Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1251 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση με την επίκληση των λόγων: α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Έλλειψη ακροάσεως από το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε αίτημα των κατηγορουμένων να εξετασθούν μάρτυρες υπεράσπισης επί ορισμένων μόνο πτυχών της υποθέσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1251/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, περί αναιρέσεως της 6956/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. ... και 2. ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καπερνάρο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ. δεύτερο του Κ.Π.Δ, το Δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.3 εδ.δ' ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 εδ.ε' ΔΣΑΠΔ, ο κατηγορούμενος δικαιούται σε εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, ιδρύουσα τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αμφότεροι μεν για τις πράξεις α) της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και β) της ψευδορκίας μάρτυρα, επιπρόσθετα δε η πρώτη Χ1 και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή, υπέβαλαν προς το Δικαστήριο αίτημα "να εξεταστούν ως μάρτυρες υπεράσπισης, οι παρευρισκόμενοι στο ακροατήριο μάρτυρες, ... και ..." Κατά της εξετάσεως των ως άνω μαρτύρων προέβαλε αντιρρήσεις ο συνήγορος των πολιτικώς εναγουσών, ο οποίος πρότεινε να μην εξεταστούν οι ως άνω μάρτυρες "διότι δεν έχουν γνωστοποιηθεί μέχρι στιγμής σε κανένα στάδιο της υπόθεσης, ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξετάστηκαν" και ζήτησαν να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων. Ακολούθως, το πιο πάνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, υπολαβόν ότι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται για πράξεις, για τις οποίες ο νόμος επέτρεπε την απόδειξη της αληθείας, δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 326 παρ.3 του Κ.Π.Δ, ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον εισαγγελέα και στους διαδίκους τους μάρτυρες που κλητεύει. Όταν, όμως, κατηγορείται για πράξη για την οποία ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη της αλήθειας, αν θέλει να αποδείξει την αλήθεια, οφείλει να το δηλώσει εγγράφως και σε αυτόν που έκανε την έγκληση και στον εισαγγελέα. Στην έγγραφη αυτή δήλωση πρέπει να γνωστοποιεί ταυτόχρονα, με ποινή αποκλεισμού του δικαιώματός του και τους μάρτυρες που θα εξετάσει για την απόδειξη της αλήθειας. Η δήλωση επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 επ. στον εισαγγελέα και σε αυτόν που έκανε την έγκληση, με δαπάνη εκείνου που κάνει τη δήλωση, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δίκη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 361. Στην προκείμενη περίπτωση οι κατηγορούμενοι για πρώτη φορά στο ακροατήριο του παρόντος(δευτεροβάθμιου) δικαστηρίου γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να εξετάσουν μάρτυρες υπερασπίσεως, τα ονόματα των οποίων και εκφωνήθηκαν όπως παραπάνω αναφέρθηκε, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και απόκρουση της κατηγορίας. Όμως, για τη νομότυπη εξέτασή τους, έπρεπε να ακολουθήσουν την προβλεπόμενη από το παραπάνω άρθρο διαδικασία, με επίδοση εγγράφου δηλώσεως στις μηνύτριες και στον εισαγγελέα, την οποία δεν ακολούθησαν, γι' αυτό και οι μάρτυρες αυτοί υπερασπίσεως, θα καταθέσουν μόνο περί του αν έλαβαν χώρα αυτά καθεαυτά τα γεγονότα που αναφέρονται στην φερόμενη ψευδή μήνυση ως συκοφαντικά". Από την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος των κατηγορουμένων, παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ. δ' της "Ε.Σ.Δ.Α." (νδ.53/1974) και από το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν.2462/1997), να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες υπερασπίσεως, εξ' αυτού δε του λόγου δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. Τούτο, γιατί η διάταξη του άρθρου 326 παρ.3 του Κ.Π.Δ, δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, δεν κατηγορούνταν για πράξεις για τις οποίες ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη της αληθείας, ήτοι για δυσφήμηση (άρθρα 362 και 366 παρ.1 του ΠΚ), ή δυσφήμηση ανωνύμου εταιρείας (364 παρ. 2 ίδιου Κώδικα), αλλά για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, πέραν από το γεγονός ότι η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή, αφού επρόκειτο περί δίκης σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Εφετείου, αφού κατά το άρθρο 502 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, εξετάζονται και μάρτυρες οι οποίοι δεν έχουν κλητευθεί ή γνωστοποιηθεί, εφόσον αυτοί παρευρίσκονται στο ακροατήριο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του προαναφερομένου δικαιώματος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί αυτή (προσβαλλομένη) ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος της κατηγορουμένης περί εξετάσεως των ως μαρτύρων υπερασπίσεως. Μετά την αναίρεση κατά τούτο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και κατά τις λοιπές διατάξεις της, με τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες και τους επιβλήθηκε ποινή δέκα (10) μηνών, αφού με την απόφασή του αυτή, το δικαστήριο, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα εξετάσεως των μαρτύρων, περιόρισε την εξέταση των προταθέντων μαρτύρων υπερασπίσεως επί συγκεκριμένων μόνο ζητημάτων και δεν επέτρεψε την εξέτασή τους, εφ' όλων των πτυχών της υποθέσεως και εντεύθεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα και με τον τρόπο αυτό, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Μετά από αυτά, πρέπει, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).

Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ' αριθμό 6956/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ