτιολογημένα καταδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη ακροάσεως εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου, διότι παρέλειψε να απαντήσει σε αίτημα του κατηγορουμένου, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτημα.





Αριθμός 56/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Σαμαρά, για αναίρεση της 810Α/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντα τον ........, δικηγόρο που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1969/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τον κατηγορούμενο οι αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της, και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1 και 2 του ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.19 του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση η παρόρμηση ή ενθάρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχή αναγκαία, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου (μη αρκούντος του ενδεχόμενου) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ'εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 810/Α2006 απόφασή τους, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο εν γνώσει του ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα με την από 29-10-2002 έγκλησή του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, ότι τέλεσε σε βάρος του τα αδικήματα της ελαφράς σωματικής βλάβης και εξυβρίσεως. Τούτο έκανε ο κατηγορούμενος με σκοπό να επιτύχει την ποινική καταδίωξη του εγκαλούντος πλην όμως η έγκληση είναι ψευδής αφού ο εγκαλών ούτε κτύπησε ούτε εξύβρισε τον κατηγορούμενο. Επί πλέον ο κατηγορούμενος με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Χ2 να ψευδομαρτυρήσει καταθέτοντας ενόρκως ως μάρτυρας στον Πταισματοδίκη Τιρνάβου ότι ο εγκαλών τέλεσε τις αποδιδόμενες ως άνω πράξεις, πλην όμως ο ίδιος δεν ήταν παρών στο επεισόδιο αυτό και ανακάλεσε στη συνέχεια την κατάθεσή του ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που του αποδιδόταν και του επέβαλε συνολική ποινή δέκα τριών (13) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 α, 224 παρ.2 και 229 παρ.1 του ΠΚ τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, η υποβολή δηλαδή εγκλήσεως, καθώς και οι πράξεις με τα περιστατικά που αναφέρονται στην έγκληση, και τα οποία ήταν ψευδή. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει, καθ'όσον αφορά το στοιχείο της γνώσεως από μέρους του κατηγορουμένου της αναλήθειας των αναφερομένων περιστατικών που διέλαβε στην έγκλησή του, τον άμεσο δηλαδή δόλο του, καθώς και το σκοπό του να προκληθεί η δίωξη του μηνυτή, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω με την παραδοχή του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Χ2 να διαπράξει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο κατηγορούμενος προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξάλλου, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προσδιορίζει κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και από τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως και η παραπομπή σ'ατό, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερής και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, και καθό μέρος βάλλουν, κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ως απαράδεκτοι.

ΙΙ. 'Ελλειψη ακρόασης του δικαστηρίου, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ.β' του ΚΠοινΔ, υπάρχει κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι από μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, υποβλήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αίτημα συνενώσεως και συνεκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης και με άλλην δικαζομένη την ίδια ημέρα στο ίδιο δικαστήριο. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 περ.β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη ακρόασης του δικαστηρίου, εκ της παραλείψεώς του να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 810Α/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ