Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 175 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνωρίσεως στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ του ΠΚ., διότι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία και δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας εκτός της φυλακής και όχι με εξαναγκασμένη συμπεριφορά προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή η οποία και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη (ΑΠ 131/2008, 792/2007, 807/2007, 1327/2007).




ΑΡΙΘΜΟΣ 175/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 102/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 634/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό εδάφιο ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στην φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Ήτοι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά, την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής είναι συνυφασμένη με την ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία και δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας εκτός της φυλακής και όχι με εξαναγκασμένη συμπεριφορά προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή η οποία και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθ. 102/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για εισαγωγή στην Ελλάδα από Αλβανία, μεταφορά και κατοχή ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και δη 14,77 χιλιογράμμων ηρωϊνης και 575,5 γραμμαρίων κοκαϊνης, σε ποινή καθείρξεως 17 ετών και σε χρηματική ποινή 150.000 ευρώ, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α, δ και ε του ΠΚ και σχετικά με το τελευταίο ως άνω ελαφρυντικό, εξέθεσε τα παρακάτω :
"Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή (ΑΠ. 260/1991), ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (ΑΠ 859/1996 ΠοινΧρ ΜΖ', 1159). Κατά τη διάρκεια της κράτησής μου στις Φυλακές, έχω επιδείξει καλή διαγωγή τόσο απέναντι στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, όσο και απέναντι στους συγκρατουμένους μου.
Ουδέποτε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον με τις πολλές ιδιαιτερότητες των Φυλακών, υπέπεσα σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ουδέποτε δημιούργησα το οιοδήποτε πρόβλημα, αντιθέτως υπομένω καρτερικά τη μέρα που θα αφεθώ ελεύθερος να επιστρέψω στην πατρίδα μου, την οικογένειά μου και την εργασία μου.
Η συμπεριφορά μου υπήρξε άψογη όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από εσωτερική ανάγκη και όχι εξαιτίας του φόβου που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι προξενεί η μικροκοινωνία της φυλακής και οι ιδιαίτερες σχέσεις με συγκρατουμένους και σωφρονιστικό προσωπικό.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πειθάρχησα στους κανόνες των φυλακών και δεν δημιούργησα το παραμικρό πρόβλημα. Πρέπει, δε να επισημάνω στο Δικαστήριό Σας ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα εργάζομαι, όπως συνέβαινε και προ της συλλήψεώς μου.
Υπήρξε προσωπική και συνειδητή μου επιλογή, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα, αλλά προήρχετο από την πηγαία επιθυμία μου να είμαι απόλυτα συμμορφωμένος με τους ισχύοντες κανόνες και αυτό πρέπει να ασκήσει επιρροή στην απόφασή Σας.
Είναι σαφές ότι οι προβληματικοί χαρακτήρες και οι εγκληματικές προσωπικότητες ξεδιπλώνονται και παρουσιά-ζονται πιο εύκολα σε όλη τους την έκταση, όταν βρεθούν σε δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον, όπως κατεξοχήν αυτό της φυλακής. Εγώ όλο αυτό το χρονικό διάστημα το πέρασα αναλογιζόμενος, πόσο κακό προξένησε η επιπόλαιη απόφασή μου να δεχθώ προς μεταφορά τα ναρκωτικά στη ζωή και συνειδητοποίησα με σκληρό τρόπο ότι βάδιζα σε δρόμο αδιέξοδο".
Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, δ και ε ΠΚ, αφού δέχθηκε, όσον αφορά το ως άνω ελαφρυντικό της παρ. 2 εδ. ε, για το οποίο και μόνο αποδίδεται πλημμέλεια με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες, απολογία κ.λ.π.), αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο κατηγορούμενος ζήτησε να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α και ε Π.Κ. Τα αιτήματα αυτά πρέπει ν' απορριφθούν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την παραπάνω πράξη του δεν έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει ζωή, αφού πέραν της παράβασης που αναφέρεται στο ποινικό του μητρώο (παράνομη κυκλοφορία οχήματος μη ασφαλισμένου, υπ' αριθμ. 683/12-6-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αιγίου) η ενασχόλησή του με τα ναρκωτικά δεν ήταν ευκαιριακή, αφού η μεταφορά κ.λ.π. μιας τέτοιας ποσότητας ηρωΐνης και κοκαΐνη, που αξίζει πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας των ουσιών αυτών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Ειδικότερα, αποδείχθηκε μεν ότι ο κατηγορούμενος ακολούθησε τις οδηγίες των διωκτικών αρχών προς ανακάλυψη των λοιπών συμμετεχόντων πλην όμως αυτό έγινε μετά την ανεύρεση των ναρκωτικών ουσιών και τη σύλληψή του. Εξάλλου δεν έδωσε ονόματα ανθρώπων της εμπορίας ναρκωτικών. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, διότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν κρατούμενος στις φυλακές και ναι μεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε καλή διαγωγή κατά το χρόνο της κράτησής του πλην όμως η συμπεριφορά αυτή υπαγορεύτηκε από σκοπιμότητα ενόψει της δίκης που θα ακολουθούσε και του φόβου του για τις πειθαρχικές κ.λ.π. ποινές της φυλακής".
Με αυτές τις παραδοχές το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όσον αφορά ειδικότερα την απόρριψη της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως (εδάφ. ε), ως προς την οποία και μόνο πλήττεται η απόφαση με την ένδικη αίτηση, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.ε ΠΚ, ενώ το ότι κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση των πράξεών του (23-5-2002) μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό (4-12-2007), όντας κρατούμενος στις Φυλακές, επέδειξε την πρέπουσα διαγωγή προς τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους συγκρατούμενούς του, τηρώντας τους κανονισμούς του σωφρονιστικού συστήματος, χωρίς να υποπέσει σε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, ήτοι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν είναι αρκετή και δε συνιστά, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, καθεαυτή, την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας στην κοινωνία εκτός της φυλακής. Επομένως, το Δικαστήριο που απέρριψε κατ' ουσία τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αναιτιολόγητης απορρίψεως αυτού, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και ο σχετικός ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3- 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθ. 102/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ