Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1050 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων από υποκρυπτόμενο πραγματικό λήπτη. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αντιφατικές παραδοχές. Αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1050/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή, περί αναιρέσεως της 10673/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1518/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αξίας (παρ. 4). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και περαιτέρω θέληση του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, και σκοπό ν' αποκρύψει φορολογητέα ύλη. Κατά την αυτή διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων,ενώ, κατά το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν.3220/2004, ορίζεται ότι "επί εικονικών φορολογικών στοιχείων τα οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία, ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από οποιοδήποτε φυσικό, νομικό ή άλλης μορφής πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν ότι είναι παντελώς αμέτοχα με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οι αναλογούντες φόροι, τέλη και εισφορές και γενικά οι κάθε είδους φορολογικές επιβαρύνσεις και διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, αποκλειστικά, κατά του πραγματικού υπόχρεου που υποκρύπτεται και όχι κατά του φερόμενου ως εκδότη.". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 10673/2008 απόφαση του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται σ'αυτήν, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, για παράβαση του άρθρου 19 Ν.2523/1997, κατ' εξακολούθηση. Προκειμένου να αιτιολογήσει την περί ενοχής κρίση του, δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος, τέλεσε κατ' εξακολούθηση την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα, ως υποκρυπτόμενος λήπτης εικονικών τιμολογίων με πρόθεση αποδέχθηκε τα παρακάτω εικονικά φορολογικά στοιχεία εκδόσεως ειδικότερα :α) το υπ' αριθμ. ...τιμολόγιο πώλησης εκδόσεως "...", σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι ο ως άνω πώλησε και παρέδωσε στον " Χ1",... ποσότητα 19.308 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης και β) το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης- Δελτίο Αποστολής εκδόσεως του "..." σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι ο ως άνω εκδότης πώλησε και παρέδωσε στον Χ2 ...ποσότητα 7.000 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης ήτοι ποσότητα συνολικής αξίας 10.266.000 πλέον Φ.Π.Α. 1.847.880 δραχμών. Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, συνολικής αξίας 11.958.000 δραχμών ή 35.093,18 ευρώ, τα αποδέχθηκε και τα καταχώρισε στα τηρούμενα βιβλία της εταιρίας του, παρά το γεγονός ότι αυτός γνώριζε ότι αυτά ήταν εικονικά δεδομένου ότι οι συναλλαγές που εμφάνιζαν ήταν ανύπαρκτες στο σύνολο τους και ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των αναφερομένων στα τιμολόγια προσώπων. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, προέκυψε ότι αυτός ο οποίος πράγματι παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες πετρελαίου από τους εκδότες των άνω τιμολογίων ήταν ο κατηγορούμενος και όχι η γερμανική επιχείρηση του υιού του Χ2, η οποία αναφέρεται στα άνω τιμολόγια, οι δε ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης που παρέλαβε αυτός χρησιμοποιήθηκαν για την κίνηση τόσο των φορτηγών ιδιοκτησίας του, όσο και για την κίνηση φορτηγών ιδιοκτησίας της μεταφορικής επιχείρησης του γιου του και τούτο γιατί καμία από τις παραπάνω επιχειρήσεις, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την αγορά τόσης μεγάλης ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης, αφού από τον επιτόπιο έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του κατηγορουμένου στο ..., διαπιστώθηκε ότι για τη θέρμανση του χώρου χρησιμοποιούνται ηλεκτρικά καλοριφέρ, ούτε υφίστανται εγκαταστάσεις κατάλληλες που να δικαιολογούν την αγορά τόσης μεγάλης ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης, ενώ και η γερμανική επιχείρηση του υιού του, με αντικείμενο εργασιών τις διεθνείς μεταφορές, φέρεται να λειτουργεί σε ένα διαμέρισμα και λόγω του μικρού του χώρου δεν δικαιολογεί την αγορά πετρελαίου θέρμανσης και μάλιστα τόσης μεγάλης ποσότητας και συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος ως υποκρυπτόμενος λήπτης αποδέχθηκε τα παραπάνω εικονικά ως προς τα πρόσωπα τιμολόγια. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω αξιόποινης πράξης. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι απαραδέκτως ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον του, διότι με μεταγενέστερη διάταξη καταργήθηκε σιωπηρώς η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. β, η οποία έθετε ως υποκείμενο της ποινικής δίωξης και τον υποκρυπτόμενο-πραγματικό λήπτη της συναλλαγής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς ουδόλως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 40 του ν.3220/2004 ότι η ποινική δίωξη περιορίσθηκε μόνο στους υποκρυπτόμενους πραγματικούς εκδότες καταργώντας σιωπηρά την δίωξη σε βάρος των υποκρυπτόμενων ληπτών των εικονικών τιμολογίων, αλλά ρητά αναφέρεται σ' αυτήν και διευκρινίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αποκλειστικά κατά του φερόμενου πραγματικού υπόχρεου και όχι κατά του φερόμενου εκδότη". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αποδοχής των παραπάνω εικονικών τιμολογίων, κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1,2, 4, 20παρ.1α,6, 21 του ν. 2523/1997, άρθρου 2 του ν. 2954/2001, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, αφού περιέχονται σ' αυτήν οι παρακάτω αντιφατικές παραδοχές και ειδικότερα: α)στο μεν διατακτικό υπάρχει η παραδοχή ότι το τιμολόγιο πώλησης με αριθμό 112/22-11-2001, που εκδόθηκε στο όνομα του, "εκδόθηκε για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της και ουδέποτε πραγματοποιηθείσα μεταξύ των αναφερομένων στα τιμολόγια προσώπων" στο δε σκεπτικό ότι "αυτός ο οποίος πράγματι παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες πετρελαίου από τους εκδότες των τιμολογίων ήταν ο κατηγορούμενος και όχι η γερμανική επιχείρηση του υιού του Χ2" β)στο σκεπτικό, αλλά και το διατακτικό της απόφασης, ότι αποδέχθηκε τα παραπάνω εικονικά τιμολόγια και τα καταχώρισε στα βιβλία της εταιρίας του, συγχρόνως όμως στο σκεπτικό υπάρχει η παραδοχή ότι ο εκδότης των τιμολογίων παρέδωσε σ' αυτόν και ο ίδιος παρέλαβε τις αναφερόμενες στα τιμολόγια ποσότητες πετρελαίου και συνεπώς ότι οι συναλλαγές δεν ήταν ανύπαρκτες και γ) στο σκεπτικό και στο διατακτικό η παραδοχή ότι αποδέχθηκε και καταχώρησε τα τιμολόγια στα βιβλία του, αλλά και ότι αυτά δεν βρέθηκαν στην επιχείρηση του. Οι αιτιάσεις αυτές βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχουν οι επικαλούμενες αντιφάσεις, αφού το Δικαστήριο που την εξέδωσε σαφώς δέχεται, ότι 1) οι συναλλαγές που αναφέρονται στα τιμολόγια, μεταξύ των οποίων και το παραπάνω, αφορούν δε την πώληση πετρελαίου θέρμανσης, είναι εικονικές, γιατί ουδέποτε καταρτίστηκαν μεταξύ των αναφερομένων στα τιμολόγια προσώπων με το περιεχόμενο αυτό και 2) το πετρέλαιο το οποίο ο αναιρεσείων παρέλαβε ήταν κίνησης και όχι θέρμανσης, όπως στα τιμολόγια αναληθώς αναφέρεται, το οποίο μάλιστα χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες κίνησης των αυτοκινήτων του, αλλά και εκείνων της επιχείρησης του γιου του. Ακόμη στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν υπάρχει η παραδοχή ότι τα εικονικά τιμολόγια δεν βρέθηκαν στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα επικαλείται ο τελευταίος. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος προβάλλει την αιτίαση, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 του ν.2325/1997, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει εκείνη του άρθρου 40 παρ. 3 του ν. 3320/2004 και να τον κηρύξει αθώο, γιατί, σύμφωνα με την τελευταία, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε δεν είναι αξιόποινη. Και η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη διότι, από το περιεχόμενο της τελευταίας διατάξεως προκύπτει ότι, με αυτήν, προβλέπεται και τιμωρείται και η πράξη του προσώπου που υποκρύπτεται στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, όταν ο φερόμενος ως εκδότης αυτών αποδεικνύει ότι είναι παντελώς αμέτοχος με τη συγκεκριμένη συναλλαγή και σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει, ότι με τη διάταξη αυτή περιορίστηκε η ποινική δίωξη μόνο στους υποκρυπτόμενους πραγματικούς εκδότες των εικονικών τιμολογίων και συνεπώς ότι κατέστη μη αξιόποινη εκείνη των υποκρυπτόμενων στην αποδοχή τέτοιων φορολογικών στοιχείων. Εξάλλου και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, αλλά και ειδικής αιτιολογίας, καθόσον α) δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι με την πράξη του εκείνη απέβλεπε στην απόκρυψη φορολογητέας ύλης και ακόμη ότι πέτυχε το σκοπό του αυτό και β) δεν αιτιολογείται η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμη γιατί, όπως προαναφέρθηκε, σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος και σκοπό του δράστη ν' αποκρύψει φορολογητέα ύλη. Τέλος οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι στο σύνολο τους αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 10673/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή