Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 334 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρεμπορία, Οπλοκατοχή.




Περίληψη:
Λαθρεμπορία. Κατοχή λαθρεμπορευμάτων (τσιγάρα) (άρθρο 100 παρ. 1 του Ν. 1165/1918 και 155 παρ.1α και β, του Ν. 2960/2001). Γνώση της ιδιότητας του λαθρεμπορεύματος. Παράβαση του ΒΔ της 13/16.4.1920 “περί κώδικος των νόμων περί φορολογίας του καπνού”. Παράβαση του άρθρ. 12 του κ.ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2170/1993 (ανασφάλιστο όχημα). Παράβαση άρθρ. 90 παρ. 3 του Ν. 2691/1999 (αντικατάσταση, παραποίηση πινακίδων οχήματος). Παραβάσεις Ν. 2168/1993. Παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως.




Αριθμός 334/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κεδίκογλου, περί αναιρέσεως της 951, 1175/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1786/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι και "πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ. 1 β, του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι και "πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1 "Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατ' άρθρ. 67 "1. ... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ και των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις αυτές δε διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, σε περίπτωση κατοχής λαθραίων σιγαρέττων υπόκειται αληθής κατ' ιδέα συρροή λαθρεμπορίας και παραβάσεως του ΒΔ της 13/16.4.1920. "περί κώδικος των νόμων περί φορολογίας του καπνού", κατά το άρθρ. 106 του οποίου (άρθρ. 4 ν. 522 του 1914), δεν επιτρέπεται η κατοχή και η μεταφορά καπνού χωρίς άδεια που εκδίδεται κατά τους όρους του νόμου τούτου, επ` ονόματι των παραγωγών ή των εμπόρων καπνού, η παράβαση δε αυτή τιμωρείται με χρηματική ποινή (άρ. 91 και 123 παρ. 3 του ΒΔ της 13/16.4.1920). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρ. 12 του κ.ν. 489/1976, όπως αντικ. με το άρ. 17 παρ.1 του ν 2170/1993, με τις ίδιες ποινές που προβλέπονται στη διάταξη αυτή για τον κύριο ή κάτοχο του αυτοκινήτου που το θέτει σε κυκλοφορία, τιμωρείται "και όποιος θέτει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο που δεν ανήκει σ` αυτόν και δεν είναι ασφαλισμένο κατά τις διατάξεις του παρόντος". Επίσης, κατά το άρ. 90 παρ. 3 του ν. 2691/1999 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, πλην άλλων, και η για οποιαδήποτε αιτία αντικατάσταση των πινακίδων, που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού με άλλες που δεν έχουν χορηγηθεί νόμιμα, ή παραποίηση αυτών με οποιαδήποτε μορφή. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 στοιχ. α και δ του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και τα πυροβόλα όπλα (πιστόλια, περίστροφα κλπ), ενώ πυρομαχικά είναι τα πάσης φύσεως εφόδια βολής, ιδίως τα φυσίγγια πυροβόλων κλπ όπλων, κατά δε τα άρθρα 7 παρ. 1, 2α και 8α του ν. 2168/93 η κατοχή των όπλων και πυρομαχικών απαγορεύεται, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στο άρ. 7 παρ. 8α του νόμου αυτού ποινές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 951, 1175/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Τις βραδυνές ώρες της 12-4-2001 αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης και του Α.Τ ....., που επέβαιναν σε περιπολικό και τζιπ, αντίστοιχα, εκτελούσαν περιπολία στην περιοχή του ..... και στην ειδικότερη θέση ".....". Κατά τη διάρκεια της περιπολίας και περί ώρα 22.30 εντόπισαν ένα ΙΧΦ αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, κλειστό, χρώματος μπλε, με αριθμό κυκλοφορίας ....., που προηγείτο του περιπολικού και αποφάσισαν να το ελέγξουν, επειδή το θεώρησαν ύποπτο και δη γιατί η πινακίδα κυκλοφορίας του έμοιαζε να είναι πλαστή (χειροποίητη). Αμέσως, ο συνοδηγός του προπορευομένου περιπολικού της Άμεσης Δράσης, μάρτυρας κατηγορίας Α (αστυνομικός) κάλεσε τον οδηγό του, καθ' ον χρόνον αυτός στάθμευε σε μια "αλάνα" παραπλεύρως της οδού, να κατέβει απ' αυτό, φωνάζοντάς του από το μεγάφωνο του περιπολικού "Αστυνομία, κατέβα κάτω θα γίνει έλεγχος". Τότε ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου άνοιξε την πόρτα αυτού, πήδησε από τη θέση του και τράπηκε σε φυγή προς τα χωράφια. Οι αστυνομικοί του ΑΤ ..... τον καταδίωξαν και τον συνέλαβαν, διαπίστωσαν δε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί ερεύνησαν το εν λόγω ΙΧΦ αυτοκίνητο και διαπίστωσαν ότι κατείχε και μετέφερε με αυτό ποσότητες λαθραίων σιγαρέτων (συγκεκριμένα βρέθηκαν μέσα στο φορτηγό 73 ΒΟΧ σιγαρέτα, μάρκας RECALKINC SIZE και 81 ΒΟΧ σιγαρέτα μάρκας Super Kings, εκάστου εκ των ΒΟΧ περιέχοντος πενήντα κούτες των δέκα πακέτων η καθεμιά και συνολικά 77000 πακέτα τσιγάρα) τα οποία είχαν εισαχθεί παράνομα στην Ελλάδα, δεδομένου ότι αυτά δεν έφεραν τις νόμιμες ταινίες και σήματα του Κράτους που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευση των ειδών αυτών καθώς και την ειδική ταινία με την ένδειξη "ειδικός φόρος, κατανάλωσης τσιγάρων" με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Δημόσιο, αφού οι διαφυγόντες για το Ελληνικό Δημόσιο δασμοί και λοιποί φόροι ανέρχονται στο ποσό των δρχ. 47.942.606 (βλ. την από 17-4-2001 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων των υπαλλήλων του Τελωνείου Ελευσίνας). Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την στιγμή της συλλήψεώς του δεν αρνήθηκε ότι αυτός ήταν ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου κατά των ως άνω ημεροχρονολογία αλλά προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψη του λέγοντας στους αστυνομικούς "μην μου κάνετε τέτοια, θα τα βρούμε, έχω γνωστούς". Μετά όμως την ανεπιτυχή αυτή προσπάθειά του για αποφυγή της σύλληψής του αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με το ως άνω αυτοκίνητο, την άρνησή του δε αυτή επανέλαβε και ενώπιον του ακροατηρίου τόσον του πρωτοβάθμιου όσο και του Δικαστηρίου τούτου. Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε και μάλιστα κατά τρόπον αναμφίβολον, ότι οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου κατά του ανωτέρω χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε λόγο να βρίσκεται στο σημείο εκείνο κατά τον ως άνω χρόνο και δη νυκτερινές ώρες, αν δεν ήταν πράγματι ο οδηγός του ειρημένου αυτοκινήτου. Μάλιστα, ο μάρτυρας κατηγορίας Α, αστυνομικός, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος "ήταν το μόνο άτομο που βρέθηκε εκεί στο σημείο" και κατέληξε ότι οδηγός του ανωτέρω αυτοκινήτου "για μένα είναι ο κατηγορούμενος". Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μεταξύ των κλειδιών, που βρέθηκαν επάνω στον κατηγορούμενο ήταν και το κλειδί του διακόπτη της μίζας του άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου, με το οποίο το άνοιξαν οι αστυνομικοί και το πήγαν στο ΑΤ ....., όπως καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως οι μάρτυρες κατηγορίες Β και Α στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Β με άμεσο λόγο γνώσης και κατά τρόπο κατηγορηματικό κατέθεσε "Με το κλειδί που βρέθηκε στον κατηγορούμενο ανοίξαμε το φορτηγό" και ο μάρτυρας κατηγορίας Α επιβεβαιώνει το ανωτέρω γεγονός καταθέτοντας "βρήκαμε επάνω του κλειδιά, είχε σπιτιού, αυτοκινήτου BMW, που μας είπε ότι είχε και το ένα απ' αυτά ταίριαζε στη μίζα επάνω. Δεν θυμάμαι αν είχε κλειδιά στη μίζα επάνω. Ο Γ, ο οδηγός του περιπολικού έχει δίπλωμα επαγγελματικό και με το κλειδί αυτό που πήραμε από τον κατηγορούμενο έβαλε μπρος το φορτηγό. Είμαι γι' αυτό σίγουρος". Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ούτε και από το αποδειχθέν γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενώ κατά την έξοδό του εκ του φορτηγού και τη διαφυγή του στα χωράφια φορούσε κίτρινο φωσφορίζον μπουφάν, όταν συνελήφθη φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα. Και τούτο διότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Δ, που ήταν οδηγός του τζιπ και κατεδίωξε τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος από τη στιγμή που εξήλθε του φορτηγού αυτοκινήτου και τράπηκε σε φυγή, βρισκόταν συνεχώς στο οπτικό πεδίο και μόνο για μερικά (περίπου 20) δευτερόλεπτα καλύφθηκε πίσω από τους θάμνους, όταν δε εξήλθε απ' αυτούς και εμφανίσθηκε πάλι στο οπτικό του πεδίο, οπότε και τον συνέλαβε, δεν έφερε επάνω του το κίτρινο φωσφορίζον μπουφάν, έχοντας προφανώς αποβάλει αυτό κατά το χρόνο καλύψεώς του από τους θάμνους. Μάλιστα ο ίδιος ως άνω μάρτυρας ρώτησε τον κατηγορούμενο να του πει, που έχει το κίτρινο μπουφάν αλλά εκείνος δεν του απάντησε. Ο κατηγορούμενος με την απολογία του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ενίσχυσε την κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι αυτός ήταν ο οδηγός του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και προσπάθησε, πλην ανεπιτυχώς, να αποσείσει τις εις βάρος του συντριπτικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας με δικαιολογίες εντελώς αβάσιμες αόριστες και εν μέρει αντιφατικές. Πρέπει, επίσης να σημειωθεί, ότι στην κατοχή του κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε, ως προερχόμενο από το λαθρεμπόριο σιγαρέτων, το ποσό των 98.700 δρχ., ενώ σε νομότυπη έρευνα που ακολούθησε στις 13-4-2001 στην οικία του (.....) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα περίστροφο με αριθμό ....., μάρκας ZASTAVA 357 MAGNUM τύπου Μ 83/95, το οποίο ήταν λειτουργικό και χαρακτηρίζεται ως όπλο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2168/1993 καθώς και 44 φυσίγγια Μ38 special, τα οποία ήσαν ενεργά και χαρακτηρίζονται ως πυρομαχικά κατά, την έννοια του νόμου (βλ. από 2-4-2002 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), χωρίς να έχει άδεια από την αρμόδια αστυνομική αρχή του τόπου της κατοικίας του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έθεσε σε κυκλοφορία, το ως άνω αυτοκίνητο, χωρίς να είναι ασφαλισμένο, ενώ κατελήφθη αυτός να έχει αντικαταστήσει τις νόμιμα χορηγηθείσες πινακίδες με άλλες χειροποίητες φέρουσες αριθμό κυκλοφορίας ....., που ανήκε σε άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό (βλ. για όλα τα ανωτέρω σαφείς και πειστικές καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας που επιβεβαιώνονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν αναιρούνται καθόλου από τις ασαφείς και αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ...". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α για το ότι: α) κατείχε εμπορεύματα με σκοπό να τα θέσει στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, β) ως οδηγός αυτοκινήτου κατείχε και μετέφερε τσιγάρα, τα οποία δεν έφεραν τις νόμιμες ταινίες και σήματα του Κράτους, που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευση των ειδών αυτών, αν και τούτο απαγορεύεται, γ) ως οδηγός αυτοκινήτου, του οποίου δεν ήταν κύριος, έθεσε αυτό σε κυκλοφορία, χωρίς να είναι ασφαλισμένο, δ) κατελήφθη να έχει αντικαταστήσει τις νόμιμα χορηγηθείσες πινακίδες ΙΧΦ αυτοκινήτου με άλλες χειροποίητες, ε) κατείχε όπλο χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής και στ) κατείχε πυρομαχικά χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής. Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27, παρ. 1, 45, 84 παρ. 2α και 94 του ΠΚ, άρ. 91, 106 παρ. 1 και 123 παρ. 3 του ΒΔ της 13/16.4.1920, άρθρα 100 παρ. 2θ, 102, παρ.1βγ, 107, 111, 122 ν. 1165/1918, όπως ίσχυε, σε συνδυασμό 155 παρ 2ζ, 157 παρ. 1β περ. 3η, του Ν. 2960/2001, άρ. 17 ν. 2170/93, άρ. 90 παρ. 1, 3 ν. 2696/1999, και άρ. 7 παρ. 1, 8α σε συνδ. 1 παρ. 1α, δ ν. 2168/93, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια και χρηματική ποινή 500 ευρώ (για την 2η πράξη της παράβασης του ΒΔ της 13/16.4.1920). Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη περί ενοχής απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
IV.Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο, κατά τρόπο σαφή δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, που μετέφερε τις προαναφερόμενες ποσότητες των λαθραίων τσιγάρων, στην κατοχή του οποίο βρεθήκαν, την ιδιότητα δε αυτή του οδηγού, όπως ρητώς αναφέρεται την απόφαση, ο ίδιος ομολόγησε κατά τη σύλληψή του. Επίσης με την περιγραφόμενη στο σκεπτικό συμπεριφορά του κατηγορουμένου, κατά τη γενόμενη καταδίωξη και σύλληψη αυτού (προσπάθεια διαφυγής κλπ), πλήρως αιτιολογείται ο δόλος αυτού και η γνώση του για την ιδιότητα των πιο πάνω ποσοτήτων τσιγάρων ως λαθρεμπορευμάτων, κάτι τα οποίο, άλλωστε, ήταν εμφανές, και από το γεγονός ότι, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτά δεν έφεραν τις νόμιμες ταινίες και σήματα του Κράτους, που αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευσή τους. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, διότι "υπάρχει πλήρη ασάφεια στο σκεπτικό για το αν αυτός ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου και κάτοχος των λαθρεμπορευμάτων "και κατά συνέπεια ο αυτουργός τους εγκλήματος της λαθρεμπορίας, διότι ως αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται απλώς οι καταθέσεις μαρτύρων, και διότι δεν αιτιολογείται το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος, είναι αβάσιμες.
Συνεπώς, οι στις αιτιάσεις αυτές στηριζόμενοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες δε στους αυτούς λόγους αιτιάσεις, ότι το σκεπτικό αναφέρονται ως αιτιολογία καταθέσεις μαρτύρων, από τις οποίες όμως δεν προκύπτει η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τη λαθρεμπορίας, είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
V. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει στο αιτιολογικό της με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα της. Η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης στην "από 17-4-2001 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων των υπαλλήλων του Τελωνείου Ελευσίνας", χωρίς το έγγραφο αυτό να αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων στα πρακτικά της δίκης, ουδένα, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης δημιουργεί, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αλλά και ούτε ακυρότητα, που ιδρύει τον από την περ. Α της αυτής διάταξη του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, καθόσον το έγγραφο αυτό, που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου και, προς αντίκρουση του εγγράφου αυτού, μπορούσε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις περί τούτου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης, το Δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, πλην άλλων, "τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν" καθώς και "τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά". Επομένως έλαβε υπόψη του και τις 15268, 15353/2003 ένορκες βεβαιώσεις, που, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων ο ίδιος προσκόμισε στο Εφετείο (και αναγνώστηκαν), χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία και αξιολόγηση αυτών στο σκεπτικό της απόφασης. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν γίνεται επίκληση ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, δηλαδή της κατάθεσης του μάρτυρα Β, που είχε εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας μόνο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού κατά την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνώστηκε και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ότι είναι έμπορος γουναρικών και λοιπών ειδών, ότι από την απασχόληση αυτή αποκερδαίνει αρκετά και δεν είναι δυνατό να είναι ο οδηγός ενός φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο μεταφέρει λαθραία σιγαρέτα κλπ, συνιστά απλό υπερασπιστικό ισχυρισμό, στον οποίο το Δικαστήριο, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, απάντησε με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία. Οι προβαλλόμενες δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό με "ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, γιατί θεωρεί τις αντιφατικές ή ανύπαρκτες καταθέσεις των μαρτύρων ως συντριπτικές καταθέσεις και τη δική μου απολογία ως ενισχυτική της κατηγορίας, αν και ρητά την αρνούμαι, και συγχρόνως αόριστη και αντιφατική", απαραδέκτως προβάλλονται, αφού θίγουν την ανέλεγκτη αναιρετικά από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου. Επομένως, οι από την αυτή διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
VI. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος ήταν οδηγός του αυτοκινήτου που δεν ήταν ασφαλισμένο, σαφώς προσδιόρισε την σχέση που αυτός είχε με το εν λόγω όχημα., ενώ στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης, ρητώς αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων με πρόθεση κατείχε το όπλο και τα φυσίγγια, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, χωρίς να απαιτείται ειδική απάντηση στον χωρίς έννομη σημασία ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε, κατά την απολογία του, ότι αυτά ήταν του αποβιώσαντος αδελφού του, ο οποίος του τα είχε αφήσει και ότι αυτός τα είχε "έτσι" στο σπίτι του, χωρίς να τα πειράξει. Επομένως, οι από την αυτή διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης με τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VII. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9/10/2008 (με αριθμό πρωτ. 8435/10-10-2008) αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 951, 1175/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή