Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1226 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ε.Σ.Δ.Α., Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Ηθική αυτουργία σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία. Λόγοι αναίρεσης για παράβαση άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση διαδίκων κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 658/06, ΑΠ 1649/04). Κατάθεση συγκατηγορουμένου. Η απαγόρευση του άρθρου 211 Α΄ ΚΠΔ, ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1226/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 , 2)Χ2 3) Χ3 και 4) Χ4 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1579/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ5 και 2) Χ6.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20.7.2007 τέσσερις αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1534/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 9/9.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 485 §1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθ. 156/20-7-2007, 157/20-7-2007, 154/20-7-2007, 155/20-7-2007 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ2 και 4) Χ1 , κατά του υπ' αριθ. 1579/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2540/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του ακροατηρίου του στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών αρμοδίως ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους Χ6 σε βάρος του Ψ1 (άρθρα 46 §1α και 299 §1 Π.Κ.). Μετά από έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 244/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι κριθείσες εφέσεις του και επικυρώθηκε το πρωτόδικο πιο πάνω βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις υπ' αριθμ. 40, 41, 42 και 43/26-2-2007 αναιρέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1331/2007 απόφαση του Δικαστηρίου σας, η οποία ανήρεσε το υπ' αριθμ. 244/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που αποφάσισαν προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1579/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο δέχθηκε τυπικά τις υπ' αριθμ. 476/13-11-2006, 412/25-9-2006, 398/14-9-2006 και 395/14-9-2006 αντίστοιχες εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτόδικου υπ' αριθμ. 2540/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και κατ' ουσία βάσιμες ως προς το λόγο τους της απόλυτης ακυρότητας από τα άρθρα 309 §2 και 171 §1δ' του Κ.Π.Δ., ακύρωσε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα και παρέπεμψε και τους αναιρεσείοντες ενώπιον και πάλιν του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ψ1.
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις παραπάνω τώρα κρινόμενες αναιρέσεις τους, νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 §1 και 474 §1 Κ.Π.Δ.), οι οποίες περιέχουν ως κοινούς λόγους αναίρεσης 1) την παραβίαση ουσιαστικής διάταξης νόμου (άρθρο 484 §1β Κ.Π.Δ.): παραβίαση άρθρου 6 ΕΣΔΑ, 2) την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, 3) την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 §1στ' Κ.Π.Δ.), και 4) την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 § 1δ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο, ενώ και η παράβασή τους καθ' εαυτή, δεν ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 544/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ'/19).
Ο με αριθμό "2α" λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, της απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμος, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ακύρωσε στο σύνολό του το υπ' αριθμ. 2540/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο με διάταξή του (δείτε 9ο φύλλο αυτού), επέτρεψε στους συγκατηγορουμένους των αναιρεσειόντων Χ5 και Χ6 να παραστούν ενώπιόν του και κατά παράβαση του άρθρου 309 §2 Κ.Π.Δ. δεν κάλεσε να παραστούν σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω δε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιόν του, επειδή έκρινε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 176 §2α Κ.Π.Δ., ότι δεν ήταν αναγκαία η εμφάνισή τους, καθ' όσον αυτοί με πληρότητα και σαφήνεια διευκρίνισαν και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους στις απολογίες τους ενώπιον του Ανακριτή, καθώς και στις εφέσεις τους και το υποβληθέν υπόμνημα ενώπιον αυτού από τον κατηγορούμενο Χ3 και τέλος το υποβληθέν υπόμνημα όλων ενώπιον του Συμβουλίου αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται και αν ακόμα δεν τους επιβλήθηκε ποινή". Κατά δε την διάταξη του άρθρου 211Α του ιδίου κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 2 §8 του Ν. 2408/96, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από το συνδυασμό των πάνω διατάξεων προκύπτει ότι από της ενάρξεως της ισχύος του Ν. 2408/96, ήτοι από της 4-6-1996 δεν απαγορεύεται και μάλιστα με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας η ανάγνωση στο ακροατήριο των κατά την προδικασία ληφθεισών απολογιών άλλου συγκατηγορουμένου, έστω και αν αυτός έχει καταδικασθεί για την ίδια πράξη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποτελούν αυτές το μοναδικό αποδεικτικό μέσο της καταδίκης του κατηγορουμένου. Έτσι με την ρύθμιση αυτή, που κατά την εισηγητική έκθεση του πιο πάνω νόμου υπαγορεύτηκε από την δυσπιστία του νομοθέτη του Κ.Π.Δ. στην αποδεικτική αξία της επιβαρυντικής για τον κατηγορούμενο μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας του κηρυχθέντος ενόχου συγκατηγορουμένου του, ενώ δεν απαγορεύεται η αποδεικτική αξιολόγηση συνάμα για την αποφυγή του ενδεχομένου αποδεικτικής πλάνης και ανασφάλειας του δικαίου που μπορούν να προέλθουν απ' αυτές, θεσπίζεται περιορισμός της αποδεικτικής του αξίας, με συνέπεια να μην επαρκούν για την καταδίκη του κατηγορουμένου, εκ δε της λήψεως αυτών από το δικαστήριο της ουσίας να μην προκαλείται ακυρότητα της διαδικασίας. Εξάλλου από καμιά διάταξη του Κ.Π.Δ. (δεν) απαγορεύεται και μάλιστα με ποινή ακυρότητας η ανάγνωση στο ακροατήριο των ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών άλλων κατηγορουμένων ή υπομνήματος αυτών. Εξάλλου δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 31 §2 και 105 εδ. 2 Κ.Π.Δ. η λήψη υπόψη και αξιολόγηση από το δικαστήριο της ένορκης ή ανώμοτης κατάθεσης που ελήφθη στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης από τον εξεταζόμενο ως μάρτυρα ύποπτο και στη συνέχεια κατηγορούμενο, όταν ο τελευταίος κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή αναφέρεται σ' αυτήν και επιβεβαιώνει το περιεχόμενό της επιθυμώντας να αποτελέσει οργανικό περιεχόμενο της ανακριτικής δικογραφίας. Τα παραπάνω κατά μείζονα λόγο έχουν εφαρμογή στην ενδιάμεση διαδικασία των δικαστικών συμβουλίων) δείτε και Α.Π. 1315/2006 Π.Χρ. ΝΖ'/609).
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, στήριξε αυτό την παραπεμπτική του κρίση για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία των αναιρεσειόντων στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος ειδικότερα αναφέρει στο σκεπτικό του, χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει ειδικότερα τι προέκυψε από καθένα χωριστά (Α.Π. 1149/2005 Π.Χρ. ΗΣΤ'/150). Δεν αποτελούν δε λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων (Α.Π. 483/2006 Π.Χρ. ΝΣΤ'/983).
Συνεπώς οι με στοιχείο 2β', γ', δ' και ε' Κ.Π.Δ. αντίθετοι αναιρετικοί ισχυρισμοί που αναφέρονται στην παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, στην ουσία στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 §1στ' Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμος, διότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, επειδή έκρινε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 176 §2α Κ.Π.Δ., ότι δεν ήταν αναγκαία η εμφάνισή τους, καθ' όσον αυτοί με πληρότητα και σαφήνεια διευκρίνισαν και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους στις απολογίες τους ενώπιον του Ανακριτή, καθώς και στις εφέσεις τους και το υποβληθέν υπόμνημα ενώπιον αυτού από τον κατηγορούμενο Χ3 και τέλος το υποβληθέν υπόμνημα όλων ενώπιον του Συμβουλίου αυτού.
Προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει από αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (δείτε Α.Π. 2141/2006 Π.Χρ. ΝΖ'/838).
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου που θεμελιώνει κατ' άρθρο 484 §1β Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης ή το του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ.299 παρ.1 ΠΚ όπως αυτό ισχύει μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής με το αρθρ. 33 του Ν. 2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου Π.Κ., προκύπτει, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του αρθρ. 299 παρ. 2 Π.Κ. για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή της επιβολής πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί, οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει την σκέψη, δηλαδή την δυνατότητα της στάθμισης των αιτιών που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτή (Α.Π. 343/2000 Ποιν.Χρ. Ν/897, Α.Π. 1008/1999 Ποιν.Χρ.Ν./504, Α.Π. 1239/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/490 ΚΑΙ απ 362/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ/890). Κατά την έννοια δε του αρθρ. 42 παρ. 1 του Π.Κ., ως αρχή εκτέλεσης, για την ύπαρξη αξιόποινης απόπειρας, θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτήν σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά κοινήν αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο (Α.Π. 219/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ/904, Α.Π. 933/1999 Ποιν.Χρ.Ν/450). Εξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 § 1 ΠΚ κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε ...... προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί κάποιος ως ηθικός αυτουργός, αρκεί ότι με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση προς τέλεση της αντικειμενικής υπόστασης μιας αξιόποινης πράξης, και ότι η παραγωγή της αποφάσεως για την τέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με πειθώ, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, με απειλή, με εκμετάλλευση της πλάνης πραγματικής ή περί τα παραγωγικά αίτια, της ψυχικής ορμής, με φορτικότητα, με προτροπές και παραινέσεις, αρκεί το χρησιμοποιηθέν μέσο να παρήγαγε την απόφαση προς εκτέλεση της πράξης (ΑΠ 447/99, 1779/99 ΠΧ Ν 59 802, ΑΠ 967/90 ΠΧ ΜΑ 299, ΑΠ 395/90 ΠΧ Μ 1115).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υπόσταση) ή απαιτείται ενδεχόμενος δόλος (Α.Π. 544/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/19, Α.Π. 873/2004 Π.Χρ. ΗΕ/413).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του πρόταση του παρ' αυτού Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από την διενεργηθείσα και νομίμως περατωθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά :
Στις 31-1-2006 και περί ώρα 20:10 μια ομάδα δέκα περίπου ατόμων που συμμετείχαν σε προγραμματισμένη εκδήλωση από τις 18:00 στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου .... μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6 κατά την αποχώρηση τους μετά το πέρας της εκδήλωσης κινούμενοι επί της οδού ..., στη συμβολή αυτής με την οδό ... εντόπισαν ακινητοποιημένο προ του ερυθρού σηματοδότη το υπ' αριθμ. ..... αυτοκίνητο μάρκας AUDI χρώματος μπλε, στο οποίο επέβαινε ως οδηγός, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ψ1 και ως συνοδηγός ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Γ1 . Τα προαναφερόμενα άτομα προσέγγισαν το αυτοκίνητο, και ο Χ5 (όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε), είπε στον Ψ1 "Εσύ τι κάνεις για όλα αυτά;". Ακολούθως και πριν ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ προλάβει να απαντήσει ή να αντιδράσει τα προαναφερόμενα άτομα μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6 με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις ταυτόχρονες ή και διαδοχικές επιτέθηκαν με σφοδρότητα εναντίον του καθώς και του συνοδηγού του με ανθρωποκτόνο σκοπό και αφού έθραυσαν με ξύλα και λακτίσματα τον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και τον υαλοπίνακα της πόρτας του συνοδηγού και έσυραν έξω από το αυτοκίνητο με βίαιο τρόπο τους επιβαίνοντες, άρχισαν να τους κτυπούν στο πρόσωπο και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματός τους με κλωτσιές, γροθιές και ρόπαλα.
Εκμεταλλευόμενοι δε τον τραυματισμό των επιβαινόντων του ανωτέρω οχήματος και την αδυναμία τους να αντιδράσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφαίρεσαν ένα κινητό τηλέφωνο και δύο δερμάτινους χαρτοφύλακες του Προέδρου της ΓΣΕΕ που περιείχαν έγγραφα, βιβλιάρια καταθέσεων, πιστωτικές κάρτες και άλλα προσωπικά του αντικείμενα και σημειώσεις καθώς και μια δερμάτινη τσάντα του Γ1 που περιείχε μια ατζέντα με τηλέφωνα, το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας και διάφορα άλλα προσωπικά του έγγραφα. Ο δερμάτινος δε χαρτοφύλακας, που ανήκει στον παθόντα Ψ1 , και διάφορα έγγραφα και προσωπικά του αντικείμενα, στη συνέχεια από αστυνομικό βρέθηκαν σένα κάδο απορριμμάτων στη διασταύρωση των οδών .... και .... και αποδόθηκαν στον παραπάνω παθόντα, όπως προκύπτει από την από ... έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης και τις από ... και ... εκθέσεις απόδοσης κατασχεθέντων.
Τα ίδια ως άνω άτομα μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6 αμέσως μετά την προαναφερόμενη επίθεση επιτέθηκαν και εναντίον του διερχομένου κατ' εκείνη τη στιγμή αστικού λεωφορείου της ΕΘΕΛ, με οδηγό το Δ1, με αριθ. ......, του οποίου έθραυσαν τον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατεία .... διότι εμφανίσθηκαν αστυνομικές δυνάμεις, εγκαταλείποντας αιμόφυρτους επί του οδοστρώματος τους παθόντες οι οποίοι διεκομίσθηκαν αμέσως από διερχόμενους πολίτες, στην παρακείμενη "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" επί της οδού Ασκληπιού 31, όπου σύμφωνα με τη διάγνωση των ιατρών ο συνεπιβάτης του πιο πάνω οχήματος Γ1 έφερε κακώσεις προσώπου και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους και αποχώρησε μετά την παροχή των πρώτων βοηθειών, ο δε Πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ψ1, είχε υποστεί : 1) εγκεφαλική διάσειση, τρία θλαστικά. Τραύματα τριχωτού κεφαλής, των οποίων έγινε συρραφή εκχυμώσεις και μώλωπες άμφω των ζυγωματικών, του μετώπου και δεξιού οφθαλμού, διάχυτες εκδορές σε όλο το πρόσωπο, 2) κάκωση αυχένα με συνέπεια θλάση αριστερού τραπεζοειδούς μυός, 3) κάκωση αριστερού ημιθωρακίου με συνοδό αιμάτωμα θλάση αριστερού πλατέος ραχιαίου μυός και 4) εκδορές άμφω των ραχιαίων επιφανειών άκρων χειρών, όπως προκύπτει από τα από .... δύο πιστοποιητικά νοσηλείας της "Κεντρικής κλινικής Αθηνών" και παρέμεινε νοσηλευόμενος στην εν λόγω κλινική μέχρι 2-2-2006 οπότε εξήλθε με οδηγίες και αγωγή κατ' οίκον νοσηλεία και επανεξέταση.
Στην προανακριτική και στην ανακριτική κατάθεση τους οι παθόντες Ψ1 και Γ1 αποδίδουν την προεκτεθείσα σε βάρος τους επίθεση των κατηγορουμένων στη δόλια αυτών προαίρεση να αφαιρέσουν τη ζωή τους. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε από τους κατηγορουμένους η παραπάνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα από την σφοδρότητα της επίθεσης των κατηγορουμένων οι οποίοι βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εναντίον των παραπάνω παθόντων, από τα μέσα που χρησιμοποίησαν δηλαδή ξύλινα ρόπαλα μήκους 58 εκ. ο Χ5 και 50 εκ. ο Χ6, ο οποίος επιπρόσθετα έφερε μαζί του και ένα αεροβόλο περίστροφο με την ένδειξη ....., και τέσσερα σφαιρίδια τοποθετημένα στο μύλο του παραπάνω αεροβόλου όπλου (όπως προκύπτει και από τις από ...... εκθέσεις σωματικής έρευνας και κατάσχεσης τα παραπάνω όπλα βρέθηκαν στην κατοχή τους) χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, καθώς και από τα πληγέντα σημεία του σώματος των παθόντων (κυρίως το πρόσωπο αλλά και άλλα του σώματος τους μέρη), από την ένταση των πληγμάτων προκύπτει ανθρωποκτόνος πρόθεση των κατηγορουμένων.
Τον ανθρωποκτόνο όμως σκοπό τους δεν πέτυχαν από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους, επειδή αναγκάστηκαν να σταματήσουν την παραπάνω επίθεση τους μόλις αντιλήφθηκαν προσερχόμενους στο σημείο του περιστατικού τους άνδρες της Αστυνομίας και να διαφύγουν με κατεύθυνση την περιοχή των .... και επειδή οι παθόντες μεταφέρθηκαν εγκαίρως από πολίτες στην παραπάνω εγγύτατα ευρισκόμενη κλινική όπου τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες.
Η συμμετοχή των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6 στην ομάδα των ατόμων που απρόκλητα σύμφωνα με τα παραπάνω επιτέθηκε κατά των παθόντων με σκοπό να αφαιρέσουν τη ζωή τους προκύπτει από την ανακριτική κατάθεση των παθόντων, σύμφωνα με την οποία ο Χ5 προσομοιάσθηκε από αυτούς, ως το άτομο που συμμετείχε στην ανωτέρω εγκληματική σε βάρος τους επίθεση και το οποίο απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ και απέσπασε βίαια από τα χέρια του καθηγητή Γ1 το δερμάτινο χαρτοφύλακα του. Επίσης επιβεβαιώνεται ακόμη από την ανεύρεση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του Χ5 εξωτερικά, στο οπίσθιο αριστερό κολονάκι του παραπάνω με αριθ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου του παθόντος Ψ1 αλλά και του Χ6 στην εξωτερική επιφάνεια της οπίσθιας αριστερής θύρας του ίδιου αυτοκινήτου (όπως προκύπτει από το αριθ. Πρωτ. ...... έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Τμήμα Εξερευνήσεων).
Ο κατηγορούμενος Χ5 απολογούμενος αρνείται τη συμμετοχή του στην επίθεση κατά των παραπάνω παθόντων, ο δε κατηγορούμενος Χ6 ομολόγησε τόσο τη συμμετοχή του στην εκδήλωση στα Προπύλαια του Πανεπιστήμιου ...., όσο και τη συμμετοχή του στην επίθεση κατά των ανωτέρω παθόντων. Μάλιστα, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην από 2-2-2006 προανακριτική κατάθεση του, την απόφαση για την τέλεση της ανωτέρω εγκληματικής πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του παθόντα Ψ1 προκάλεσαν με προτροπές, παραινέσεις, και φορτικότητα οι συγκατηγορούμενοί του Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2. Ειδικότερα αυτοί ενεργώντας με πρόθεση ο καθένας τους, προκειμένου να τον πείσουν του είπαν "τι σε διδάξαμε ρε, δεν σε διδάξαμε να μισείς τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές, τους δημάρχους, τους μασόνους" αλλά και τον απείλησαν σε βάρος της ζωής του και ειδικά ο Χ2 όταν αυτός αρνήθηκε, να συμμετάσχει στην σε παραπάνω επίθεση σε βάρος του Ψ1, αφού όπλισε ένα όπλο που έφερε μαζί του τον απείλησε με τις φράσεις "προχώρα, κάνε ότι σου λέμε αλλιώς σου ρίξαμε", έτσι κάμφθηκε οποιοσδήποτε δισταγμός ή αντίρρηση του να συμμετάσχει στην κατά του ανωτέρω παθόντος επίθεση καθόσον, όπως απολογούμενος αναφέρει, φοβήθηκε.
Ο παραπάνω κατηγορούμενος Χ6 επίσης ισχυρίζεται στην προανακριτική κατάθεσή του και στην απολογία του, ότι την πρόκληση της παραπάνω απόφασης να αφαιρέσει την ζωή του παθόντα Ψ1 δέχθηκε από τους κατηγορουμένουςΧ4, Χ3, Χ1 και Χ2 κατά τη συνάντηση του με αυτούς καθ' ο χρόνο ευρίσκετο κινούμενος πεζή στο εκκλησάκι των .... (στη συμβολή των οδών ... και .....) ενώ ήδη ο προαναφερθείς παθών Ψ1 ευρίσκετο τραυματισμένος στο έδαφος στη συμβολή των οδών .... και ....., όπως τον πληροφόρησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας δεν ενισχύεται ο ισχυρισμός του αυτός, αντιθέτως σύμφωνα με το περιεχόμενο της από 1-2-2006 κατάθεσης των Ζ1 και Ζ2 αστυνομικών, Ζ3 και Ζ4, που προσέτρεξαν στο χώρο του επεισοδίου αλλά και την από ενώπιον της 15-2-2006 κατάθεση ενώπιον της ανακρίτριας του Ψ1 και τις από 1/2/2006 καταθέσεις των Ζ5 ιδιοκτήτη καταστήματος στην περιοχή, Ζ6 ιδιωτικού αστυνομικού που βρέθηκε στην περιοχή, η παραπάνω επίθεση σε βάρος των παθόντων διήρκεσε λίγα λεπτά και αμέσως μετά έγινε η μεταφορά τους στην αναφερόμενη κλινική χωρίς οι παθόντες να παραμείνουν επί αρκετό χρόνο πεσμένοι αιμόφυρτοι στο έδαφος ώστε να υπάρχει αρκετός χρόνος για να γίνει η συνάντηση του Χ6 με τους ηθικούς αυτουργούς και η πρόκληση από αυτούς της απόφασης να χτυπήσει τον Ψ1 και να μεταβεί στο σημείο που ήταν πεσμένος αυτός και να τον εκτελέσει την προκληθείσα απόφαση χτυπώντας τον παθόντα.
Ο παραπάνω κατηγορούμενος Χ6ς προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς προκειμένου να επιρρίψει την ευθύνη του τραυματισμού του παθόντα Ψ1 κατά κύριο λόγο, σε ενέργειες άλλων προσώπων και πριν την μετάβαση του στο σημείο του επεισοδίου και να ελαφρύνει έτσι, κατά την δική του αντίληψη, την θέση του. Το γεγονός ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου Χ6 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ως προς αυτό το σημείο για τους παραπάνω λόγους δεν αναιρεί την γενικότερη αληθοφάνεια της μαρτυρίας του περί των ηθικών αυτουργών της παραπάνω με ανθρωποκτόνου σκοπό επίθεσης σε βάρος του παθόντα Ψ1. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι από κανένα στοιχείο δεν κλονίζεται γενικά η αληθοφάνεια της μαρτυρίας του αφού δεν είχε κανένα λόγο να υποδείξει ψευδώς αυτούς ως ηθικούς αυτουργούς δεδομένου ότι ήταν γνωστοί από πολλών ετών και δεν είχε ανακύψει οιοδήποτε πρόβλημα στις σχέσεις τους.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία επικαλούμενοι και λόγους ψυχικής διαταραχής του κατηγορούμενου Χ6 οι οποίοι τον καθιστούν αναξιόπιστο άτομο. Τούτο δεν ευσταθεί δεδομένου ότι το γεγονός ότι αντιμετωπίζει διάφορα ψυχολογικά προβλήματα ο κατηγορούμενος Χ6 αυτό όμως δεν είναι ικανό να ανατρέψει την αλήθεια των όσων ισχυρίζεται. Εξάλλου οι κατηγορούμενοι αδυνατούν να δικαιολογήσουν τον λόγο για τον οποίο ο συγκατηγορούμενός τους Χ6 τους κατονομάζει ως τα άτομα που με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους προκάλεσαν σ' αυτόν την απόφαση να συμμετάσχει στην επίθεση κατά του παθόντα Ψ1.
Ούτε εξάλλου επικαλούνται και προσκομίζουν οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη του διατυπωθέντος ισχυρισμού από τον Χ3 και Χ1 βάσει του οποίου δεν διέπραξαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πιο πάνω πράξη κατά το χρόνο διενέργειας της πορείας αλλά και του προαναφερθέντος επεισοδίου ευρίσκοντο στην οικία τους καθώς και του διατυπωθέντος ισχυρισμού από τον Χ2, που όπως επικαλείται, ευρίσκετο σε χώρο συνάθροισης μαρτύρων του Ιεχωβά στην ...., ενώ ας σημειωθεί ότι ο Χ4 αδυνατεί να προσδιορίσει που ευρίσκετο κατά τον προδιαληφθέντα χρόνο.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω προέκυψαν εις βάρος των κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του Χ5 και Χ6 για: α) απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού κατά συρροή, β) ληστεία από κοινού κατά συρροή, γ) διακεκριμένη περίπτωση φθοράς από κοινού, δ) παράνομη οπλοφορία (ο δε Χ6 όπλου και πυρομαχικών) και ε) οπλοχρησία, κατά δε των λοιπών κατηγορουμένων Χ2, Χ1, Χ4 και Χ3 για ηθική αυτουργία στην απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού κατά συρροή για την οποία κατηγορείται ο συγκατηγορούμενός τους Χ6, γι' αυτό πρέπει το Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρο 309 § 1 εδ. ε' και 313 Κ.Π.Δ., να παραπέμψει τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως και που είναι αρμόδιο καθ' ύλη ν και κατά τόπον; σύμφωνα με τα άρθρο Ιδ, 8 §§ Ια, 2, 109α, 119, 122 § 1, 128 § 1, 130 § 1 τελευτ. εδάφιο κ. ΠΑ και 97 του Συντάγματος, για να δικασθούν για τις παραπάνω πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρο 1,12, 14,26 § Ια; 27 § 1,42,45,46 § Ια, 94 § 1, 299 § 1, 380 § 1, 382 §§ 2- 1., 381 § 1 Π.κ., 1§§ Ια-γ, δ, 2γ,10§§ 1, 13 και 14 Ν. 2168/1993.).
Με τις σκέψεις του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας για την οποία παραπέμφθηκαν να δικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή των αναιρεσειόντων, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Δεν είναι δε αναγκαίος εν προκειμένω ο ειδικότερος προσδιορισμός του δόλου, αφού αυτός προσδιορίζεται από τα περιγραφικά της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο παραπέμπονται να δικασθούν οι αναιρεσείοντες και τις ειδικότερες, περιγραφόμενες συνθήκες τέλεσής του. Δεν αποτελεί δε αντίφαση το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6 φέρονται στο 7ο φύλλο του προσβαλλομένου βουλεύματος ως έχοντες από κοινού αποφασίσει μαζί με άλλα οκτώ ακόμα άτομα να σκοτώσουν τον Ψ1 και Γ1 και οι αναιρεσείοντες ως προκαλέσαντες μόνο στον Χ5 την απόφαση να σκοτώσει μόνο τον Ψ1, διότι απλούστατα με τις εκτιθέμενες σκέψεις του δεν δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι οι αναιρεσείοντες και στους λοιπούς εννέα, τον ένα γνωστό (Χ5) και τους λοιπούς αγνώστους προκάλεσαν την απόφαση να θανατώσουν τον Ψ1. Πρέπει λοιπόν σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτιθέμενα να απορριφθεί και ο τέταρτος των προσβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 §1δ' Κ.Π.Δ.).
Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω εκτιθεμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ.). Ακόμη να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθόσον με το περιεχόμενο των αναιρέσεών τους πλήρως εξέθεσαν τις απόψεις τους και ανέπτυξαν τους αναιρετικούς ισχυρισμούς τους.


Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθούν ως αβάσιμες οι υπ' αριθ. 156, 157, 154 και 155/20-7-2007 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ2 και 4) Χ1, κατά του υπ' αριθ. 1579/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σ' αυτούς. Ακόμη να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας.
Αθήνα 12-11-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 1) 156/20-7-2007, 2) 157/20-7-2007, 3) 154/20-7-2007, και 4) 155/20-7-2007 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων 1) Χ4 2) Χ3, 3) Χ2, και 4) Χ1, αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθ. 1579/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Το υποβαλλόμενο από τους αναιρεσείοντες αίτημα με τις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις τους, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτών ενώπιον του Συμβουλίου, προκειμένου να υποστηρίξουν τις αναιρέσεις τους και να υπερασπισθούν τον εαυτό τους, όπως αναφέρουν στις αιτήσεις τους, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού με τις κρινόμενες αιτήσεις τους και με το κοινό υπόμνημα που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, εκθέτουν με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις τους και οι ισχυρισμοί τους αναπτύσσονται επαρκώς σε αυτά.

ΙΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2540/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του ακροατηρίου του στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών αρμοδίως ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός τους Χ6 σε βάρος του Ψ1 (άρθρα 46 §1α και 299 §1 Π.Κ.). Μετά από έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε το 244/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις τους και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, άσκησαν οι αναιρεσείοντες αναιρέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 1331/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε το 244/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, λόγω της ακυρότητας που επήλθε, όταν το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά παράβαση του άρ. 309 παρ.2 του ΚΠΔ, δεν κάλεσε και τους αναιρεσείοντες ενώπιόν του, όταν δέχθηκε αίτημα συγκατηγορουμένων τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προβαλλόμενο 1579/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά τις 476/13-11-2006, 412/25-9-2006, 398/14-9-2006 και 395/14-9-2006 αντίστοιχες εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτόδικου 2540/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ως κατ' ουσία βάσιμες, ως προς το λόγο της απόλυτης ακυρότητας από τα άρθρα 309 §2 και 171 §1δ' του Κ.Π.Δ., ακύρωσε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες και τους συγκατατηγορουμένους τους ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ψ1.

ΙV. Με τον 1ο λόγο των κρινόμενων αιτήσεων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη, (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), διότι (1) δεν κλήθηκαν να εμφανιστούν ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, παρά το γεγονός ότι κρίθηκε από τον ’ρειο Πάγο ότι για τον λόγο αυτό έχει εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, 2) το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας καθώς τους παραπέμπει, επειδή δεν έχουν εξηγήσει για ποιό λόγο ο παραπεμφθείς ως αυτουργός Χ6 τους κατονομάζει ως ηθικούς αυτουργούς της αξιόποινης πράξης που τέλεσε και διότι 3) το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα εκτιμά ως αληθή και αξιόπιστη την κατάθεση του Χ6, "η οποία είναι εξοφθάλμως αναληθής, αναληθοφανής και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα". Οι δύο πρώτες από τις αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο το συμβούλιο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο, αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή, αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ενώπιόν του και έτσι απέρριψε τη σχετική αίτησή τους. Την κρίση του δε αυτή στήριξε, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα. Συγκεκριμένα, απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία "....Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με την Εισαγγελική πρόταση, πρέπει να απορριφθεί το διαλαμβανόμενο στις εφέσεις των κατηγορουμένων αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου για να παράσχουν διευκρινίσεις επί των ισχυρισμών τους, καθ'όσον αυτοί με πληρότητα και σαφήνεια αναπτύσσονται στις απολογίες τους ενώπιον του Ανακριτή, καθώς στις εφέσεις τους και το υποβληθέν υπόμνημα, ενώπιον αυτού από τον κατηγορούμενο Χ3 και τέλος στο υποβληθέν υπόμνημα όλων ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων, καθ' όσον δεν υπάρχουν ασάφειες ως προς το νομικό και πραγματικό μέρος της βαρύνουσας αυτούς κατηγορίας". Η με την ανωτέρω αιτιολογία απόρριψη της αιτήσεως εμφανίσεως των κατηγορουμένων ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών είναι πλήρης, δεν έρχεται δε σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 4 και 6 παρ. 3 της κυρωθείσης με το ΝΔ 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και με την με αυτές καθιερούμενη αρχή της δίκαιης δίκης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι οι αναιρεσείοντες έχουν την δυνατότητα ενώπιον του Δικαστηρίου να αναπτύξουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους. Εξάλλου, το Συμβούλιο στήριξε την παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει, τα οποία συνεκτίμησε και όχι αποκλειστικά σε όσα σε βάρος τους κατέθεσε ο συγκατηγορούμενός τους Χ6 και ούτε στο ότι αυτοί δεν εξήγησαν για ποιό λόγο ο παραπεμφθείς, ως αυτουργός, Χ6 τους κατονομάζει, ως ηθικούς αυτουργούς της αξιόποινης πράξης που τέλεσαν, παραβιάζοντας, έτσι, το τεκμήριο αθωότητάς τους, η δε σχετική αναφορά στο βούλευμα έγινε, ως απλό επιχείρημα προς αντίκρουση των υπερασπιστικών τους ισχυρισμών τους. Επίσης, δεν συνιστά παραβίαση υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, η αιτιολογημένη αξιολόγηση, ως αξιόπιστης, την κατάθεσης του Χ6, κατά το μέρος που τους κατονομάζει ως ηθικούς αυτουργούς της πιο πάνω πράξεως. Το προσβαλλόμενο, εξάλλου, βούλευμα, στηρίζοντας την παραπεμπτική των αναιρεσειόντων κρίση, για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία, στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δεν υποχρεούται να εξειδικεύει ειδικότερα τι προέκυψε από καθένα χωριστά, η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αυτών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της καταθέσεως του Χ6, δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεως, αφού πρόκειται για την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, με συνέπεια, η σχετική αιτίαση να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 484 παρ.1β και και 1α του ΚΠΔ, με στοιχ.1 και 2β και ε λόγοι αναίρεσης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, για παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης νόμου και για απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι. V. Mε τον με στοιχεία 2α λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, ενώ με την 1331/2007 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε το 244/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο είχε εκδοθεί επί των εφέσεών τους κατά του 2540/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για απόλυτη ακυρότητα, διότι, παρά το ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών κάλεσε τους κατηγορουμένους Χ5 και Χ6 ενώπιόν του, δεν κάλεσε και αυτούς, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Η απόλυτη δε αυτή ακυρότητα, ενώ αποτελούσε, όπως ισχυρίζονται, και λόγο των εφέσεών τους, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, εφέσεις με τις οποίες επαναλάμβαναν το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εντούτοις το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρά το ότι ακύρωσε το 2540/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν διέταξε την επανάληψη της άκυρης πράξης, δεν διέταξε, δηλαδή, την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, κατά παράβαση του άρθρου 176 ΚΠΔ και 481 ΚΠΔ, αλλά και του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ακόμη δε, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, και αν μεταβιβάσθηκε στο Συμβούλιο Εφετών η υπόθεση, προκειμένου να κρίνει αυτό επί της ουσίας της υπόθεσης, τότε και πάλι το Συμβούλιο Εφετών όφειλε, προς άρση της απόλυτης ακυρότητας που είχε επέλθει στην μέχρι τότε προδικασία (κατ' άρθρο 176 ΚΠΔ), να τους καλέσει να εμφανισθούν ενώπιόν του. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντες τις ίδιες αιτιάσεις, υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το να μη διατάξει την εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ή ενώπιόν του, όταν ακύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, λόγω της προαναφερόμενης απόλυτης ακυρότητας, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ακριβώς λόγω της πιο πάνω ακυρότητας που επήλθε, επειδή το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών επέτρεψε στους συγκατηγορουμένους των αναιρεσειόντων Χ5 και Χ6 να παραστούν ενώπιόν του και, κατά παράβαση του άρθρου 309 §2 Κ.Π.Δ., δεν κάλεσε να παραστούν σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες, όπως κρίθηκε με την προηγούμενη 1331/2007 απόφαση ( σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου, με διάταξή του ακύρωσε το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα στο σύνολό του και κράτησε την υπόθεση και την εξέτασε στο σύνολό της εκ νέου κατ' ουσία. Κατά την νέα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών διαδικασία, οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν εκ νέου το ίδιο αίτημα, το οποίο και απορρίφθηκε με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφασή του, χωρίς αυτό, όπως ήδη αναφέρθηκε, να συνιστά παράβαση των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α και στ του ΚΠΔ, λόγοι, με στοιχ. 2β και 3 του δικογράφου, των αιτήσεων αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. VΙ. Από το άρθρο 211 Α' ΚΠΔ, κατά το οποίο, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει δε εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο, κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Εξάλλου από καμιά διάταξη του ΚΠΔ δεν απαγορεύεται, και μάλιστα με ποινή ακυρότητας, η λήψη υπόψη ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών άλλων κατηγορουμένων ή υπομνήματος αυτών .
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του τις σε βάρος των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων καταθέσεις του συγκατηγορουμένου τους αυτουργού της πράξεως Χ6, τις οποίες, άλλωστε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του βουλεύματος, συνεκτίμησε μαζί με τα αναφερόμενα λοιπά στοιχεία της προδικασίας. Επομένως, ο με στοιχ. 2γ από το άρ. 484 παρ.1 περ.α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων για απόλυτη ακυρότητα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. V
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. V

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "....Στις 31-1-2006 και περί ώρα 20:10, μια ομάδα δέκα περίπου ατόμων, που συμμετείχαν σε προγραμματισμένη εκδήλωση από τις 18:00 στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου ...., μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, κατά την αποχώρησή τους, μετά το πέρας της εκδήλωσης, κινούμενοι επί της οδού ...., στη συμβολή αυτής με την οδό ..., εντόπισαν ακινητοποιημένο προ του ερυθρού σηματοδότη το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ΑUDΙ, χρώματος μπλε, στο οποίο επέβαινε, ως οδηγός, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ψ1και ως συνοδηγός ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Γ1. Τα προαναφερόμενα άτομα προσέγγισαν το αυτοκίνητο και ο Χ5 (όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε), είπε στον Ψ1 "Εσύ τι κάνεις για όλα αυτά;". Ακολούθως και πριν ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ προλάβει να απαντήσει ή να αντιδράσει, τα προαναφερόμενα άτομα, μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις ταυτόχρονες ή και διαδοχικές, επιτέθηκαν με σφοδρότητα εναντίον του καθώς και του συνοδηγού του με ανθρωποκτόνο σκοπό και, αφού έθραυσαν με ξύλα και λακτίσματα τον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και τον υαλοπίνακα της πόρτας του συνοδηγού και έσυραν έξω από το αυτοκίνητο με βίαιο τρόπο τους επιβαίνοντες, άρχισαν να τους κτυπούν στο πρόσωπο και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματός τους με κλωτσιές, γροθιές και ρόπαλα. Εκμεταλλευόμενοι δε τον τραυματισμό των επιβαινόντων του ανωτέρω οχήματος και την αδυναμία τους να αντιδράσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφαίρεσαν ένα κινητό τηλέφωνο και δύο δερμάτινους χαρτοφύλακες του Προέδρου της ΓΣΕΕ που περιείχαν έγγραφα, βιβλιάρια καταθέσεων, πιστωτικές κάρτες και άλλα προσωπικά του αντικείμενα και σημειώσεις, καθώς και μια δερμάτινη τσάντα του Γ1, που περιείχε μια ατζέντα με τηλέφωνα, το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας και διάφορα άλλα προσωπικά του έγγραφα. Ο δερμάτινος δε χαρτοφύλακας, που ανήκει στον παθόντα Ψ1, και διάφορα έγγραφα και προσωπικά του αντικείμενα, στη συνέχεια, από αστυνομικό, βρέθηκαν σ' ένα κάδο απορριμμάτων στη διασταύρωση των οδών ..... και ..... και αποδόθηκαν στον παραπάνω παθόντα, όπως προκύπτει από την από ... έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης και τις από ... και .... εκθέσεις απόδοσης κατασχεθέντων. Τα ίδια ως άνω άτομα, μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6, αμέσως μετά την προαναφερόμενη επίθεση επιτέθηκαν και εναντίον του διερχομένου κατ' εκείνη τη στιγμή αστικού λεωφορείου της ΕΘΕΛ, με οδηγό το Δ1 με αριθ. ....., του οποίου έθραυσαν τον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή προς την Πλατεία ......, διότι εμφανίσθηκαν αστυνομικές δυνάμεις, εγκαταλείποντας αιμόφυρτους επί του οδοστρώματος τους παθόντες, οι οποίοι διεκομίσθηκαν αμέσως, από διερχόμενους πολίτες, στην παρακείμενη "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ" επί της οδού Ασκληπιού 31, όπου, σύμφωνα με τη διάγνωση των ιατρών ο συνεπιβάτης του πιο πάνω οχήματος Γ1 έφερε κακώσεις προσώπου και θλαστικό τραύμα κάτω χείλους και αποχώρησε μετά την παροχή των πρώτων βοηθειών, ο δε Πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ψ1, είχε υποστεί: 1) εγκεφαλική διάσειση, τρία θλαστικά τραύματα τριχωτού κεφαλής, των οποίων έγινε συρραφή, εκχυμώσεις και μώλωπες άμφω των ζυγωματικών, του μετώπου και δεξιού οφθαλμού, διάχυτες εκδορές σε όλο το πρόσωπο, 2) κάκωση αυχένα, με συνέπεια θλάση αριστερού τραπεζοειδούς μυός, 3) κάκωση αριστερού ημιθωρακίου με συνοδό αιμάτωμα θλάση αριστερού πλατέος ραχιαίου μυός και 4) εκδορές άμφω των ραχιαίων επιφανειών άκρων χειρών, όπως προκύπτει από τα από ..... δύο πιστοποιητικά νοσηλείας της "Κεντρικής Κλινικής Αθηνών" και παρέμεινε νοσηλευόμενος στην εν λόγω κλινική μέχρι 2-2-2006, οπότε εξήλθε με οδηγίες και αγωγή κατ' οίκον νοσηλεία και επανεξέταση. Στην προανακριτική και στην ανακριτική κατάθεσή τους, οι παθόντες Ψ1 και Γ1 αποδίδουν την προεκτεθείσα σε βάρος τους επίθεση των κατηγορουμένων στη δόλια αυτών προαίρεση να αφαιρέσουν τη ζωή τους. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε από τους κατηγορουμένους η παραπάνω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα, από την σφοδρότητα της επίθεσης των κατηγορουμένων, οι οποίοι βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εναντίον των παραπάνω παθόντων, από τα μέσα που χρησιμοποίησαν, δηλαδή ξύλινα ρόπαλα μήκους 58 εκ. ο Χ5 και 50 εκ. ο Χ6, ο οποίος επιπρόσθετα έφερε μαζί του και ένα αεροβόλο περίστροφο με την ένδειξη ......, και τέσσερα σφαιρίδια τοποθετημένα στο μύλο του παραπάνω αεροβόλου όπλου (όπως προκύπτει και από τις από ..... εκθέσεις σωματικής έρευνας και κατάσχεσης τα παραπάνω όπλα βρέθηκαν στην κατοχή τους), χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, καθώς και από τα πληγέντα σημεία του σώματος των παθόντων (κυρίως το πρόσωπο αλλά και άλλα του σώματός τους μέρη), από την ένταση των πληγμάτων προκύπτει ανθρωποκτόνος πρόθεση των κατηγορουμένων. Τον ανθρωποκτόνο όμως σκοπό τους δεν πέτυχαν, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως τους, επειδή αναγκάστηκαν να σταματήσουν την παραπάνω επίθεση τους, μόλις αντιλήφθηκαν προσερχόμενους στο σημείο του περιστατικού τους άνδρες της Αστυνομίας και να διαφύγουν με κατεύθυνση την περιοχή των .... και επειδή οι παθόντες μεταφέρθηκαν εγκαίρως από πολίτες στην παραπάνω εγγύτατα ευρισκόμενη κλινική, όπου τους παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Η συμμετοχή των κατηγορουμένων Χ5 και Χ6 στην ομάδα των ατόμων που απρόκλητα, σύμφωνα με τα παραπάνω, επιτέθηκε κατά των παθόντων με σκοπό να αφαιρέσουν τη ζωή τους, προκύπτει από την ανακριτική κατάθεση των παθόντων, σύμφωνα με την οποία ο Χ5 προσομοιάσθηκε από αυτούς, ως το άτομο που συμμετείχε στην ανωτέρω εγκληματική σε βάρος τους επίθεση και το οποίο απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ και απέσπασε βίαια από τα χέρια του καθηγητή Γ1 το δερμάτινο χαρτοφύλακά του. Επίσης επιβεβαιώνεται ακόμη από την ανεύρεση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του Χ5 εξωτερικά, στο οπίσθιο αριστερό κολονάκι του παραπάνω με αριθ. .....ΙΧΕ αυτοκινήτου του παθόντος Ψ1 αλλά και του Χ6 στην εξωτερική επιφάνεια της οπίσθιας αριστερής θύρας του ίδιου αυτοκινήτου (όπως προκύπτει από το αριθ. πρωτ. ...... έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Τμήμα Εξερευνήσεων). Ο κατηγορούμενος Χ5, απολογούμενος, αρνείται τη συμμετοχή του στην επίθεση κατά των παραπάνω παθόντων, ο δε κατηγορούμενος Χ6 ομολόγησε τόσο τη συμμετοχή του στην εκδήλωση στα Προπύλαια του Πανεπιστήμιου ..., όσο και τη συμμετοχή του στην επίθεση κατά των ανωτέρω παθόντων. Μάλιστα, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην από 2-2-2006 προανακριτική κατάθεσή του, την απόφασή του για την τέλεση της ανωτέρω εγκληματικής πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του παθόντα Ψ1 προκάλεσαν με προτροπές, παραινέσεις, και φορτικότητα οι συγκατηγορούμενοί του Χ4,Χ3, Χ1 και Χ2. Ειδικότερα, αυτοί ενεργώντας με πρόθεση ο καθένας τους, προκειμένου να τον πείσουν του είπαν "τι σε διδάξαμε ρε, δεν σε διδάξαμε να μισείς τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές, τους δημάρχους, τους μασόνους", αλλά και τον απείλησαν σε βάρος της ζωής του και ειδικά ο Χ2, όταν αυτός αρνήθηκε να συμμετάσχει στην σε παραπάνω επίθεση σε βάρος του Ψ1, αφού όπλισε ένα όπλο που έφερε μαζί του, τον απείλησε με τις φράσεις "προχώρα, κάνε ότι σου λέμε αλλιώς σου ρίξαμε", έτσι κάμφθηκε οποιοσδήποτε δισταγμός ή αντίρρησή του να συμμετάσχει στην κατά του ανωτέρω παθόντος επίθεση, καθόσον, όπως απολογούμενος αναφέρει, φοβήθηκε. Ο παραπάνω κατηγορούμενος Χ6, επίσης ισχυρίζεται στην προανακριτική κατάθεσή του και στην απολογία του, ότι την πρόκληση της παραπάνω απόφασης να αφαιρέσει την ζωή του παθόντα Ψ1 δέχθηκε από τους κατηγορουμένους Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2, κατά τη συνάντηση του με αυτούς καθ' ο χρόνο ευρίσκετο κινούμενος πεζή στο εκκλησάκι των ....(στη συμβολή των οδών ... και .....), ενώ ήδη ο προαναφερθείς παθών Ψ1 ευρίσκετο τραυματισμένος στο έδαφος στη συμβολή των οδών .... και ......, όπως τον πληροφόρησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας δεν ενισχύεται ο ισχυρισμός του αυτός, αντιθέτως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της από 1-2-2006 κατάθεσης των Ζ1 και Ζ2, αστυνομικών, Ζ3 και Ζ4, που προσέτρεξαν στο χώρο του επεισοδίου, αλλά και την από ενώπιον της 15-2-2006 κατάθεση ενώπιον της ανακρίτριας του Ψ1 και τις από 1/2/2006 καταθέσεις των Ζ5, ιδιοκτήτη καταστήματος στην περιοχή, Ζ6, ιδιωτικού αστυνομικού, που βρέθηκε στην περιοχή, η παραπάνω επίθεση σε βάρος των παθόντων διήρκεσε λίγα λεπτά και, αμέσως μετά, έγινε η μεταφορά τους στην αναφερόμενη κλινική, χωρίς οι παθόντες να παραμείνουν επί αρκετό χρόνο πεσμένοι αιμόφυρτοι στο έδαφος, ώστε να υπάρχει αρκετός χρόνος για να γίνει η συνάντηση του Χ6 με τους ηθικούς αυτουργούς και η πρόκληση από αυτούς της απόφασης να χτυπήσει τον Ψ1 και να μεταβεί στο σημείο που ήταν πεσμένος αυτός και να τον εκτελέσει την προκληθείσα απόφαση χτυπώντας τον παθόντα. Ο παραπάνω κατηγορούμενος Χ6 προέβη στους ισχυρισμούς αυτούς, προκειμένου να επιρρίψει την ευθύνη του τραυματισμού του παθόντα Ψ1, κατά κύριο λόγο, σε ενέργειες άλλων προσώπων και πριν την μετάβασή του στο σημείο του επεισοδίου και να ελαφρύνει έτσι, κατά την δική του αντίληψη, την θέση του. Το γεγονός ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου Χ6 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ως προς αυτό το σημείο, για τους παραπάνω λόγους, δεν αναιρεί την γενικότερη αληθοφάνεια της μαρτυρίας του περί των ηθικών αυτουργών της παραπάνω με ανθρωποκτόνου σκοπό επίθεσης σε βάρος του παθόντα Ψ1. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι, από κανένα στοιχείο, δεν κλονίζεται γενικά η αληθοφάνεια της μαρτυρίας του, αφού δεν είχε κανένα λόγο να υποδείξει ψευδώς αυτούς ως ηθικούς αυτουργούς, δεδομένου ότι ήταν γνωστοί από πολλών ετών και δεν είχε ανακύψει οιοδήποτε πρόβλημα στις σχέσεις τους. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία, επικαλούμενοι και λόγους ψυχικής διαταραχής του κατηγορούμενου Χ6, οι οποίοι τον καθιστούν αναξιόπιστο άτομο. Τούτο δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι το γεγονός ότι αντιμετωπίζει διάφορα ψυχολογικά προβλήματα ο κατηγορούμενος Χ6, αυτό όμως δεν είναι ικανό να ανατρέψει την αλήθεια των όσων ισχυρίζεται. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι αδυνατούν να δικαιολογήσουν τον λόγο για τον οποίο ο συγκατηγορούμενός τους Χ6 τους κατονομάζει ως τα άτομα που με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους προκάλεσαν σ' αυτόν την απόφαση να συμμετάσχει στην επίθεση κατά του παθόντα Ψ1. Ούτε εξάλλου επικαλούνται και προσκομίζουν οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, προς απόδειξη του διατυπωθέντος ισχυρισμού από τον Χ3 και Χ1, βάσει του οποίου δεν διέπραξαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πιο πάνω πράξη, κατά το χρόνο διενέργειας της πορείας αλλά και του προαναφερθέντος επεισοδίου, ευρίσκοντο στην οικία τους καθώς και του διατυπωθέντος ισχυρισμού από τον Χ2, που, όπως επικαλείται, ευρίσκετο σε χώρο συνάθροισης μαρτύρων του Ιεχωβά στην ....., ενώ ας σημειωθεί ότι ο Χ4 αδυνατεί να προσδιορίσει πού ευρίσκετο κατά τον προδιαληφθέντα χρόνο........". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, αφού ακύρωσε το εκκαλούμενο 2540/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, έκρινε ότι προέκυψαν σε βάρος των μεν κατηγορουμένων Χ5 και Χ6 επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους, πλην άλλων πράξεων, και για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού κατά συρροή, των δε λοιπών κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων Χ2, Χ1, Χ4 και Χ3, για ηθική αυτουργία στην απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού κατά συρροή, για την οποία κατηγορείται ο συγκατηγορούμενός τους Χ6, πράξεις οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 46 παρ.1α, 94 παρ.1, 299 παρ.1, ΠΚ, και παρέπεμψε αυτούς, ενώπιον του ακροατηρίου του στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως ορισθησομένου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: 1) Οι Χ5 και Χ6, στην Αθήνα, στις 31/1/2006 και περί ώραν 20.10, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν με πρόθεση περισσότερα του ενός εγκλήματα, μεταξύ των οποίων, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν κακούργημα, δηλαδή να σκοτώσουν άλλον, επιχείρησαν πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος αυτού, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους....." και 2) "Οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2, στην Αθήνα, στις 31-1-2006 από πρόθεση, καθένας τους, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση και ειδικότερα με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και δη με τις φράσεις που με φορτικότητα απηύθυνε καθένας στον συγκατηγορούμενό του Χ6, λόγω της διατυπωθείσης από τον τελευταίο άρνησης προς διάπραξη της πιο πάνω αξιόποινης πράξης "τι σε διδάξαμε ρε, δεν σε διδάξαμε, να μισείς τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές τους δημάρχους, τους μασώνους", αλλά και με την εκδηλωθείσα απειλητική σε βάρος της ζωής του ως άνω συγκατηγορουμένου τους Χ6 συμπεριφορά από τον εκ τούτων Χ2, λόγω της διατυπωθείσης άρνησής του προς διάπραξη της αξιόποινης πιο πάνω πράξης, καθόσον οπλίσας ένα όπλο που έφερε μαζί του τον απείλησε με τις φράσεις "κάνε ότι σου λέμε, προχώρα, αλλιώς σου ρίξαμε" προκαλώντας φόβο για τη ζωή του, προκάλεσε από πρόθεση καθένας τους, στον συγκατηγορούμενό τους Χ6 την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ψ1 , την οποία τελικά διέπραξε, όπως ειδικότερα η πράξη αυτή αναφέρεται παραπάνω .....". ΙX. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς τους κατηγορούμενους- αναιρεσείοντες, και την αποδιδόμενη σε αυτούς αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συναυτουργία από πρόθεση, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτούς πιο πάνω αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1β, 46 παρ. 1 εδ. α, 42 παρ. 1, 299 παρ. 1, ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες από όλους τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής αιτιολογίας κατ' άρθρο 484 παρ. 1 δ ΚΠΔ. Συγκεκριμένα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, στήριξε την παραπεμπτική του κρίση για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία των αναιρεσειόντων σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος ειδικότερα αναφέρει, η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της καταθέσεως του Χ6, την οποία το Συμβούλιο έκρινε ως αξιόπιστη, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού πρόκειται για την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, έστω και αν σε αυτή κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, αυτό στηρίχθηκε. Επομένως, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι η στήριξη της παραπεμπτικής κρίσης του Συμβουλίου, αποκλειστικά σε ισχυρισμούς κατηγορουμένου, που στερούνται "καταφανώς λογικού ειρμού, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας", δεν αποτελεί αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη, ιδιαίτερα όταν οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται από άτομο που ομολογεί το ίδιο ότι είναι ψυχοπαθητικό κλπ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επίσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, έπεισαν τον αυτουργό της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, οι οποίες ειδικότερα προσδιορίζονται στο βούλευμα, στο οποίο αναφέρονται οι φράσεις που με φορτικότητα απηύθυνε καθένας αναιρεσείων στον συγκατηγορούμενό του Χ6 ("τι σε διδάξαμε ρε, δεν σε διδάξαμε, να μισείς τους πολιτικούς, τους συνδικαλιστές τους δημάρχους, τους μασώνους"), αλλά και με την εκδηλωθείσα απειλητική σε βάρος της ζωής του ως άνω συγκατηγορουμένου τους Χ6 συμπεριφορά από τον εκ τούτων Χ2, λόγω της διατυπωθείσης άρνησής του προς διάπραξη της αξιόποινης πιο πάνω πράξης, καθόσον αυτός, με ένα όπλο που έφερε μαζί του, τον απείλησε με τις φράσεις "κάνε ότι σου λέμε, προχώρα, αλλιώς σου ρίξαμε", πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν στην συγκεκριμένη περίπτωση στον πιο πάνω φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που διέπραξε. Δεν είναι δε αναγκαίος εν προκειμένω ο ειδικότερος προσδιορισμός του δόλου και η ήρεμη ψυχική αυτών κατάσταση, αφού τα στοιχεία αυτά προσδιορίζονται από την περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για το οποίο παραπέμπονται να δικασθούν οι αναιρεσείοντες και τις ειδικότερες, περιγραφόμενες συνθήκες τέλεσής του από αυτούς, αλλά και από την περιγραφή των συνθηκών, υπό τις οποίες οι αναιρεσείοντες προκάλεσαν στον πιο πάνω αυτουργό την απόφαση να τελέσει το έγκλημα που διέπραξε. Ούτε αποτελεί αντίφαση το γεγονός, ότι οι κατηγορούμενοι Χ5 και Χ6 φέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ως έχοντες από κοινού αποφασίσει, μαζί με άλλα οκτώ ακόμα άτομα, να σκοτώσουν τον Ψ1 και Γ1 και οι αναιρεσείοντες ως προκαλέσαντες μόνο στον Χ6 την απόφαση να σκοτώσει μόνο τον Ψ1, διότι, με τις εκτιθέμενες σκέψεις του, δεν δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι οι αναιρεσείοντες και στους λοιπούς εννέα, τον ένα γνωστό (Χ5) και τους λοιπούς αγνώστους, προκάλεσαν την απόφαση να θανατώσουν τον Ψ1. Πλήρως δε αιτιολογείται στο βούλευμα, οι λόγοι για τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε αξιόπιστη και αληθή την κατάθεση του Χ6 ως προς το ότι οι αναιρεσείοντες προκάλεσαν σε αυτόν την απόφαση να εκτελέσει το έγκλημα που διέπραξε, ενώ δεν την θεωρεί αξιόπιστη ως προς τον χρόνο και τον τόπο που έλαβε χώρα η σχετική πράξη. Πρέπει λοιπόν, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτιθέμενα, να απορριφθεί και ο τέταρτος, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠΔ, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, προβαλλόμενος από όλους τους αναιρεσείοντες λόγος αναίρεσης, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Χ. Επομένως, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, πρέπει αυτές να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αιτούντων αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει τις 1) 156/20-7-2007, 2) 157/20-7-2007, 3) 154/20-7-2007, και 4) 155/20-7-2007 αιτήσεις αναίρεσης των 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ2 και 4) Χ1, αντιστοίχως, κατά του 1579/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τους πιο πάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή