Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 279 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια σε τροχαίο. Αιτιολογημένη καταδίκη. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων, όχι απόλυτη ακυρότητα.




ΑΡΙΘΜΟΣ 279/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κόλια, περί αναιρέσεως της 377/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ψ2, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1524/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περί ώρα 12:50 της 28/3/2001 το υπ' αριθ΅. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Α οδηγού΅ενο από τον ίδιο, ΅ε ταχύτητα όχι ΅εγαλύτερη των 50 χιλιο΅έτρων, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού .....-..... στο άκρο δεξιό της λωρίδας προς ..... . Η άνω οδός είχε πλάτος 7,50 ΅έτρα και στο ύψος του 8°U χιλιο΅έτρου της ε΅φανίζει κα΅πύλη ΅ε κλίση όχι απότο΅η πλην ό΅ως περιορίζουσα την ορατότητα και στα δύο ρεύ΅ατα πορείας. Το ρεύ΅α κυκλοφορίας προς ..... που χρησι΅οποιούσε ο Α στο συγκεκρι΅ένο ση΅είο ε΅φανίζει ανηφορική δεξιά στροφή. Δεξιότερα της άνω στροφής υφίσταται ιδιοκτησία τρίτου, κτισ΅ένη σε περαιτέρω ανωφέρεια, στο ση΅είο επαφής της οποίας (ιδιοκτησίας) ΅ε το ρεύ΅α της άνω επαρχιακής οδού προς ..... διαχωρίζεται ΅ε τσι΅έvτινo στηθαίο ΅ήκους άνω 5 ΅έτρων και πλάτους 0,20 ΅., το οποίο απέχει από το δεξιό αυτό τ΅ή΅α του οδοστρώ΅ατος κατά 1 ΅έτρο. Η κατάσταση της οδού (ανωφέρεια, στροφές, περιορισ΅ένη ορατότητα) δεν επέτρεπαν στον Α να αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και ούτε άλλωστε παρείχαν στα όπισθεν αυτού κινού΅ενα ΅ε την ίδια κατεύθυνση οχή΅ατα δυνατότητα προσπεράσεως του στο ση΅είο εκείνο. Καθ' ην στιγ΅ή ο Α διήρχετο από την ανωτέρω δεξιά στροφή αντελήφθη το υπ' αριθ΅. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η κατηγορου΅ένη, να κινείται ΅ε αντίθετη κατεύθυνση (δηλαδή προς .....) και να έχει εισέλθει στο δικό του ρεύ΅α πορείας παρά την ύπαρξη διπλής διαχωριστικής γρα΅΅ής στο συγκεκρι΅ένο ση΅είο της άνω επαρχιακής οδού. Προκει΅ένου να αποφευχθεί η ΅ετωπική σύγκρουση των δύο οχη΅άτων ο Α έκα΅ψε απότο΅α το τι΅όνι του φορτηγού του προς τα δεξιά πραγ΅ατοποιώντας σχετικό ελιγ΅ό χωρίς ωστόσο να καταφέρει να αποφύγει την πρόσκρουση του αριστερού καθρέφτη του οχή΅ατος της κατηγορου΅ένης επί του αριστερού καθρέφτη του φορτηγού του. Συνέπεια της συγκρούσεως των καθρεπτών ήταν να εκτιναχθεί το φορτηγό δεξιά και να κτυπήσει επί του παρακεί΅ενου τσι΅έντινου στηθαίου κατά τρόπο ώστε να αποκοπεί το σασ΅άν αυτού (αυτοκινήτου) λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης και τελικώς, ΅ετά τη ΅ικρή ολίσθηση του προς τα πίσω λόγω της κλίσεως του εδάφους στο ση΅είο, να ακινητοποιηθεί στο ρεύ΅α του, καταλα΅βάνοντας λοξή θέση στο οδόστρω΅α και σε απόσταση 1,30 ΅. από τη διπλή διαχωριστική γρα΅΅ή. Επιπλέον η θέση που τελικώς κατέλαβε το φορτηγό Α επί του ρεύματος προς ....., προκάλεσε την πρόσκρουση επί του οπισθίου δεξιού τμήματός του τού υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας Β. Πέραν των εκτεταμένων υλικών ζημιών στο εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού (βλ. έκθεση αυτοψίας) ο οδηγός του Α υπέστη εκτεταμένες σωματικές βλάβες, όπως πολλαπλά κατάγματα στα πλευρά, αιμοπεριτοναίο και ρήξη ήπατος, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτός (Α) κατά την οδήγηση του φορτηγού δεν φορούσε, ως ήταν υποχρεωτικό, τη ζώνη ασφαλείας του. Η βλάβη στο ήπαρ ήταν σοβαρή γι' αυτό μετά τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο ο τελευταίος υπεβλήθη διαδοχικά κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις προς αποθεραπεία του, πλην όμως εξ αυτής της βλάβης ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε μετά δίμηνο ο θάvατός του (βλ. ιατρικό πιστοποιητικό). Υπαίτια του παραπάνω θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατηγορουμένη, ανεξάρτητα από την άνω - ζώνη ασφαλείας - συνυπαιτιότητα του θανόντος, η σποία από αμέλειά της δηλαδή από την έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπoρoύσε να καταβάλει επέφερε το θάνατο του Α. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι αυτή κινούμενη με το l.Χ αυτοκίνητό της, επί της ανωτέρω επαρχιακής οδού με κατεύθυνση αντίθετη προς αυτή του θανόντος δεν οδηγούσε το όχημά της με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της έτσι ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή, λόγω της ανωτέρω ιδιαιτερότητας του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος, να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς. Έτσι κατά τη διενέργεια αριστερής σε σχέση με την πορεία προς ..... στροφής με κατωφέρεια λόγω της φυγόκεντρης δυνάμεως που κατά την κίνηση του οχήματός της είχε αναπτυχθεί, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας ανεπίτρεπτα τη διπλή διαχωριστική γραμμή, το οποίο (ρεύμα πορείας) την ίδια στιγμή και στο ίδιο σημείο χρησιμοποιούσε ο θανών πραγματοποιώντας δεξιά ανηφορική στροφή. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη στο ατύχημα τη βαρύνει, αφού οδηγώντας κανονικά το Ι.Χ. αυτοκίνητό της κατά τη διενέργεια της αριστερής σε σχέση με την πορεία της, στροφής αντελήφθη το φορτηγό του Α να κατέχει σχεδόν κάθετη θέση στο ρεύμα του και να ενεργεί οπισθοπορεία με αποτέλεσμα να εισέλθει στο δικό της ρεύμα και με την καρότσα του φορτηγού του να κτυπήσει το όχημά της στο ύψος του αριστερού καθρέπτη. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτή η ανωτέρω εκδοχή της κατηγορουμένης ως προς τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος, δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί λογικά, πώς η ακολουθούμενη σωστή (και μάλλον αργή) οδική πορεία του θανόντος επί ένα χιλιόμετρο προ του σημείου συγκρούσεως, μετεβλήθη αναίτια έτσι ώστε ο τελευταίος να κάμψει δεξιά και να προσκρούσει με το φορτηγό του στο τσιμέντινο στηθαίο. Πέραν τούτου όλα τα ευρήματα που η Τροχαία συνέλεξε και αποτύπωσε στο σχετικό σχεδιάγραμμα, του οποίου την πιστότητα και ακρίβεια ουδόλως αμφισβήτησε η κατηγορουμένη (βλ. απολογία της), ευρίσκονται αποτυπωμένα στο ρεύμα πορείας του θανόντος. Εξάλλου, με δεδομένο ότι το φορτηγό του Α διαθέτει, όπως αποδείχθηκε, στο όπισθεν κάτω τμήμα του προφυλακτήρα, ο οποίος εξέχει από την καρότσα αυτού, σε περίπτωση οπισθοπορείας αυτού (φορτηγού), οπωσδήποτε,κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο προφυλακτήρας θα προσέκρουε σε κάποιο σημείο κατώτερο επί του αριστερού πλαϊνού τμήματος του οχήματος της κατηγορουμένης και χρονικά πολύ πριν την πρόσκρουση της καρότσας του φορτηγού επί του αριστερού καθρέφτη του οχήματος της κατηγορουμένης πράγμα που ουδόλως αποδείχθηκε (βλ. έκθεση αυτοψίας). Ενόψει αυτών, ανεξάρτητα από την οιανδήποτε συνυπαιτιότητα του θανόντος στον ανωτέρω θανατηφόρο τραυματισμό του, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμενη της πράξεως που της αποδίδεται και με λεπτομέρειq αναφέρεται στο διατακτικό της αποφάσεως....". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλε.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται στην προβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου οδικού ατυχήματος από το οποίο θανατώθηκε ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ακόμη, με τις εκ του πράγματος παραδοχές του, το δικαστήριο δέχεται ότι την κατηγορουμένη βαρύνει μη συνειδητή αμέλεια και αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη της αμέλειας, καθώς επίσης αναφέρεται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, συνισταμένης στην παραβίαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής επί του οδοστρώματος και στην είσοδό της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας επί του οποίου εκινείτο ο παθών. Ενόψει των παραδοχών για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, για την επάρκεια της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταχύτητας με την οποία εκινείτο η αναιρεσείουσα, ενώ εξάλλου με σαφήνεια και πληρότητα στο σκεπτικό του δέχεται το δικαστήριο ότι η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του παθόντος στο στηθαίο στο δεξιό της οδού, έγινε μετά από αποφευκτικό ελιγμό του τελευταίου προκειμένου αυτός να αποτρέψει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης η οποία εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και παρενεβλήθη στην πορεία του, ουδεμία δε ασάφεια και αντίφαση δημιουργείται από την αναφορά στην απόφαση ότι η εκτροπή του αυτοκινήτου του παθόντος οφείλεται σε πρόσκρουση των καθρεπτών των αυτοκινήτων, την οποία το δικαστήριο σαφώς δέχεται ότι έγινε κατά τη διαδικασία του αποφευκτικού ελιγμού του θύματος. Οι αναφορές της αναιρεσείουσας σε έγγραφα και σε μαρτυρικές καταθέσεις είναι απαράδεκτες διότι με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η από την προσβαλλόμενη απόφαση ανεπιτυχής αναφορά ότι η κατηγορουμένη κατά την πραγματοποίηση αριστερής στροφής εισήλθε λόγω της φυγοκέντρου δυνάμεως στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δεν καθιστά κατά τούτο και μόνο την απόφαση ελλειπή ως προς την αιτιολογία της. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή. Σε περίπτωση, όμως, απορρίψεως αιτήματος το οποίο ορισμένως και παραδεκτώς υποβάλλεται από τους διαδίκους το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απορριπτική του κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της υποθέσεως προκειμένου να κλητευθούν και προσέλθουν οι προταθέντες μάρτυρες και να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Το Δικαστήριο, αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αποδεικτική διαδικασία, και αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, απέρριψε τα αιτήματα, με την εξής αιτιολογία στην αρχή του κυρίως σκεπτικού του. "... Τα αιτήματα αναβολής και διενέργειας πραγματογνωμοσύνης κρίνονται απορριπτέα, δοθέντος ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου υφίστανται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς σχηματισμό ουσιαστικού πορίσματος αναφορικά με την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και ως προς την απόρριψη των παραπάνω αιτημάτων, διέλαβε στην παρεμπίπτουσα απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη και αιτιολογία. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, τόσον αναφορικά με την περί ενοχής κρίση της όσον και για την απόρριψη των αιτημάτων της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα ήτοι την πραγματογνωμοσύνη του ..... και τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν έγγραφα, των οποίων όμως δεν προκύπτει η ταυτότητα. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, κρίσιμο είναι ότι τα έγγραφα αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 (άρθρα 583 Κ.Π.Δ και 176,183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 377/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή