Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2 / 2007    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Έγκληση, Ακυρότητα.




Περίληψη:
Η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ισχύει μόνον επί ανακλήσεως ή παραιτήσεως από αυτή υπέρ ενός συμμέτοχου, οπότε η ανάκληση ή παραίτηση επεκτείνεται και στους υπόλοιπους και όχι σε περίπτωση υποβολής της έγκλησης σε βάρος ορισμένων μόνον από τους συμμέτοχους, οπότε είναι με δυνατή η δίωξη των υπόλοιπων, από την παράλειψη όμως του Εισαγγελέα να ασκήσει τη δίωξη και κατά των τελευταίων, ούτε ακυρότητα δημιουργείται (για παραβίαση της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως), ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η περιορισμένη αυτή έγκληση, ενέχει σιωπηρή παραίτηση από του δικαιώματος υποβολής έγκλησης σε βάρος των άλλων και επομένως με την απόρριψη από το Εφετείο (που προχώρησε στην καταδίκη των εγκαλούμενων για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου), του αυτοτελούς ισχυρισμού των εγκαλούμενων, για παραβίαση της αρχής του αδιαιρέτου της έγκλησης, δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 119 και 120 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ο λόγος αναιρέσεως για το αντίθετο, είναι απορριπτέος. (Επιμέλεια περίληψης: Χρύσανθος Παπούλιας, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)





Αριθμός 2/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ) ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ A΄ ΣΥΝΘΕΣΗ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πολύκαρπο Βούλγαρη, Δημήτριο Λοβέρδο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπροέδρους, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Δημήτριο Κιτρίδη, Βασίλειο Ρήγα, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση, Ρένα Ασημακοπούλου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Γεώργιο Πετράκη, Ειρήνη Αθανασίου, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αλέξανδρο Νικάκη - Εισηγητή, Χαράλαμπο Ζώη, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του καταστήματός του, στις 23 Νοεμβρίου 2006, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατά κόσμον .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, για αναίρεση της 1121-1122/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την υπ' αριθμ. 1121-1122/2005 απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ΄ αυτή.
Και ο αναιρεσείων ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1781/2005.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1162/2006 απόφαση του Ε΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 1162/2006 απόφαση του Ε΄ ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην τακτική ποινική Ολομέλεια αυτού, λόγω λήψεως της αποφάσεως με πλειοψηφία μίας ψήφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988) και 3 παρ. 2 του Ν. 3810/1957 ο μοναδικός λόγος της από 28.9.2005 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου ... από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή του άρθρου 119 ΠΚ, κατά της 1121-1122/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον αρχής ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης. Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 119 ΠΚ ορίζεται ότι "Η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συμμετόχων του εγκλήματος και αν ακόμη η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς", ενώ στη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 1 και 2 ΠΚ "Αυτός που υπέβαλε την έγκληση μπορεί να την ανακαλέσει με τους όρους που ορίζει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Η ανάκληση που έγινε για έναν από τους συμμετόχους της πράξης έχει συνέπεια την παύση της ποινικής δίωξης και των υπολοίπων, αν και αυτοί διώκονται κατ΄ έγκληση". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι η έγκληση συνδέεται όχι μόνο με την αξίωση της πολιτείας για την επιβολή της ποινής, αλλά και με το δικαίωμα για έγερση της ποινικής αγωγής και εντεύθεν έχει μικτό νομικό χαρακτήρα. Έτσι η έγκληση αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι η παραμέληση της υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως και αφετέρου συνιστά και δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί δικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης. Εκ τούτου έπεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 117 παρ. 1 και 2, 119 και 120 παρ. 1 και 2 ΠΚ αποτελούν θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι στις περιπτώσεις αυτές το συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 310 παρ. 1β και 370 περ. β, γ ΚΠΔ, παύει οριστικά ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Περαιτέρω με τις διατάξεις των άρθρων 119 και 120 παρ. 2 ΠΚ καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως, που αφορά την πράξη και όχι τα κατ΄ ιδίαν πρόσωπα και έχει εφαρμογή όταν ο εγκαλών δεν επιθυμεί οπωσδήποτε την τιμωρία του σε βάρος του διαπραχθέντος και κατ΄ έγκληση διωκομένου εγκλήματος. Τότε μόνον η υπέρ ενός των συμμετόχων ανάκληση ή παραίτηση εκ της εγκλήσεως επεκτείνεται και στους υπολοίπους. Ο περιορισμός όμως της εγκλήσεως σε ορισμένους μόνο συμμετόχους δεν θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση ως προς εκείνους που δεν περιελήφθησαν στην έγκληση, ώστε, κατ΄ εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής, η σιωπηρή αυτή παραίτηση να επεκτείνεται και υπέρ των περιλαμβανομένων στην έγκληση συμμετόχων ως προς τους οποίους ο εγκαλών δηλώνει τη βούλησή του να τιμωρηθούν. Διότι στην περίπτωση αυτή, κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 119 ΠΚ, η ποινική δίωξη επεκτείνεται εναντίον όλων των συμμετόχων και δεν είναι αναγκαίο να υποβληθεί έγκληση εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ και ως προς αυτούς, η δε παράλειψη του Εισαγγελέως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και εναντίον τους δεν δημιουργεί ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1β ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την προς τον Εισαγγελέα Σπάρτης υποβληθείσα από 10.7.2002 έγκλησή του ο .... ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του .... , κατά κόσμον .... , και των σ΄ αυτή αναφερομένων και εγκαλουμένων εννέα προσώπων, για το λόγο ότι με το υπό τον τίτλο ".... " και ημερομηνία 26.4.2002 δακτυλογραφημένο κείμενο, το οποίο είχε συνταχθεί από τον πρώτο των εγκαλουμένων, υπογραφεί από 305 αναφερόμενα σ΄ αυτό πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονταν και οι δεύτερος μέχρι και όγδοος των εγκαλουμένων δημοσιεύτηκε από τον ένατο εξ αυτών στην τοπική εφημερίδα της Σπάρτης "... ", ο συντάκτης και οι υπογράψαντες τούτο ισχυρίστηκαν και διέδωσαν προς κατανομαζομένους τρίτους, εν γνώσει της αναληθείας αυτών, γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και περαιτέρω εξύβρισαν αυτόν, χαρακτηρίζοντάς τον "διάβολο" και έχοντα "σατανικό πνεύμα". Με βάση την έγκληση αυτή ασκήθηκε κατά των ως άνω εννέα εγκαλουμένων ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου από κοινού και εξύβριση δια του τύπου από κοινού. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου ο αναιρεσείων προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι από την παράλειψη του Εισαγγελέως να επεκτείνει την ποινική δίωξη εναντίον όλων των προσώπων που υπέγραψαν το συκοφαντικό κείμενο επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 119 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 εδ. ιβ ΚΠΔ και ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, άλλως να θεωρηθεί κατηργημένη αυτή, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 120 ΠΚ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι νομίμως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών άσκησε την ποινική δίωξη κατά των αναφερομένων στην έγκληση προσώπων, χωρίς να δημιουργείται καμία ακυρότητα ή απαράδεκτο από το ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη και κατά των λοιπών προσώπων που υπέγραψαν το παραπάνω κείμενο ".... ", αφού εκ της παραλείψεως αυτής δεν επέρχεται καμία παραβίαση της καθιερούμενης με το άρθρο 119 ΠΚ αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως και απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 119 και 120 παρ. 2 ΠΚ και ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια μοναδικός λόγος της από 28.9.2005 αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου, των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Κιτρίδη και Ελένη Μαραμαθά, κατά τη διάταξη του άρθρου 119 του ΠΚ η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συμμετόχων του εγκλήματος και αν ακόμη η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός απ' αυτούς. Με τη διάταξη αυτή, που είναι ουσιαστικού δικαίου, καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως, που συμπληρώνεται με τη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 2 του ΠΚ, κατά την οποία η ανάκληση που έγινε για έναν από τους συμμετόχους της πράξεως έχει συνέπεια την παύση της ποινικής διώξεως και των υπολοίπων, αν και αυτοί διώκονται με έγκληση. Η εν λόγω αρχή ισχύει όχι μόνο επί της ανακλήσεως της εγκλήσεως αλλά κι επί της σιωπηρής παραιτήσεως από το δικαίωμα αυτής, που επέρχεται με την πάροδο άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας για την υποβολή εγκλήσεως από το δικαιούχο.
Συνεπώς, ο περιορισμός της παραιτήσεως από το δικαίωμα της εγκλήσεως ως προς ορισμένους μόνο από τους περισσότερους τυχόν συμμετόχους του εγκλήματος εκτείνεται και προς τους υπόλοιπους απ' αυτούς, για τους οποίους δεν έγινε παραίτηση και έχει σαν νόμιμη συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου και ως προς τους τελευταίους. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σπάρτης υποβληθείσα από 10.7.2002 έγκλησή του ο .... ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των ... κατά κόσμον ... , (αναφέρονται 8 ονόματα), για το λόγο ότι με το υπό τον τίτλο "..." και ημερομηνία 26.4.2002 δακτυλογραφημένο κείμενο, το οποίο είχε συνταχθεί από τον πρώτο των εγκαλουμένων, υπογραφεί από 305 αναφερόμενα σ' αυτό πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονταν και οι δεύτερος μέχρι τον όγδοο από τους εγκαλουμένους και δημοσιευθεί από τον ένατο εξ αυτών σε αποσπάσματα στην τοπική εφημερίδα της Σπάρτης ".... ", ο συντάκτης και οι υπογράψαντες τούτο ισχυρίσθηκαν και διέδωσαν προς κατονομαζόμενους τρίτους, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα αναφερόμενα στην έγκληση ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και περαιτέρω εξύβρισαν αυτόν, χαρακτηρίζοντάς τον "διάβολο" και έχοντα σατανικό πνεύμα". Με βάση την έγκληση αυτή ασκήθηκε κατά των ως άνω εννέα εγκαλουμένων ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου από κοινού και εξύβριση δια του τύπου από κοινού, πράξεις για τις οποίες κατά το άρθρο 368 παρ. 1 του ΠΚ η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, εφόσον οι κατηγορούμενοι Νεκτάριος κατά κόσμον .... , (αναφέρονται 7 ονόματα), καθώς και οι υπόλοιποι 298 που υπέγραψαν το φερόμενο ως συκοφαντικό και υβριστικό ανωτέρω κείμενο, ισχυρίσθηκαν και διέδωσαν σε τρίτους, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, τα αναφερόμενα στο τελευταίο ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και περαιτέρω προσέβαλαν την τιμήν αυτού, χαρακτηρίζοντάς τον "διάβολο" και "έχοντα σατανικό πνεύμα", υπήρξαν συμμέτοχοι, ήτοι συναυτουργοί των πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως δια του τύπου, με αποτέλεσμα η σιωπηρώς γενόμενη παραίτηση από το δικαίωμα της εγκλήσεως, με την άπρακτη παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ, ως προς τους 298 συμμετόχους να επεκταθεί υποχρεωτικώς, λόγω της αρχής του αδιαιρέτου της παραιτήσεως από το δικαίωμα της εγκλήσεως και υπέρ των λοιπών συμμετόχων στις πράξεις αυτές εννέα πιο πάνω κατηγορουμένων, με συνέπεια την εξάλειψη του αξιοποίνου και ως προς αυτούς. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας το Εφετείο που δίκασε και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, ο οποίος περιλαμβανόταν στους εννέα κατηγορουμένους εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 119 του ΠΚ και έπρεπε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια λόγο της από 28.9.2005 αιτήσεως του .... για αναίρεση της 1121-1122/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ορίζεται σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ