Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 271 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Παραγραφή αδικήματος άρθρου 19 Ν. 2523/97. Έναρξη χρόνου παραγραφής. Απορρίπτει ισχυρισμό περί παραγραφής και μη εκθέσεως υποβολής μηνυτήριας αναφοράς (άρθρ. 21 παρ. 2 Ν. 2523/ 1997 και 41 ΚΠΔ). Έγγραφα. Λήψη υπόψη αποδεικτικών επιδόσεως χωρίς να αναγνωσθούν. Είναι διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα. Δεν απαιτείται η δημόσια ανάγνωσή τους. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Απόρριψη αιτήματος ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. α και ε, ως αορίστου. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 271/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 8657/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτης Πανάγος.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1326/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, μόνο η από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του Ν. 2523/1997 προβλεπόμενη μηνυτήρια αναφορά, αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης για το έγκλημα της φοροδιαφυγής, που τελείται με την έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η οποία και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη της εξουσίας του για την εκδίκαση του ανωτέρω αδικήματος, και όχι και η σύνταξη της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρ. 41 του ΚΠΔ εκθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 8657/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για την πράξη της κατ' εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 25-1-1999 και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "υπερέβη την εξουσία της, άλλως κακώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 19, 21 παρ. 2, 10 και 12 του ν. 2523/1997", διότι α) "δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 12 ν. 2523/1997 θα έπρεπε να είχε παύσει οριστικά την σε βάρος του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι η κατ' εξακολούθηση πράξη του κατηγορουμένου, η οποία φέρεται να τελέστηκε από 5-1-1999 έως και 24-2-1999, έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθώς πρόκειται για πλημμέλημα και μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (το έτος 2005) και την έγκυρη επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτόν, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των πέντε (5) ετών..." και β) η 3071/2003 μηνυτήρια αναφοράς της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία αποτελεί κατά την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997 δικονομική προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και έχει την έννοια και τον χαρακτήρα της αιτήσεως, κατ' άρθρο 41 ΚΠΔ, "υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης χωρίς να συνταχθεί σχετική έκθεση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 41 ΚΠΔ., ως εκ τούτου η άσκηση της ποινικής δίωξης χωρίς την τήρηση της άνω δικονομικής προϋπόθεσης δεν ήταν νόμιμη ...". Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος του κατηγορούμενου πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς και το Δικαστήριο με τις αυτές, κατά βάση, σκέψεις, τους απέρριψε με την εξής, περαιτέρω αιτιολογία. "... Στην προκειμένη περίπτωση η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, φέρεται ότι έχει τελεστεί το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 24-2-1999. Η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, είναι η 27-5-2003 και 27-6-2003, αντίστοιχα, ενώ η επίδοση των κλητηρίων θεσπίσματων στον κατηγορούμενο με κλήση να παραστεί στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι η 19-10-2004 και 12-1-2005, αντίστοιχα (βλ. τα αποδεικτικά κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, .....).
Συνεπώς το παραπάνω αδίκημα, σύμφωνα και με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται δεν έχει παραγραφεί εφόσον από το χρόνο διαπίστωσης του μέχρι του χρόνου επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για παραγραφή της πράξεως, ενόψει του χρόνου τελέσεως αυτής, που στηρίζεται σε εσφαλμένη τοποθέτηση του χρόνου έναρξης της παραγραφής σε διαφορετική ημερομηνία. Περαιτέρω, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο έτερος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μη νομότυπης άσκησης της ποινικής δίωξης, διότι η με αριθμό 3071/2003 της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν συνοδεύεται από σχετική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 41 του ΚΠΔ, καθώς η σύνταξη τέτοιας εκθέσεως δεν απαιτείται κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, όπως αυτό προκύπτει διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει, το οποίο προβλέπει μόνο την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς με πορίσματα του φορολογικού ελέγχου ...". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρηση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν είχε παρέλθει πενταετία για τις μερικότερες πράξεις του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Επίσης ορθά απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι ήταν αναγκαία, για την άσκηση της κατ' αυτού ποινικής διώξεως, επιπλέον της υποβολής της κατ' αρ. 21 παρ. 2 μηνυτήριας αναφοράς, και η σύνταξη της κατ' αρ. 41 του ΚΠΔ εκθέσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' και Η του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και μη υποβολής αναγκαίας για την άσκηση της ποινικής δίωξης αιτήσεως , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία, για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο Δικαστήριο, το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως αυτής, και γενικώς, τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από το σκεπτικό της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, έλαβε μεν υπόψη του "τα αποδεικτικά του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο της δικαστικής επιμελήτριας .....", χωρίς να προκύπτει ότι αυτά είχαν αναγνωσθεί μέχρι την έκδοση της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, τα έγγραφα αυτά, τα οποία είναι διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα, δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν δημόσια.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε τα προδιαληφθέντα έγγραφα, χωρίς όμως αυτά να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ., ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, πρόβαλαν τον ακόλουθο ισχυρισμό για την αναγνώριση σε αυτόν των πιο πάνω δύο ελαφρυντικών: "α) Από την αποδεικτική διαδικασία (ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρος ....., η οποία διετέλεσε από το 1992 υπάλληλος του κατηγορουμένου), αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν δεν έχει υποπέσει σε κανένα αδίκημα, ουδεμία άλλωστε - από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο - εμπλοκή του προκύπτει με την ποινική δικαιοσύνη. Ο κατηγορούμενος είναι πτυχιούχος του Χημικού Τμήματος ΑΠΘ, δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά μέχρι το έτος 1999 με διάφορες επιχειρήσεις εμπορίας και τυποποίησης τροφίμων, από το έτος 1972 έχει δημιουργήσει οικογένεια (η σύζυγος του εργάζεται μέχρι και σήμερα στην Πολεοδομία) και έχει ένα τέκνο, σήμερα 32 ετών απόφοιτο Πολυτεχνικής Σχολής και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να εργάζεται σε σταθερή εργασία, δεν έχει εξάλλου υποπέσει σε κάποια παράνομη πράξη, ούτε άλλωστε υφίσταται υπόνοια γι'αυτό. Τα παραπάνω συνηγορούν ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ. ότι δηλαδή έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή ζωή και κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα από την πράξη του. Η αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών οδηγεί σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε ελαττωμένη ποινή, κατ' άρθρο 83 ΠΚ. β) Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε, ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι από την τέλεση της πράξης του μέχρι και σήμερα δεν τέλεσε νέα αδικήματα. Παράλληλα παρά το πλήθος των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει μέχρι σήμερα ασχολήθηκε ως εργαζόμενος σε διάφορες επιχειρήσεις και συντηρεί την οικογένεια του". Με αυτό το περιεχόμενο οι προταθέντες ισχυρισμοί για τη χορήγηση ελαφρυντικών είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τους θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρ. 84 παρ.2 περ.α του ΠΚ, η επίκληση μόνο του ότι αυτός δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά κατά τον πιο πάνω τρόπο, έχει δημιουργήσει οικογένεια και ότι δεν έχει υποπέσει σε κάποια παράνομη πράξη, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Ομοίως μη επαρκή είναι και τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, για να στηρίξει τον περί της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης ισχυρισμό του. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, (αναγνωρίζοντας, όμως, αυτεπαγγέλτως, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ), δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική προς τούτο αιτιολογία λόγω της αοριστίας τους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, ότι "η προσβαλλόμενη, ενώ δέχθηκε στην παρεμπίπτουσα για το ζήτημα της παραγραφής απόφασή της ότι χρονική αφετηρία της παραγραφής είναι η 27-5-2003 και 27-6-2003 που θεωρήθηκαν τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, στην συνέχεια, όμως, ως χρόνο τελέσεως του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο δίκασε τελικώς τον κατηγορούμενο, αντιφατικώς δέχεται το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 24-2-1999" και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, διέλαβε αιτιολογία αντιφατική και καθιστά έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του νόμου επί ζητήματος που σχετίζεται με την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Όπως ήδη αναφέρθηκε (παρ.Ι), ο χρόνος τελέσεως της πράξεως δεν ταυτίζεται στην προκειμένη περίπτωση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής. Χρόνος τελέσεως της πράξεως, τόσο στο σκεπτικό όσα και στο διατακτικό της αποφάσεως είναι ο ίδιος, δηλαδή από 5/1/1999 έως 24/2/1999. Εκείνο που διαφοροποιείται στο σκεπτικό είναι ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο, (27-5-2003 και 27-6-2003), όπως αιτιολογημένα αναφέρεται στην πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία απορρίφθηκε ο περί παραγραφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πιο πάνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμη βάσης της απόφασης λόγω της πιο πάνω δήθεν ασάφειας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
V. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 22 του ν.3693/1957 και 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 45/ 16-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8657/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζεται σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή