Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 898 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Μειοψηφική γνώμη, Συνδικαλιστικών στελεχών προστασία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παραβίαση του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982. Βάσιμοι κατά την πλειοψηφία οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης της ως άνω διάταξης, λόγω αντιφάσεως μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού (πλειοψηφία). Αναιρεί και παραπέμπει. Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης δεν απαιτείται προηγούμενη γνωστοποίηση της απόφασης, που κηρύσσει άκυρη την απόλυση του προστατευόμενου από τις διατάξεις του παραπάνω Νόμου συνδικαλιστή στον εργοδότη του (μειοψηφία).




Αριθμός 898/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, περί αναιρέσεως της 2486/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο .... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1506/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 23 § 2 του Ν. 1264/1982 ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του, που παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 8 και 9 ή που αρνούνται την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυσή του έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ή που αρνούνται την επαναπρόσληψη και πραγματική απασχόληση των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 24, τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή μέχρις 1.000.000 δρχ. για κάθε παράβαση η άρνηση. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2486/2007 απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Λαμίας που την εξέδωσε διαλαμβάνονται τα εξής: "Στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας, κατά το χρονικό διάστημα από 19.12.2000 έως 20.6.2001 ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας εταιρίας με την επωνυμία ΓΑΛΗΝΗ Ξ.Τ.Ε.Ε. Α.Ε. δεν αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 που απασχολούνταν μέχρι 07-04-1999 ως ταμπλίστας στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση αφού ο πολιτικώς ενάγων κατά το διάστημα αυτό δεν είχε αίτημα πραγματικής απασχολήσεώς του και φυσικά για το λόγο αυτό δεν επιδικάστηκε τέτοια αξίωση (δηλαδή υποχρέωση πραγματικής απασχολήσεως) αλλά ο ίδιος ως έχων το δικαίωμα διαθέσεως των εκ της εργασιακής σχέσεως αξιώσεων του έκρινε σκόπιμο να μην ασκήσει τέτοιου είδους αξίωση, (να ζητήσει επαναπρόσληψη) αφού από το έτος 1997 είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται σε άλλον φορέα που θα μεταβιβαζόταν η επιχείρηση "ΓΑΛΗΝΗ". Επομένως για το χρονικό διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003 με ο κατηγορούμενος αν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 82/15-07-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που επικύρωσε τελεσίδικα την πρωτόδικη απόφαση ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1 στην ως άνω εταιρία". Με το διατακτικό δε αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύσσεται αθώος του ότι: "Στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 19-12-2000 έως 20-06-2001 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυση του είχε κριθεί άκυρη με δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, με την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύμβουλος και Νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας εταιρίας με την επωνυμία ΓΑΛΗΝΗ Ξ.Τ.Ε.Ε. Α.Ε. α) κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-06-2001, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1, που απασχολούνταν μέχρι 07-04-1999 ως ταμπλίστας στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση, οπότε και καταγγέλθηκε εγγράφως η σύμβαση εργασίας του, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε κατά της ως άνω (εναγομένης) εταιρίας που εκπροσωπούσε νόμιμα, η υπ'αριθμ. 383/19-12-2000 προσωρινά εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που έκρινε την απόλυση του άκυρη καθόσον απολάμβανε μέχρι 07-05-1999 συνδικαλιστικής προστασίας ως αντιπρόεδρος στο κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Υπαλλήλων-Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Τουριστικών και λοιπών καταστημάτων των Καμμένων Βούρλων και περιχώρων", δεν συνέτρεχε ένας από τους λόγους απόλυσής του που αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 1264/82 και δεν βεβαιώθηκε η ύπαρξη τέτοιου λόγου με απόφαση της επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών (αρθρ. 15 του ιδίου νόμου), και παρά την προσπάθεια του μηνυτή στις 20-06-2001 για επαναπρόσληψή του στα πλαίσια της συμφιλιωτικής διαδικασίας του Ν. 1876/1990. Επιπλέον και κατά το χρονικό διάστημα από 15-07-2003 έως 31-12-2003 αν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 82/15-07-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που επικύρωσε τελεσίδικα την ως άνω πρωτόδικη απόφαση ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και πάλι την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1 στην ως άνω εταιρία". Στη συνέχεια δε κηρύσσεται ένοχος του ότι: "Στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 15-7-2003 έως 31-12-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση εργαζομένου που η απόλυσή του είχε κριθεί άκυρη με δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, με την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύμβουλος και Νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας εταιρίας με την επωνυμία ΓΑΛΗΝΗ Ξ.Τ.Ε.Ε. Α.Ε. α) κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-06-2001, αρνήθηκε την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1, που απασχολούνταν μέχρι 07-04-1999 ως ταμπλίστας στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση, οπότε και καταγγέλθηκε εγγράφως η σύμβαση εργασίας του, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε κατά της ως άνω (εναγομένης) εταιρίας που εκπροσωπούσε νόμιμα, η υπ'αριθμ. 383/19-12-2000 προσωρινά εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που έκρινε την απόλυση του άκυρη (καθόσον απολάμβανε μέχρι 07-05-1999 συνδικαλιστικής προστασίας ως αντιπρόεδρος στο κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Υπαλλήλων-Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Τουριστικών και λοιπών καταστημάτων των Καμμένων Βούρλων και περιχώρων", δεν συνέτρεχε ένας από τους λόγους απόλυσής του που αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν. 1264/82 και δεν βεβαιώθηκε η ύπαρξη τέτοιου λόγου με απόφαση της επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών (αρθρ. 15 του ιδίου νόμου), και παρά την προσπάθεια του μηνυτή στις 20-06-2001 για επαναπρόσληψή του στα πλαίσια της συμφιλιωτικής διαδικασίας του Ν. 1876/1990. Επιπλέον και κατά το χρονικό διάστημα από 15-07-2003 έως 31-12-2003 αν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 82/15-07-2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που επικύρωσε τελεσίδικα την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και πάλι την πραγματική απασχόληση του μηνυτή, Ψ1 στην ως άνω εταιρία. Από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως προκύπτουν αντιφάσεις και ασάφειες αναφορικά με το χρονικό διάστημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και αθώος ο αναιρεσείων της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό κρίθηκε ότι έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για το χρονικό διάστημα από 9-12-2000 έως 20-6-2001 και ένοχος για το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003, στο διατακτικό κηρύσσεται και αθώος και ένοχος και για τα δύο αυτά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, στο σκεπτικό, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, ως έχων δικαίωμα διαθέσεως των εκ της εργασιακής σχέσεως αξιώσεων του, είχε δηλώσει από το έτος 1997 ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται σε άλλο φορέα που θα μεταβιβαζόταν η επιχείρηση "ΓΑΛΗΝΗ", και για το λόγο αυτό, κρίνεται ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος για το πρώτο χρονικό διάστημα, αλλά δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με το ζήτημα αυτό, ως προς το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Εξαιτίας δε των ασαφειών αυτών και αντιφάσεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 23 § 2 του Ν. 1264/1982, και κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι και κατ' ουσίαν βάσιμοι. Κατά την άποψη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένη της Αρεοπαγίτη Αιμιλίας Λίτινα οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι της αναίρεσης δεν ήταν βάσιμοι και τούτο διότι α) το ότι στο διατακτικό της απόφασης αυτής το μεν κηρύσσεται ο αναιρεσείων αθώος τόσο για την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-6-2001, όσο και εκείνης που τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003, ενώ παράλληλα, κηρύσσεται ένοχος και για τη δεύτερη αξιόποινη πράξη, οφείλεται σε από προφανή παραδρομή αυτούσια αντιγραφή (επικόλληση) του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης και του ταυτόσημου κατηγορητηρίου. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, για την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2003 έως 31-12-2003, αρκούσε η στο διατακτικό παραδοχή ότι ο μηνυτής ζήτησε την επαναπρόσληψή του στις 20-6-2001 στα πλαίσια της συμφιλιωτικής διαδικασίας του Ν. 1876/1990 και δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ των παραδοχών στις οποίες τούτο (Δικαστήριο) στήριξε την αθωωτική του κρίση για την αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-6-2001. Και τούτο διότι κατά τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης το Δικαστήριο, την αθωωτική του κρίση για το χρονικό διάστημα από 19-12-2000 έως 20-6-2001, στήριξε αποκλειστικά στην έλλειψη της πρόθεσης του μηνυτή να επαναπροσληφθεί στην εταιρία της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο αναιρεσείων, την οποία (έλλειψη πρόθεσης) και συνήγαγε το μεν από το γεγονός ότι ο μηνυτής δεν είχε στην αγωγή που άσκησε κατά της ως άνω εταιρίας αίτημα για πραγματική του απασχόληση, το δε ότι από το γεγονός ότι αυτός από το έτος 1997 είχε εκδηλώσει ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται σε άλλο φορέα που θα μεταβιβάζονταν η επιχείρηση, δεδομένου ότι μέχρι τις 20-6-2001 δεν είχε ρητά εκδηλώσει ο εν λόγω μηνυτής τέτοια πρόθεση, λόγος όμως ο οποίος δεν υπήρχε μετά το ως άνω χρονικό σημείο, κατά το οποίο ρητά αυτός δήλωσε την πρόθεση επαναπρόσληψής του, και συνεπώς και κατά το μεταγενέστερο αυτού χρονικό διάστημα από 15-7-2003, ημερομηνία δημοσίευσης της 82/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας η οποία έκρινε τελεσίδικα άκυρη την απόλυσή του μέχρι την 31-12-2003, μέσα στο οποίο (χρονικό διάστημα) ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρεται Ότι αυτός εξέφρασε ρητά ή σιωπηρά την αντίθεση του στην επαναπρόσληψή του. Πρέπει ακολούθως, κατά την κρατήσασα άποψη κατά παραδοχή των λόγων αυτών και παρελκούσης της έρευνας του τρίτου από το άρθρο 510 § 1Δ λόγου της αναίρεσης ως αλυσιτελούς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2486/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή