Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2469 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Αγορά, κατοχή, αποθήκευση, μεταφορά ηρωίνης. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για τις άνω πράξεις. Ελλιπής αιτιολογία για τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987. Ελλιπής αιτιολογία και για την απόρριψη ισχυρισμού της δεύτερης κατηγορούμενης για συνδρομή στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 Ε΄ του ΠΚ. Μερική αναίρεση για τις άνω διατάξεις και για την περί ποινής διάταξη. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας αναγνωσθέντος εγγράφου. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα εκ της αιτίας αυτής.




Αριθμός 2469/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κουτουλάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2036/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Δεκεμβρίου 2007, δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 10/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 2.036/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν α) η υπ'αριθμ. πρωτ. 10.782/4-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και β) η υπ' αριθμ. πρωτ. 10.781/4-12-2007 αίτηση της Χ2. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Δικαστήριο, μεταξύ των άλλων εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν, ανέγνωσε και ".. την από 3-5-2003 έκθεση ένορκης εξετάσεως μάρτυρα..." χωρίς άλλο προσδιορισμό της ταυτότητας του εγγράφου αυτού, δεδομένου ότι την ίδια ημερομηνία (3-5-2003) εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στην προανάκριση τόσο ο Α όσο και ο Β. Η αιτίαση είναι αβάσιμη και ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε από την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου με τα άνω στοιχεία. Τούτο δε διότι, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι στο ακροατήριο του δικαστηρίου εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο Β, πρόδηλο είναι ότι η αναγνωσθείσα κατάθεση αναφέρεται σε εκείνη του μάρτυρα Α. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, να αντιληφθεί περί ποίας καταθέσεως επρόκειτο και να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α) ... β') πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές και γ') κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο ", ενώ κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου " με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή (10.000.000 δρχ. μέχρι 200.000.000 δρχ.), τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν ενεργεί με το σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανηλίκους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση των πράξεων αυτών ή προς το σκοπό διαφυγής του, τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ...". Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη, προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη" και κατά το εδ. ζ' του ίδιου άρθρου 13 του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2479/1997, "ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του, προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον". IV.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται, για την ύπαρξη των επιβαρυντικών περιστάσεων, τη συνδρομή των οποίων δέχθηκε το δικαστήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, η ύπαρξη του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον ορισμένως και παραδεκτώς προβάλλονται. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό υπ' αριθμ. 2.036/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για την από κοινού α) κατοχή ποσότητας 1.841 γραμμαρίων ηρωΐνης β) αποθήκευση ποσότητας 1.590 γραμμαρίων γ) μεταφορά 251,02 γραμμαρίων. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος X1 καταδικάσθηκε και για την αγορά της άνω ποσότητας των 1.841 γραμμαρίων. Για τον ίδιο κατηγορούμενο και μόνο για αυτόν, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τις πράξεις της κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς τις τέλεσε κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και ως ιδιαίτερα επικίνδυνος. Για τις άνω πράξεις επέβαλε στον αναιρεσείοντα X1 ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και στην αναιρεσείουσα X2 κάθειρξη έξη (6) ετών και χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ. Για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, το δικαστήριο, από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα. "... Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού, και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν τα ακόλουθα εγκλήματα ήτοι. Α) στο 19ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Σπάρτης-Γυθείου κατελήφθησαν την 3-5-2003 εντός του αναφερομένου στο διατακτικό αυτοκινήτου, του οποίου οδηγός ήταν ο πρώτος αυτών, να κατέχουν και να μεταφέρουν ηρωΐνη συνολικού μικτού βάρους 251,02 γραμ. περίπου σε 4 συσκευασίες, με σκοπό την εμπορία, εκ των οποίων τη μία, βάρους 0,200 γραμ. περίπου είχε στο παντελόνι του ο πρώτος, τις δε λοιπές 3 είχε κρύψει στο σώμα της η δεύτερη. Β) Σε αποθήκη της επί της οδού ..... οικίας τους αποθήκευσαν και κατείχαν από κοινού εντός του χρονικού διαστήματος από 15-4-2003 έως 3-5-2003 ηρωΐνη συνολικού μικτού βάρους 1.590 γραμ. συσκευασμένη, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται. Από την επανειλημμένη διάπραξη των εγκλημάτων του, σαφώς συνάγεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει αποκτήσει ροπή προς κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσή τους, όπως και για πορισμό εισοδήματος, είναι δε ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης. Γ) Περαιτέρω, ο εν λόγω κατηγορούμενος, στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής και σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε, πάντως όμως, εντός του χρονικού διαστήματος από 15-4-2003 έως 3-5-2003, αγόρασε από άγνωστο άτομο άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, τουλάχιστον όμως αγόρασε ηρωϊνη συνολικού μικτού βάρους 1.841 γραμ. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των παραπάνω εγκλημάτων που διέπραξαν, αναγνωριζομένου σ' αυτούς του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., όχι όμως και εκείνων του αυτού άρθρου παρ. 2δ' και ε' Π.Κ. αφού δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους, ούτε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, ενώ από μόνη της η συμπεριφορά αυτού ως κρατουμένου στις φυλακές, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από αυτές....". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά τη τέλεση των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων από δράστες μη τοξικομανείς, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της κατοχής παρατίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν την φυσική εξουσία επί της ναρκωτικής ουσίας, αφού δέχεται ότι μέρος αυτής, κατά τη γενόμενη αστυνομική έρευνα, βρέθηκε στην τσέπη του πρώτου κατηγορουμένου και στο εσώρουχο της δεύτερης, το δε υπόλοιπο το φύλασσαν αποθηκευμένο σε χώρο της κατοικίας τους. Επομένως, κατά τούτο, οι αιτιάσεις και των δύο αναιρεσειόντων με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμες. Η αιτιολογία όμως της αποφάσεως σε σχέση με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της κατοχής, αποθήκευσης και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από δράστη που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, την οποία επίσης δέχθηκε το δικαστήριο για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο X1, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού απλά μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως οι νομικοί αυτοί όροι (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης) και ουδεμία γίνεται αναφορά περιστατικών τα οποία να οδηγούν σε κρίση, για τέλεση της πράξεως, είτε κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, υπό την έννοια που αναφέρθηκε αρχικά, η δε παραδοχή της αποφάσεως περί "επανειλημμένης τέλεσης των εγκλημάτων του " είναι ελλειπής αφού το δικαστήριο δεν δέχεται συνδρομή των εκ του άρθρου 98 Π.Κ. όρων του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, ούτε δέχεται τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε πότε στο παρελθόν δράστης ομοίων αδικημάτων.
Συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό, ο για έλλειψη αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου αυτού είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ο αυτός κατηγορούμενος X1, ως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε ζητήσει, [πέραν της ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ η οποία και πράγματι αναγνωρίσθηκε από το δικαστήριο ότι συντρέχει στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων], να αναγνωρισθούν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μετάνοιας (παρ. 2δ') και της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς για μακρό χρονικό διάστημα. Για την συνδρομή της πρώτης των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, επικαλέσθηκε, κατά πιστή μεταφορά από τα πρακτικά ".. κάλεσε τους προανακριτικούς υπαλλήλους εντός της αποθήκης που βρίσκεται κοντά στην οικία του, τους παρέδωσε τις ναρκωτικές ουσίες, ομολόγησε τις πράξεις που τον βαρύνουν και διευκόλυνε τη βεβαίωση του εγκλήματος και την κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών... .". Ο ισχυρισμός αυτός αορίστως και απαραδέκτως προβλήθηκε, αφού η έρευνα προς ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών και η κατάσχεση αυτών ανάγονται σε εκτέλεση υπηρεσιακού καθήκοντος των προανακριτικών για τη βεβαίωση του εγκλήματος και δεν συνιστούν κατά τους όρους του άρθρου 84 παρ. 2δ' συμπεριφορά δηλωτική ειλικρινούς μετάνοιας. Εξάλλου για τη δεύτερη ελαφρυντική περίσταση, η επίκληση ότι "καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κράτησής του επέδειξε καλή συμπεριφορά και ο ποινικός του φάκελλος ήταν καθαρός" δεν πληροί το πραγματικό της διατάξεως της παρ. 2ε' αφού, από μόνη της η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ως κρατουμένου στις Φυλακές και για μόνο το χρονικό διάστημα της κράτησής του, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης τούτου, μετά την πράξη του, δεν μπορεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει την απαιτούμενη καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια για τις άνω ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία και κατά τούτο οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου X1 είναι αβάσιμες. Περαιτέρω και η κατηγορουμένη X2 ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς για μακρό χρονικό διάστημα, επικαλούμενη, κατά τα εκ των πρακτικών προκύπτοντα, ότι μετά την αποφυλάκισή της [κατά παραδοχή αιτήσεως αναστολής της πρωτόδικης αποφάσεως] εργάζεται ανελλειπώς ως οικιακή βοηθός σε οικίες Ελλήνων, ότι για την εργασία της αυτή είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, ότι στηρίζει οικονομικά τους γονείς της που στερούνται ιδίων πόρων και ότι γενικώς δεν έχει έκτοτε επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική και κολάσιμη συμπεριφορά. Τον ισχυρισμό αυτόν, επαρκώς θεμελιούμενο με τα άνω προτεινόμενα πραγματικά περιστατικά, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με ελλειπή αιτιολογία με μόνη την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα με την πράξη.
Συνεπώς, κατά το σκέλος αυτό, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας X2, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού της.
V. Μετά από αυτά, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθόσον αφορά την ενοχή των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για όλες τις πράξεις, για τις οποίες το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του κήρυξε αυτούς ενόχους. Όμως, οι ίδιες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτές και αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση α) για μεν τον αναιρεσείοντα X1 κατά τη διάταξη αυτής με την οποία δέχθηκε ως προς αυτόν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 συνακολούθως δε και κατά την περί ποινής διάταξη αυτής β) για δε την αναιρεσείουσα- κατηγορουμένη X2 ως προς την διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ. αυτοτελής ισχυρισμός αυτής, αλλά και κατά περί της ποινής διάταξη. Κατά το αναιρούμενο μέρος της, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2.036/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο κατά τις διατάξεις αυτής με τις οποίες δέχθηκε Α) για τον αναιρεσείοντα X1 και για τις πράξεις για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο, τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 και Β) για την αναιρεσείουσα X2, την μη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Ποινικού Κώδικα και Γ) κατά τη διάταξη αυτής περί της επιβολής ποινής και στους δύο αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά, τις εν αρχή αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και της X2

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008 . Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ