Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1533 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη οδηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε σε κατάσταση μέθης και α) εξ αμελείας προκάλεσε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, β) οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και γ) εγκατέλειψε τον τόπο του συμβάντος. Ισχύς κατά τον χρόνο του συμβάντος των κοινών υπουργικών αποφάσεως σχετικά με τη διαδικασία διαπίστωσης της ύπαρξης οινοπνεύματος στο αίμα. Οι ακυρότητες της προδικασίας σχετικά με τη μη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων για την ανίχνευση οινοπνεύματος, θεμελιώνουν απόλυτη ακυρότητα γιατί πλήττουν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, πρέπει όμως να προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου διότι άλλως καλύπτονται. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος δεν είναι αυτοτελής. Συνιστά άρνηση της κατηγορίας και δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Συνακολούθως, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού χωρίς σχετική εισαγγελική πρόταση. Απορρίπτει.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1533/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιοο - Σπυρίδωνα Μαζαράκη, περί αναιρέσεως της 871/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ρουμελιώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαϊου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1062/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Την 3-6-2001 και περί ώρα 22.00 η Ψ2 οδηγώντας το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό της με συνεπιβάτη τον ανήλικο υιό της Ψ, εκινείτο στην παράλληλη οδό της Ν.Ε.Ο Αθηνών Κορίνθου με κατεύθυνση προς ...... Στο ύψος του 29ου χλμ της εν λόγω οδού η ανωτέρω οδηγός στάθμευσε το όχημά της εντελώς δεξιά της οδού, ήτοι εν μέρει στο οδόστρωμα προς .... και εν μέρει μέσα στον αύλακα που υπήρχε στο σημείο εκείνο, καταλαμβάνοντας όχι περισσότερο από 0,75μ για κάθε κατεύθυνση. Στη συνέχεια εξήλθε του αυτοκινήτου και μετά 15-20 λεπτά η μεν οδηγός βρισκόταν στην πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος με την πόρτα ελαφρώς ανοιχτή, προσπαθώντας να τοποθετήσει πράγματα στο πάτωμά του, ενώ ο ανήλικος υιός της ήταν όρθιος δίπλα στην αριστερή οπίσθια πόρτα, πίσω από το σώμα της μητέρας του, στο ίδιο ύψος με αυτήν και μέσα στο οδόστρωμα. Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αφού η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα όπως ανιχνεύθηκε στο αίμα του ήταν 400 gr/100 ml οδηγώντας το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του με υπερβολική ταχύτητα τουλάχιστον 70 Χ/Ω αντί της επιτρεπομένης νομίμου των 30 Χ/Ω, μόλις έφθασε στο ανωτέρω σημείο που ήταν σταθμευμένο το άνω όχημα, επέπεσε στην ανοιχτή αριστερή πόρτα και στη συνέχεια σε όλη την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, παρασύροντας με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μετώπης τον ανήλικο τον οποίο εκτόξευσε αρκετά μέτρα μακριά με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Με αυτά τα δεδομένα, ο θάνατος του ανηλίκου οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, επέφερε το ανωτέρω αποτέλεσμα, το οποίο δεν προέβλεψε. Ειδικότερα, από έλλειψη της προσοχής έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, πέραν της νομίμου επιτρεπομένης και σε κατάσταση μέθης, παρότι ήταν περιορισμένη η ορατότητα λόγω νυκτός και ο φωτισμός ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το σταθμευμένο όχημα και το θύμα και να επιφέρει το θάνατό του. Στη συνέχεια, παρότι ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, δεν στάθμευσε αμέσως για να δώσει την αναγκαία βοήθεια, ούτε ειδοποίησε την πιο κοντινή αστυνομική αρχή, αλλά τράπηκε σε φυγή. Όπως προαναφέρθηκε, ανιχνεύθηκε αρχικά με alcotest οινόπνευμα στο αίμα του 400 mg/100 ml ή 4 γρ. ανά λίτρο αίματος και κατά την τοξικολογική εξέταση 2,84 γρμ. ανά λίτρο αίματος, τηρηθείσης της διαδικασίας της Υ.Α 13382 Φ.705.11/4δ της 25/26-11-1977 και της τροποποιητικής αυτής υπ' αριθμ.1330.Φ.705.11/4ξθ/15.2/1.4.1985 που ίσχυε κατά τον χρόνο του ατυχήματος (βλ. ΑΠ 1491/2006, βλ. την .... έκθεση τοξικολογικής έρευνας επίκ. Καθηγήτριας....... Ο αντίθετος συνεπώς ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος. Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται...". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι 1) οδηγώντας αυτοκίνητό του, προεκάλεσε τον εξ αμελείας θάνατο του ηλικίας 13 ετών ανηλίκου Ψ 2) κατά τον χρόνο του συμβάντος, οδηγούσε το αυτοκίνητό του ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον ανιχνεύθηκε στο αίμα του οινόπνευμα σε περιεκτικότητα ποσοστού 400 GR/100 ML και 3) μετά το τροχαίο συμβάν δεν παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος για να δώσει την αναγκαία βοήθεια στον παθόντα ούτε ειδοποίησε για το ατύχημα την πλησιέστερη αστυνομικά αρχή και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακισεως τριών (3) ετών και έξη (6) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 302 του Π.Κ και 42, 43 του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Η αιτίαση που προβάλλεται με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, για αντίφαση στην απόφαση αφού στο μεν σκεπτικό της το δικαστήριο δέχεται ότι με την μέθοδο του alcotest ανιχνεύθηκε στο αίμα του κατηγορουμένου οινόπνευμα σε περιεκτικότητα 400 gr/100 ml ανά λίτρο αίματος και με την τοξικολογική εξέταση 2,82 γραμ. στο διατακτικό αναφέρεται ότι η ανιχνευθείσα ποσότητα ανέρχεται 400 gr/100 ml στον οργανισμό του, είναι αβάσιμη. Εκ των παραπάνω παραδοχών της αποφάσεως ουδεμία αντίφαση δημιουργείται περί του εάν ο κατηγορούμενος κατά την οδήγηση του οχήματός του ευρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αφού τόσον με την μέθοδο του alcotest όσο και με την τοξικολογική εξέταση η συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του υπερέβαινε κατά πολύ τα 0,5 γραμ. που ορίζεται από το άρθρο 42 παρ.1 εδαφ.β'του Ν. 2696/1999 ως ελάχιστο όριο συγκέντρωσης οινοπνεύματος. Περαιτέρω, η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση και κατά τα δύο σκέλη της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών Υπουργικών αποφάσεων περί του τρόπου διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως και το ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό ώστε να κριθεί εάν ο ελεγχόμενος οδηγός τελεί υπό την επίδραση αυτών, οι οποίες υπουργικές αποφάσεις, ως επικαλείται ο αναιρεσείων δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο του συμβάντος και υπήρχε νομοθετικό κενό, είναι αβάσιμη. Τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους. Α) Αρχικώς, υπό την ισχύ του άρθρου 42 του Ν.614/997 το ανωτέρω ζήτημα ρυθμίσθηκε από την υπ' αριθμ. 13.382 Φ. 705.11 της 25/26-1-1997 και την εν συνεχεία τροποποιητική αυτής υπ'αριθμ. 1.330 Φ.705.11/4ξθ-4-1985 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως. Β) Υπό την ισχύ του Ν. 2094/1992, με τη διάταξη του άρθρου 112 παρ.7 εδαφ.β' αυτού ρητώς ορίσθηκε η διατήρηση των άνω υπουργικών αποφάσεων. Γ) Στον Ν. 2696/1999 ο οποίος ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων, στο άρθρο 42 παρ.5 επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις των διατάξεων των προηγουμένων νόμων για το ζήτημα του, με υπουργικές αποφάσεις, καθορισμού του τρόπου διαπιστώσεως της υπάρξεως οινοπνεύματος κ.λ.π. όμως, στην τελική διάταξη του άρθρου 110, δεν περιελήφθη διάταξη περί διατηρήσεως σε ισχύ των προηγουμένων υπουργικών αποφάσεων, μέχρι να εκδοθούν οι υπό του τελευταίου τούτου νόμου προβλεπόμενες. Τέτοια διάταξη προστέθηκε ως παρ.4 στο άρθρο 110 του Ν. 2696/1999 με το άρθρο 43 του Ν.2963/2001 ο οποίος άρχισε να ισχύει από 22-11-2001, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του ενδίκου συμβάντος. Το γεγονός, ό΅ως, αυτό δεν ση΅αίνει ότι οι παραπάνω υπουργικές αποφάσεις έπαυσαν να ισχύουν από τη θέση σε ισχύ του Ν. 2696/1999 και ΅έχρι την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 110 αυτού, ΅ε τον Ν. 2953/2001.Και τούτο γιατί οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, εξακολούθησαν να ισχύουν και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστη΅α, ανεξάρτητα ότι αυτό δεν είχε ορισθεί ρητά, αφού ο ν. 2696/1999 καταργώντας τον Ν. 2094/1992 που τις είχε διατηρήσει σε ισχύ, δεν απήγγειλε και την κατάργηση αυτών ούτε περιέλαβε ως προς τον τρόπο ανίχνευσης του οινοπνεύ΅ατος στον οργανισ΅ό των οδηγών, διατάξεις αντίθετες προς εκείνες των άνω αποφάσεων ώστε να θεωρηθούν εξ αυτού οι τελευταίες ως καταργηθείσες.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου η 13782 Φ. 705.11/46/26.11.1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, όπως κατά τα ανωτέρω τροποποιήθηκε με την όμοια 1330Φ. 705.11-/4ΞΘ/15.2/1.4.1985, (που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο αναιρεσείων) ορίζει ότι, κατά τη λήψη αίματος για τη διερεύνηση αν ο οδηγός αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, από τα αποστελλόμενα δύο φιαλίδια αίματος το μεν ένα χρησιμοποιείται για την αναζήτηση οινοπνεύματος, το δε άλλο φυλάσσεται στα ψυγεία της αρμόδιας προς εξέταση Υπηρεσίας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών μηνών από της λήψεως του αίματος. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως των αποτελεσμάτων θα μπορούν οι ενδιαφερόμενοι, εφόσον το επιθυμούν, να ζητήσουν εντός του διαστήματος αυτού την επανεξέταση των αντιδειγμάτων. Οι αρχές που θα αποστέλλουν δείγματα αίματος προς ανίχνευση οινοπνεύματος υποχρεούνται να ανακοινώσουν τα παραπάνω στους ενδιαφερομένους εγγράφως. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η μη έγγραφη ανακοίνωση στον κατηγορούμενο του αποτελέσματος της εξετάσεως του αίματός του για ανίχνευση οινοπνεύματος αποτελεί παραβίαση διατάξεως που καθορίζει την υπεράσπισή του και ιδρύει απόλυτη ακυρότητα από αυτές που μνημονεύονται στο άρθρο 171 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο (αρθ. 42 ΚΟΚ) και τις κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδοθείσες ως άνω Υ.Α. νόμιμες προϋποθέσεις αναφορικά με τη γενόμενη αιμοληψία και την προς αυτόν έγγραφη κοινοποίηση του αποτελέσματος της Εκθέσεως Τοξικολογικής εξετάσεως του αίματός του για την ανίχνευση οινοπνεύματος σε αυτό. Όμως από τις αναφερόμενες αυτές πράξεις και παραλείψεις δημιουργείται μεν ακυρότητα η οποία ανάγεται στην προδικασία αλλά η ακυρότητα αυτή έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου με τον οποίον πλήττεται η απόφαση διότι το δικαστήριο α) χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του ότι κατά τον χρόνο του συμβάντος δεν οδηγούσε ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης και β) στην απορριπτική κρίση του κατέληξε χωρίς για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού να προτείνει ο εισαγγελέας, εντεύθεν δε προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο, κατ'αμφότερα τα σκέλη του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επί κατηγορουμένου στον οποίο αποδίδεται η τέλεση αξιοποίνου πράξεως σε κατάσταση μέθης, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αυτού συνιστά άρνηση στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Τότε μόνον είναι αυτοτελής ο περί μέθης ισχυρισμός και δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου σε αιτιολογημένη απάντηση, όταν προβάλλεται για την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρα 34 και 36 παρ.1 Π.Κ) ή για την ειδική ποινική μεταχείριση του δράστη (άρθρα 71,193 Π.Κ).
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, συνακολούθως δε, ενόψει του άνω χαρακτήρα του ισχυρισμού αυτού, δεν είχε υποχρέωση να προτείνει επ' αυτού και ο εισαγγελέας, ώστε από την παράλειψη του τελευταίου να δημιουργείται ακυρότητα στο ακροατήριο. Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και Ψ1 (άρθρα 583 παρ.1 Κ.Π.Δ και 176 Κ.Πολ.Δ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Μαϊου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 871/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή