Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2501 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεως αναιρέσεως του αυτού αναιρεσείοντος. Απόρριψη της πρώτης ως απαράδεκτης (αόριστης). Έννοια και στοιχεία κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών (ινδική κάνναβη). Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη και απόρριψη ισχυρισμού για τοξικομανία και λοιπών ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2501/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, περί αναιρέσεως της 33/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαρτίου 2008 και 21 Ιουλίου 2008 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1277/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως και ως αβάσιμη η από 21 Ιουλίου 2008 τοιαύτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ.γ'του ΚΠΔ, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση του απαραδέκτου της δεύτερης αίτησης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αίτηση αναιρέσεως η οποία θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτήν. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ. 33/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, ο αναιρεσείων εμπροθέσμως άσκησε την από 19-3-2008 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή της δικαστικής φυλακής Αλικαρνασσού. Κατά της αυτής αποφάσεως άσκησε αναίρεση, με την από 21-7-2008 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-7-2008 και ο δικηγόρος Χανίων Γεώργιος Περράκης με την ιδιότητα του συνηγόρου του παραστάντος κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έχει συζητηθεί η πρώτη αίτηση και έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής, αλλά το πρώτον και οι δύο εισάγονται να συζητηθούν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.
Συνεπώς και η δεύτερη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεξετασθεί με την πρώτη.
Α.- Επί της από 19-3-2008 πρώτης αιτήσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 1, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένοι οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την παραπάνω απόφαση και ζητεί την αναίρεσή της διαλαμβάνων στην αίτησή του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα "για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει στο επισυναπτόμενο υπόμνημα του ... ". Στο υπόμνημα αυτό, που υποβλήθηκε την ίδια ημέρα της εγχειρίσεως της εκθέσεως αναιρέσεως, από την επισκόπηση του περιεχομένου του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων βάλλει απαραδέκτως κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, η αίτηση αυτά είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Β.- Επί της από 21-7-2008 δεύτερης αιτήσεως
Ι.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβις, κατά το άρθρο 4 Πιν. Α' περ. 6 του ίδιου πιο άνω νόμου. Ως πώληση ή αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Η κατοχή εξάλλου, πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός : α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνο των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να γίνει μεταβολή της κατηγορίας και να τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης, ότι την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας την οποία αγόρασε και κατά τη σύλληψή του κατείχε την προμηθεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για δική του χρήση, δεν αποτελεί απλή άρνηση της κατηγορίας της αγοράς και κατοχής , αλλά αυτοτελή ισχυρισμό για τον οποίο το δικαστήριο , σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον όμως αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με την επίκληση πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η ποσότητα που προμηθεύτηκε είναι πρόσφορη για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών, προσδιορίζοντας το είδος των ναρκωτικών και την ποσότητα της ημερήσιας δόσης που είναι απολύτως αναγκαία σ' αυτόν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... ο κατηγορούμενος στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, από πρόθεση ενεργώντας, τέλεσε περισσότερες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Συγκεκριμένα: 1) κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-2004 μέχρι 17-1-2005, κατείχε απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες υπό την έννοια της φυσικής εξουσίασής τους, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, αν και γνώριζε ότι τούτο απαγορεύεται. Ειδικότερα κατείχε 2.459 γραμ. ακατέργαστη ς ινδικής κάνναβης που είναι απαγορευμένη ναρκωτική ουσία. Από την ποσότητα αυτή 2.438,55 γραμ. είχε τοποθετήσει σε περιβάλλοντα χώρο αποθήκης του Δημ. Διαμερίσματος ....., του οποίου τη νομή και κατοχή είχε αυτός, αφού το χώρο αυτό επισκεπτόταν συχνά. και αποθήκευε διάφορα πράγματα για τις ανάγκες της οικογενείας του καθώς και ξύλα στον περιβάλλοντα χώρο. 2) Στις 3-12-2004 πώλησε ποσότητα 2,3 γραμμαρίων της άνω ναρκωτικής ουσίας αντί τιμήματος στο ....., αν και γνώριζε ότι τούτο απαγορεύεται και 3) στις 13-1-2005 πώλησε στον ..... από την ίδια ως άνω ποσότητα 20 γραμ., αντί τιμήματος 120 ευρώ. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (βλ. και την από 14-1-2005 έκθεση ερεύνης και κατασχέσεως δύο ζυγαριών ακριβείας) καθόσον από την επανειλημμένη διάπραξη της πώλησης προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτού για τη διάπραξη τέτοιων πράξεων, αφού και στο παρελθόν έχει ασχοληθεί, όπως πιο κάτω αναφέρεται με τα ναρκωτικά, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ακόμη αποδεικνύεται ότι αυτός είναι και υπότροπος αφού μέσα στην προηγούμενη δεκαετία είχε καταδικασθεί αμετακλήτως για παραβάσεις του νόμου "περί ναρκωτικών" σε βαθμό κακουργήματος με την 120/12-9-1996 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, σε κάθειρξη 5 ετών. Περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 12§4 Ν. 1729/87 δεν συντρέχει, πρωτίστως για το λόγο ότι η ποσότητα που προμηθεύτηκε και κατείχε (2.459 γραμ.) δεν χαρακτηρίζεται ως " μικροποσότητα" όπως απαιτεί το άνω άρθρο. Ο κατηγορούμενος αυτός δεν είναι τοξικομανής, υπό την έννοια ότι έχει αποκτήσει τη συνήθεια της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Ο σχετικός ισχυρισμός του, δεν αποδεικνύεται και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι η από 16-6-2005 έκθεση της ψυχιάτρου ....., που δεν αποτελεί αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για την παραδοχή της ιδιότητας αυτής, δεν συνεπικουρείται και από τα άλλα αποδεικτικά. Η εξέταση του κατηγορουμένου έγινε έξι (6) μήνες μετά τη σύλληψή του και την προσωρινή του κράτηση το διάστημα αυτό στις φυλακές. Η άποψη της ψυχιάτρου δεν στηρίζεται σε εργαστηριακά ευρήματα, ούτε σε εκείνα, μετά από παρακολούθηση τουλάχιστον πέντε (5) ημερών σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Ούτε, όπως διατείνεται η ίδια, μετά το σωματικό του έλεγχο διαπίστωσε συνοδά στοιχεία δηλ. ουλές από νύξεις των φλεβών. Η γνωμάτευσή της στηρίχθηκε αποκλειστικά στη λήψη του ιστορικού που της εξέθεσε ο ίδιος. Τούτο όμως είναι ενέργεια αντίθετη στην Υ.Α. 398217-10-1987 για τα κριτήρια διάγνωσης της εξάρτησης (βλ. άρθρ. 1 εδ.β' περ. τελευταία). Εξάλλου κατά την επί εξάμηνο, μέχρι την εξέτασή του, κράτησή του στις φυλακές, δεν εμφάνισε στερητικά σύνδρομα ή άλλες ψυχικές διαταραχές, ώστε να αντιμετωπισθούν από τους ιατρούς των φυλακών. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των παραπάνω πράξεων. Στον κατηγορούμενο, κατά. τη γνώμη τριών μελών του Δικαστηρίου, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του (άρθρ. 84§2δ Π.Κ.). Δύο μέλη του Δικαστηρίου (η Πρόεδρος Ε. Περράκη και ο Εφέτης Α. Τριαντόπουλος) είχαν τη γνώμη ότι δεν έπρεπε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό τούτο, αφού αυτός δεν ομολόγησε όλες τις πράξεις του. Ομόφωνα το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί το έτερο ελαφρυντικό (άρθρο 84§2ε Π.Κ.) καθόσον ο κατηγορούμενος από την τέλεση των ως άνω πράξεων μέχρι σήμερα, δεν ζει ελεύθερα αλλά στη φυλακή ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να γίνεται στην απόφαση συσχέτιση και αξιολογική σύγκριση των αποδεικτικών μέσων και αναλυτική αναφορά περί του τι προκύπτει ξεχωριστά από καθένα από αυτά. Εξάλλου διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι ο αναιρεσείων είχε την φυσική εξουσία επί της ναρκωτικής ουσίας η οποία κατασχέθηκε και για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την πράξη της κατοχής δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται ο σκοπός του κατηγορουμένου να διακινήσει την ναρκωτική ουσία, σκοπός που σε κάθε περίπτωση προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως για την κατ' εξακολούθηση πώληση. Περαιτέρω επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων για τις οποίες ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών (κατάσχεση ζυγαριών ακριβείας), την εξακολουθητική τέλεση της πράξεως της πωλήσεως και την αναφορά προηγούμενης καταδίκης του κατηγορουμένου, την οποία, ταυτοχρόνως, ορθώς το δικαστήριο υπάγει στην έννοια της κατά το άρθρο 88 παρ.1 του Π.Κ υποτροπής, αφού δέχεται αμετάκλητη καταδίκη αυτού την προηγούμενη δεκαετία σε ποινή κάθειρξης με την αναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Ομοίως επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί της συνδρομής των όρων του άρθρου 12 παρ.4 του Ν. 1729/1987, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι η κατασχεθείσα ποσότητα σε συνδυασμό με την πράξη της εξακολουθητικής πώλησης, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της άνω διατάξεως. Περαιτέρω και εν σχέσει με τον περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, την ιδιότητα αυτή ρητώς το δικαστήριο αποκλείει με εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με την παράθεση αναλυτικών σκέψεων με τις οποίες για το ζήτημα αυτό άγεται σε αντίθετη ουσιαστική κρίση από εκείνη της πραγματογνώμονος η οποία περιέχεται στην αναγνωσθείσα έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου, με μόνη την επίκληση μη παραβατικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του στις φυλακές, δεν θεμελιώνεται η προβολή του ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ.2ε'του Π.Κ και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού. Τέλος, οι αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων αναφέρεται στις μαρτυρικές καταθέσεις και τις επικαλείται για να αποδώσει σφάλμα στην απόφαση, είναι απαράδεκτες γιατί υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθία, ο μόνος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει, επομένως, να απορριφεί και η δεύτερη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 19-3-2008 και από 21-7-2008 αιτήσεις του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 33/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ