Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 934 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Η προσβαλλόμενη ερήμην εκδοθείσα απόφαση καθαρογραφημένη, καταχωρήθηκε στο τηρούμενο κατά νόμο ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007 και αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 4/3/2008, με νόμιμη επίδοση στο σύνοικό αυτού, ανευρεθέντα στην δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε προσωπικά ο ίδιος. Επομένως, η κρινόμενη από 4-8-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της εν λόγω ερήμην του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-8-2008, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από της σε αυτόν νόμιμης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 4-3-2008, εφόσον μάλιστα η τελευταία επίδοση είναι μεταγενέστερη της καταχωρήσεως στο άνω βιβλίο στις 30-10-2007. Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει το εμπρόθεσμο της κρινόμενης αναιρέσεώς του, ισχυρίζεται ακυρότητα επιδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως στην άνω με την έκθεση εφέσεως δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του στην Αγία Παρασκευή, καθόσον, κατά την αρχική δικάσιμο της 22-11-2005, όταν εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου και αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεώς του, δια της κατατεθείσας στο δικαστήριο εξουσιοδοτήσεώς του προς τον παράστανα δικηγόρο του, δήλωσε ταυτόχρονα νέα διεύθυνση κατοικίας του στην Κηφισιά, όπου θα έπρεπε να του επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως η γενόμενη ως παραπάνω, με την εν λόγω εξουσιοδότηση εκπροσωπήσεως δια συνηγόρου, δήλωση κατοικίας, δε συνιστά δήλωση μεταβολής του κατηγορουμένου, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ, αφού δεν έγινε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του σχετική δήλωση μεταβολής με ιδιαίτερο έγγραφο στον αρμόδιο Εισαγγελέα του δικαστηρίου και δε συνετάγη σχετική έκθεση καταθέσεώς της.




Αριθμός 934/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 64061/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΝΤΙ ΤΕΪΛΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.8.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1390/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 529/18.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 4-8-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 64061/21-11-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε, κατ' έφεση, σε ποινή φυλάκισης σαράντα (40) μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, και εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 3 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του απόντος κατά την απαγγελία της τελεσίδικης αποφάσεως κατηγορουμένου είναι δέκα (10) ημερών και αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αποφάσεως, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη της καθαρογραφής της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχωρίσεως. Κατ' εξαίρεση η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει όπως αναφέρεται παραπάνω (Συμ. ΑΠ 2442/03, Συμ. ΑΠ 728/02, ΑΠ 644/99, ΑΠ 156/95).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. "Τέτοια δήλωση ως προς τη μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί". Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρίζεται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του Εισαγγελέα. Αντίγραφο της δήλωσης μαζί με την σχετική έκθεση για την παράδοσή της εντάσσεται χωρίς χρονοτριβή στην οικεία δικογραφία. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απ'ευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παρ. 2 του άρθρου 473 ...".
'Ετσι, η επίδοση στον κατηγορούμενο της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε απόντος αυτού, για να είναι νόμιμη και να θέσει σε κίνηση την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, πρέπει να γίνει στη δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως κατοικία του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως, μετά την άσκηση εφέσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα τυχόν μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του.
Συνεπώς, αν ο κατηγορούμενος, που δήλωσε τη διεύθυνσή του κατά το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ' ΚΠΔ, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του, έστω και αν μετέβαλε την κατοικία ή τη διαμονή του χωρίς να προβεί στην ανωτέρω δήλωση, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν νομίμως ως γνωστής διαμονής στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση κατοικίας, αφού τηρηθούν για την επίδοση αυτή οι διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ (Συμ. ΑΠ 955/03, ΑΠ 199/04).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη 64061/21-11-06 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε απόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 50263/04 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον τελευταίο στις 4-3-2008, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007. Η εν λόγω επίδοση είναι νόμιμη, εφόσον έγινε στη δηλωθείσα δια της εφέσεως διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος, δηλαδή στην οδό ...... - ......, η δε προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε σε σύνοικο του αναιρεσείοντος, αφού βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε εκεί ο τελευταίος, συνταχθέντος προς τούτο του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, που περιέχει όλα τα για την εγκυρότητά του απαιτούμενα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 161 ΚΠΔ.
Επομένως, η κρινομένη δήλωση αναίρεσης που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-8-2007, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (4-3-2008), εφόσον αυτή (επίδοση) είναι μεταγενέστερη της καθαρογραφής στο ειδικό βιβλίο (30-10-2007).
Ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της κρινομένης αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι την 22-1-2005, όταν εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου στο δικαστήριο (κατά την οποία δικάσιμο αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεώς του) εδήλωσε δια της κατατεθειμένης στη δικογραφία σχετικής εξουσιοδοτήσεώς του ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...... στην ......, στην οποία δεν του επιδόθηκε ποτέ η προσβαλλομένη απόφαση. Όμως η αναφερομένη στην εν λόγω εξουσιοδότηση διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που αναγράφηκε για το παραδεκτό της εκπροσωπήσεώς του στο δικαστήριο από συνήγορο (αρ. 501 παρ. 1 - 340 παρ. 2 ΚΠΔ) δεν αποτελεί δήλωση μεταβολής κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 περ. γ ΚΠΔ, εφόσον δεν έγινε από τον τελευταίο (ή τον συνήγορό του) στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου με ιδιαίτερο έγγραφο και με σύνταξη της σχετικής εκθέσεως για την παράδοσή της, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν υπάρχει και μάλιστα πριν από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δήλωση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα παραπάνω περί αλλαγής της διευθύνσεως της κατοικίας ή της διαμονής του, ούτε και επικαλείται ο αναιρεσείων τοιαύτη δήλωση.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (αρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 4-8-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ......, κατά της υπ' αριθμ. 64061/21-11-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως και αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία αυτής η πιο πάνω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 507 παρ. 1α' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η απόφαση απαγγελθεί, χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχώρησης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 ΚΠοινΔ η επίδοση γίνεται με παράδοση του ενδιαφερομένου ή αν αυτός απουσιάζει με εγχείριση στα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο αυτό ή τέλος με θυροκόλληση στην πόρτα της κατοικίας κ.λπ. του ενδιαφερομένου κατά τα ειδικότερα στο ίδιο άρθρο οριζόμενα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση της προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής , μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί. Επάνω στη δήλωση συντάσσεται έκθεση για την παράδοσή της, η οποία καταχωρείται σε ειδικό αλφαβητικό ευρετήριο που τηρείται στο γραφείο του Εισαγγελέα. Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 473 ...". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι αν πρόκειται για επίδοση στον κατηγορούμενο αποφάσεως του Εφετείου, που απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη ή ερήμην αυτού ως απαράδεκτη, η επίδοση αυτή, για να είναι νόμιμη και για να θέσει σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 ΚΠοινΔ, στη δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως κατοικία του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως, μετά την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση δε που ο κατηγορούμενος μετά την άσκηση της εφέσεως μετέβαλε κατοικία ή διαμονή χωρίς να δηλώσει αρμοδίως και εγγράφως τη μεταβολή αυτή, η επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην δηλωθείσα με την έφεσή του διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει ακόμη και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται προκύπτουν τα εξής: Με την 50263/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση. Στη με αριθμό 4978/19-4-2004 έκθεση εφέσεως που συνετάγη για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου από τον γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ο εκκαλών δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την ......, στην οδό ...... αριθ. ..., στη διεύθυνση δε αυτή είχε επιδοθεί στον ίδιο αντίγραφο της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως και στην ίδια επίσης διεύθυνση επιδόθηκε σε αυτόν κλήση για να εμφανιστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την αρχική δικάσιμο της 22-11-2005 για να υποστηρίξει την παραπάνω έφεσή του, ότε και εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου δια πληρεξουσίου συνηγόρου αναβλήθηκε η εκδίκαση για νέα ρητή δικάσιμο, της 10-5-2006 και μετά της 21-11-2006. Στις 21-11-2006, εκδόθηκε η με αριθ. 64061/2006 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε εν απουσία του εκκαλούντος και λόγω μετ' αναβολήν εκδικάσεως της υποθέσεως, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και το δικαστήριο εκδικάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταδίκασε και πάλιν τον κατηγορούμενο για το ίδιο αδίκημα, σε φυλάκιση 40 ημερών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Η εν λόγω ερήμην εκδοθείσα απόφαση καθαρογραφημένη, καταχωρήθηκε στο τηρούμενο κατά νόμο ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007 και αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 4/3/2008, με νόμιμη επίδοση στο σύνοικό αυτού, ανευρεθέντα στην άνω δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως τελευταία γνωστή διεύθυνσή του, οδού ...... αρ. ..., ...... που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε προσωπικά ο ίδιος, (βλ. από 4-3-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα Α.Τ. Αγίας Παρασκευής ......). Επομένως, η κρινόμενη από 4-8-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της εν λόγω ερήμην του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-8-2008, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαημέρου προθεσμίας από της σε αυτόν νόμιμης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 4-3-2008, εφόσον μάλιστα η τελευταία επίδοση είναι μεταγενέστερη της καταχωρήσεως στο άνω ειδικό βιβλίο στις 30-10-2007. Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει το κατ' αυτόν εμπρόθεσμο της κρινόμενης αναιρέσεώς του, ισχυρίζεται ακυρότητα επιδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως στην άνω με την έκθεση εφέσεως δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του στην ......, καθόσον, κατά την αρχική δικάσιμο της 22-11-2005, όταν εκπροσωπήθηκε δια συνηγόρου και αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεώς του, δια της κατατεθείσας στο δικαστήριο εξουσιοδοτήσεώς του προς τον παραστάντα δικηγόρο του, δήλωσε ταυτόχρονα νέα διεύθυνση κατοικίας του στην ......, οδό ...... αρ. ..., όπου και θα' πρεπε να του επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως η γενόμενη ως παραπάνω, με την εν λόγω εξουσιοδότηση εκπροσωπήσεως δια συνηγόρου, δήλωση νέας κατοικίας, δε συνιστά δήλωση μεταβολής κατοικίας του κατηγορουμένου, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ του ΚΠοινΔ, αφού δεν έγινε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του σχετική δήλωση μεταβολής με ιδιαίτερο έγγραφο στον αρμόδιο Εισαγγελέα του δικαστηρίου και δε συνετάγη σχετική έκθεση καταθέσεώς της.
Συνεπώς η άνω επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον κατηγορούμενο είναι έγκυρη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκπρόθεσμη και ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο δε αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα( άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-8--2008 αίτηση - δήλωση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 64061/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ