Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1488 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς βεβαίωσης (άρθρ. 242 παρ. 1 Π.Κ.) Δράστης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, ο οποίος πρέπει να είναι αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση δημοσίων εγγράφων. Έννοια δημοσίου εγγράφου. Στοιχείο απάτης. Τρόποι τέλεσης. Έννοια γεγονότος. Απαιτείται η αιτιολόγηση της γνώσης του ψευδούς των γεγονότων. Εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος). Πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ψευδή βεβαίωση και απάτη κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει.





Αριθμός 1488/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κατσαντώνη, περί αναιρέσεως της 2306/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 944/2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 944/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του Π.Κ., υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, με συνείδηση της αναλήθειας του περιστατικού αυτού, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σε αυτό, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων υπηρεσιών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Είναι δε δυνατόν από την πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, όσον αφορά το έγκλημα της απάτης πρέπει, στην καταδικαστική απόφαση όχι μόνο να εκτίθεται ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία αλλά και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως προήλθε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν αναγκαίο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται, δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή). Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την έννοια αυτής, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (υπερχειλής δόλος), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών από τα οποία προκύπτει, τόσο η γνώση, όσο και ο εγκληματικός σκοπός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερώς και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2306/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ανθυπαστυνόμος, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάϊο του 2000 έως τον Αύγουστο του 2002 υπηρετούσε στο Α/Τ Γλυφάδας, όπου εκτελούσε καθήκοντα γραμματέα της εν λόγω Υπηρεσίας, επιφορτισμένου με το υπηρεσιακό καθήκον, να συντάσσει τις μηνιαίες καταστάσεις της παραπάνω Υπηρεσίας, που περιλάμβαναν το προσωπικό της, το οποίο εκτελούσε εθελοντική αμειβόμενη υπηρεσία πεζής περιπολίας, κατά το ως άνω διάστημα, καθώς και τα χρηματικά ποσά που αναλογούσαν στις αναγραφόμενες περιπολίες, σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 2800/2000 και τις αναφερόμενες στο διατακτικό εσωτερικές υπηρεσιακές διαταγές. Με βάση τις εν λόγω διατάξεις οι αστυνομικοί μπορούσαν να εκτελέσουν τέτοια υπηρεσία, μόνο τις ημέρες που βρισκόντουσαν σε ημερήσια ανάπαυση ή σε αδιάθετο υπηρεσίας (δηλαδή ύστερα από εκτέλεση νυκτερινής υπηρεσίας). Η κάθε αστυνομική Υπηρεσία, της οποίας οι αστυνομικοί εκτελούσαν πεζή περιπολία, έστελνε τις κατά τα παραπάνω συντασσόμενες καταστάσεις, των οποίων τηρούσε αντίγραφα στο Αρχείο της, στη Δ/νση Διαχείρισης Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία μετά από επεξεργασία έστελνε στις εν λόγω Υπηρεσίες μηνιαίους πίνακες αποστελλόμενων αποδοχών-λοιπών δικαιωμάτων και κρατήσεων, στους οποίους αναγραφόντουσαν οι δικαιούμενοι την αποζημίωση αστυνομικοί, καθώς και το ύψος της αποζημίωσης καθενός. Ο κατηγορούμενος, με την παραπάνω ιδιότητα του, στις μηνιαίες καταστάσεις της ως άνω Υπηρεσίας του, που συνέταξε για το λόγο αυτό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, βεβαίωσε σ' αυτές με γνώση του ψευδώς περιστατικά, που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, ότι δήθεν όλοι οι αστυνομικοί που είχε καταχωρίσει στις εν λόγω καταστάσεις είχαν εργαστεί, κατά τις αναγραφόμενες εκεί αντίστοιχες για καθένα ημέρες απασχόλησης, πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου εργασίας, σε τέτοιου είδους περιπολίες. Όμως, όπως προέκυψε από συγκριτικό έλεγχο των στοιχείων των επίμαχων καταστάσεων του και εκείνων των αντίστοιχων πινάκων διάταξης υπηρεσίας του Βιβλίου Υπηρεσίας, που αποτελούσε και το επίσημο αρχειακό υλικό της Υπηρεσία του, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, από τις 1.174 αμειβόμενες πεζές περιπολίες, που αναφερόντουσαν στις καταστάσεις του κατηγορουμένου, για το ως άνω χρονικό διάστημα, μόνον οι 84 πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί, δηλαδή οι αναφερόμενοι σ' αυτές αστυνομικοί βρισκόντουσαν πραγματικά σε ημερήσια ανάπαυση και σε αδιάθετο αλλαγής, ενώ για τις υπόλοιπες 1.090 οι φερόμενοι ότι τις πραγματοποίησαν αστυνομικοί αναγραφόντουσαν στους πίνακες διάταξης υπηρεσίας, είτε εκτός υπηρεσίας, είτε σε νοσοκομεία, είτε σε σεμινάρια, είτε ότι εκτέλεσαν διαφορετικές υπηρεσίες κλπ και δεν μπορούσαν, να έχουν, ούτε είχαν πραγματοποιήσει τέτοιες περιπολίες. Τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία βεβαίωσε με γνώση του ψευδώς ο κατηγορούμενος μπορούσαν να έχουν και είχαν πράγματι έννομες συνέπειες, καθόσον η Δ/νση Διαχείρισης Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, με βάση τις ως άνω καταστάσεις του κατηγορουμένου έστελνε στο Α.Τ. Γλυφάδας χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν σ' αυτές τις δήθεν εθελοντικές περιπολίες. Μάλιστα, το γεγονός ότι οι επίμαχες καταστάσεις ήταν αναληθείς κατά το περιεχόμενο τους, το αποδέχτηκε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκθέτοντας, ότι το σύνολο των πεζών περιπολιών δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ισχυριζόμενος περαιτέρω ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι αυτό ήταν μία πρακτική όλων των Αστυνομικών Τμημάτων. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος, με την ως άνω συμπεριφορά του, δηλαδή με την εν γνώσει του υποβολή των επίμαχων αναληθών, κατά τα προαναφερθέντα, ως προς το περιεχόμενο τους επίμαχων καταστάσεων, παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ/νσης Διαχείρισης Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, ότι αυτές δήθεν περιλάμβαναν τις πραγματικές πεζές περιπολίες που είχαν πραγματοποιήσει οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας του. Με τον τρόπο αυτό τους έπεισε, να αποστείλουν στο Α.Τ. Γλυφάδας χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν σ' αυτές τις δήθεν εθελοντικές περιπολίες, ως αποζημίωση και τα οποία ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 9.757.169 δραχμών, το οποίο ο ίδιος παρέλαβε. Από το ποσό τούτο μέρος κατέβαλε σε ορισμένους από τους αναφερόμενους στις εν λόγω καταστάσεις αστυνομικούς, το δε υπόλοιπο, το ακριβές ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε από την αποδεικτική διαδικασία, το οποίο πάντως δεν ήταν μικρότερο από το ποσό των 10.000 ευρώ (ενόψει μάλιστα του πιο πάνω μεγάλου αριθμού των παράτυπων περιπολιών), το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της Αστυνομικής Υπηρεσίας, η οποία κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη. Ο απολογητικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου, τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι κατακρατούσε ποσά που αντιστοιχούσαν στις κατά τα παραπάνω εικονικές περιπολίες, για να καλύπτει ελλείμματα, που είχαν προκύψει προγενέστερα, ανεξάρτητα από την αοριστία του, δεν αποδεικνύεται από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον δεν αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά περί τούτου, ούτε αποδεικνύεται η γνωστοποίηση εκ μέρους του τέτοιων συγκεκριμένων ελλειμάτων στην Υπηρεσία του. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο των αποδιδομένων σ'αυτόν αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεις και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ., του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27.242 παρ. 1 και 386 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα επί μέρους αιτιάσεις: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από το σύνολο των οποίων το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, και δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς τους. β) προσδιορίζεται στο σκεπτικό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων με την αναφορά των συγκεκριμένων ενεργειών του αναιρεσείοντος γ) αιτιολογείται πλήρως αναφορά με την τέλεση της πράξεως της απάτης, ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος καθώς και ο σκοπός (υπερχειλής δόλος) αυτού, να αποσταλούν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Χρηματικού της Ελληνικής Αστυνομίας στο Α.Τ. Γλυφάδας χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν στις δήθεν εθελοντικές περιπολίες ως αποζημίωση και τα οποία ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 9.757.164 δραχμών ή 28.634,39 ευρώ, το οποίο παρέλαβε ο ίδιος και από το οποίο μέρος κατέβαλε σε ορισμένους από τους αναφερόμενους στις ως άνω καταστάσεις αστυνομικούς, το δε υπόλοιπο ποσό το οποίο δεν ήταν μικρότερο από το ποσό των 10.000 ευρώ το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ζημιώνοντας την ανωτέρω Αστυνομική Υπηρεσία κατά το πιο πάνω συνολικό ποσό. δ) Γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση για τις έννομες συνέπειες που είχαν τα ψευδώς βεβαιωθέντα ως αληθή περιστατικά και αιτιολογείται πλήρως ο δόλος του αναιρεσείοντος, δηλαδή η γνώση και η θέλησή του να προβεί στη βεβαίωσή τους, αν και γνώριζε την αναλήθειά τους. Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου με παράθεση στο σκεπτικό εξολοκλήρου δικών του σκέψεων. Το γεγονός ότι οι σκέψεις αυτές ταυτίζονται εν μέρει με το διατακτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην εξεταζόμενη περίπτωση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορουμένου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως και της απάτης κατ' εξακολούθηση, τόσο αναλυτικά, με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως τους σκεπτικού. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2306/20065 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή