Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 572 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (αυτ/κο ατύχημα). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμός κατηγορουμένου οδηγού ότι δεν ήταν ο δράστης. Επίκληση εγγράφων ότι διήλθε ύστερα από μία ώρα από το σημείο του ατυχήματος. Απόρριψη ισχυρισμού, δεν απαιτείται η ειδική αναφορά και αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και παραβίαση ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 572/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 274/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη . Το Τριμέλες Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 12 Νοεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1554/07.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ.1 και 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικώς δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ'αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους τα περιστατικά που αποδείχτηκαν έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους ,χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και του τι προέκυψε από το καθένα απ'αυτά. Πρέπει όμως να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ'αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα , δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, δηλαδή, εκτός άλλων, όταν κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Καλαμάτας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 274/2007 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο 75,5 χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..... - ......, την 11-6-2001, ο κατηγορούμενος, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου και δη της Ψ, χωρίς να προβλέψει το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήχθη από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ....... ΔΧΦ αυτοκίνητό του, μεταφοράς τσιμέντου, της ανώνυμης εταιρίας τσιμέντων ΤΙΤΑΝ και βαίνοντας με αυτό στην ανωτέρω εθνική οδό, συνολικού πλάτους 7,20 μέτρων, με κατεύθυνση προς ......, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στη οδήγηση και επεχείρησε υπέρβαση από τα αριστερά προπορευόμενου αυτοκινήτου (λεωφορείου του ΚΤΕΛ), εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ........), με αποτέλεσμα, κατά την κίνηση του αυτή και ενώ ευρίσκετο σε θέση παράλληλη με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, το οποίο επιχειρούσε να προσπεράσει, να παρεμποδίσει την κίνηση του αντιθέτως κινουμένου υπ' αριθμ. ....... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ευρίσκετο στην ελάχιστη απόσταση των 15 περίπου μέτρων, η οδηγός του οποίου, Ψ, στην προσπάθεια της να αποφύγει την σύγκρουση, εξετράπη της πορείας της προς τα δεξιά και προσέκρουσε σε μανδρότοιχο οικίας, εκ της οποίας προσκρούσεως ως μόνης ενεργού αιτίας προήλθε αρχικά ο τραυματισμός της (ανοικτό διαυπερκονδύλιο κάταγμα ΔΕ μηριαίου, κάταγμα διαφύσεως ΑΡ μηριαίου, διατροχαντήριο κάταγμα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση) και, συνεπεία αυτού, στις 19-6-2001, ο θάνατος της. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι "Εγώ πέρασα όντως από εκεί που έγινε το ατύχημα, αλλά μια ώρα μετά αφού είχε ήδη γίνει" δεν αποδείχθηκε και αναιρείται, κυρίως, από τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα Γ1, από τον οποίο, όπως αναφέρεται στην αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, "δηλώθηκε ευθύνη του οδηγού του υπ' αριθμ. ..... ΔΧΦ αυτοκινήτου του Χ1, ο οποίος, στην προσπάθειά του να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδηγού, που, στην προσπάθειά της να αποφύγει τη σύγκρουση, εξετράπη της πορείας της και προσέκρουσε σε μανδρότοιχο".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία, κατά τα άνω, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου της Ψ. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαία η έκθεση και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων. Συγκεκριμένα ,ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το θανατηφόρο ατύχημα, και ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος για το αποτέλεσμα αυτό ,αρκεί η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων επιχείρησε ανεπιτρέπτως και ακαίρως υπέρβαση από τα αριστερά προπορευμένου λεωφορείου του ΚΤΕΛ, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παρεμποδίζοντας την κίνηση του αντιθέτως κινουμένου αυτοκινήτου μετά του οποίου και συγκρούσθηκε, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω η διευκρίνιση αν, από προκύπτοντα περιστατικά , ήταν επιτρεπτή ή όχι η υπέρβαση και αν είχε ή όχι τη δυνατότητα, κατά την έναρξη αυτής, να αντιληφθεί ο αναιρεσείων ότι ερχόταν το εξ αντιθέτου κατευθύνσεως κινούμενο αυτοκίνητο της παθούσας. Τούτο δε, διότι ήταν σε κάθε περίπτωση ανεπίτρεπτη η υπέρβαση, υπό τις περιγραφόμενες στην απόφαση συνθήκες, ιδιαιτέρα δε όταν ο αναιρεσείων δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει προηγουμένως και να αντιληφθεί αν ερχόταν αντιθέτως κινούμενο όχημα, λόγω των συγκεκριμένων επικρατουσών συνθηκών. Ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτησή του προβάλλει, περαιτέρω, τις αιτιάσεις, ότι ,ενώ στο Εφετείο αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων εγγράφων, ο ταχογράφος του αυτοκινήτου του και το ....... Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο Πώλησης που συνόδευαν το μεταφερόμενο φορτίο, που επικαλέσθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι από το σημείο του ατυχήματος διήλθε με το αυτοκίνητό του μία περίπου ώρα μετά το ατύχημα, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν, στηριζόμενη στην κατάθεση του μάρτυρα Γ1, χωρίς όμως να διαλαμβάνει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί για ποιο λόγο παρέλειψε να αναφερθεί στα ως άνω έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, έτσι ώστε, όπως αιτιάται, δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι συνεκτίμησε τα αναγνωσθέντα αυτά έγγραφα . Τις αιτιάσεις αυτές ο αναιρεσείων αναπτύσσει λεπτομερέστερα και με τους προσθέτους λόγους αναίρεσης, όπου υποστηρίζει ότι δεν αρκεί ότι στην αρχή του σκεπτικού βεβαιώνεται γενικώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα , διότι αυτό δεν καθιστά αδιστάκτως βέβαιο, ότι εκτίμησε ειδικώς τα δύο πιο πάνω έγγραφα, στα οποία βασιζόταν ο αυτοτελής ισχυρισμός του , ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο ατύχημα, αφού δεν διέλαβε στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης οποιαδήποτε σκέψη για το περιεχόμενο των δύο εγγράφων και το τι προέκυπτε από αυτά. Περαιτέρω ο αναιρεσείων, προβάλλοντας τις αυτές αιτιάσεις, υποστηρίζει, με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ότι, ενόψει του ισχυρισμού του, ότι δεν προκάλεσε αυτός το τροχαίο ατύχημα από το οποίο επήλθε αιτιωδώς ο θάνατος της παθούσας, διότι το αυτοκίνητο του διήλθε από το σημείο του ατυχήματος, αφού τούτο είχε ήδη συμβεί, το Δικαστήριο όφειλε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης του , αλλά και χάριν της εκδικάσεως της κατηγορίας "δικαίως", να ερευνήσει ειδικά αν τα προσκομιζόμενα προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού έγγραφα (ταχογράφος και δελτίο αποστολής -τιμολόγιο) καθιστούν βέβαιο, ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος βρισκόταν αληθώς στον τόπο του ατυχήματος, κατά το χρονικό σημείο που τούτο συνέβη, ή όχι, και ότι η παράλειψή του να πράξει αυτό, πέραν της ελλείψεως αιτιολογίας, συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επίσης προβάλλει την αιτίαση ότι, κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της καταθέσεως του μάρτυρα Γ1, και δέχθηκε, ανακριβώς, ότι από την κατάθεση αυτή προέκυπτε ότι δηλώθηκε ευθύνη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα , τον ταχογράφο του αυτοκινήτου του και το ...... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης, από τα οποία προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών του , είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και συνεπώς και τα πιο πάνω έγγραφα. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από την ειδική αναφορά που γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι αυτός διήλθε μεν από το χώρο που έγινε το ατύχημα, αλλά μια ώρα αφού είχε ήδη γίνει, κρίνοντας, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, ήταν αβάσιμος. Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων ( και επομένως και των δύο πιο πάνω εγγράφων ), όπως και πιο πάνω αναπτύχθηκε, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως . ’λλωστε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν διέπραξε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, διότι δεν βρισκόταν στο χώρο του ατυχήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνιστά απλή άρνηση της κατηγορίας, με το επιχείρημα , ότι, εφόσον από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι διήλθε από τον τόπο του ατυχήματος μία ώρα μετά τι συμβάν , δεν ήταν εκείνος ο δράστης της ανθρωποκτονίας .
Συνεπώς, δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό , του οποίου το Δικαστήριο όφειλε ειδικώς να αιτιολογήσει την απόρριψη. Εντούτοις, το Δικαστήριο απέρριψε αυτόν με την πιο πάνω αιτιολογία, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η περαιτέρω ειδική αντίκρουση και αξιολόγηση των δύο πιο πάνω εγγράφων, από τα οποία, άλλωστε, (όπως το περιεχόμενο αυτών προσδιορίζεται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους), το μόνο το οποίο, προέκυπτε, ήταν ότι , ενδεχομένως, ο αναιρεσείων διήλθε από το χώρο του ατυχήματος μία ώρα αργότερα ( και όχι ότι δεν διήλθε κατά το χρόνο που αυτό συνέβη ) . Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία το Δικαστήριο "παραμόρφωσε" την κατάθεση του μάρτυρα Γ1, διότι (όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων), από την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, δεν προκύπτει ότι ήταν εκείνος που "δήλωσε" την ευθύνη του αναιρεσείοντος στην αστυνομία, αλλά άλλος ( αυτόπτης) μάρτυρας, ο οποίος ακολούθησε το φορτηγό που συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του θύματος και "γύρισε μετά έχοντας πάρει τα στοιχεία του φορτηγού" , ενώ ο μάρτυρας Γ1 κατέθεσε απλώς ότι ήταν μπροστά όταν ο άλλος αυτόπτης μάρτυρας έδωσε τα στοιχεία του δράστη στην Αστυνομία, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι προβάλλεται απαραδέκτως , αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Ανεξάρτητα όμως από αυτό ,πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αιτίαση αυτή, είναι επιπλέον και αβάσιμη. Από τα όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο στήριξε την απορριπτική του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κρίση του ( λόγω της αναφερόμενης στο σκεπτικό "δήλωσης" ευθύνης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου) , κυρίως, στην αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, όπου, από τον αυτόπτη πιο πάνω μάρτυρα, φέρεται ότι "δηλώθηκε ευθύνη του οδηγού του υπ' αριθμ. ........ ΔΧΦ αυτοκινήτου του Χ1" και όχι στα όσα κατέθεσε ενώπιόν του Δικαστηρίου ο μάρτυρας Γ1, την κατάθεση του οποίου απλώς συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, Συνεπώς, δεν δύναται να γίνει λόγος για "παραμόρφωση" του περιεχομένου της καταθέσεως αυτής. Συνακόλουθα , η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω των πιο πάνω αιτιάσεων, καθώς και η εξαιτίας αυτών παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ , είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος , ότι από τα πιο πάνω δύο αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών του και συνακόλουθα η αθωότητά του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της παράβασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, καθώς και οι αιτιάσεις για παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 25/3-9-2007 αίτηση ( έκθεση) αναίρεσης και τους από 12/11/2007 πρόσθετους αυτής λόγους ( που κατατέθηκαν στις 20/11/2007) του Χ1 για αναίρεση της 274/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή