Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 221 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 221/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λαζαράκη, περί αναιρέσεως της 7654/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαραλαμπίδη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1165/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται, ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 7654/2007 απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την 22-1-1991 συστήθηκε αστική οικοπεδοποιητική εταιρεία των άρθρων 741 επ. του ΑΚ με την επωνυμία "Αστική Οικοπεδοποιητική Εταιρία Αγωνιστών Μέσης Ανατολής - ΕΑ ΑΛΑΜΕΪΝ" και το καταστατικό της δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. 4121/21-12-1991. Στο καταστατικό αυτό προβλεπόταν ότι τη διοίκηση της εταιρείας θα την είχε το διοικητικό συμβούλιο. Στη συνέχεια με τροποποιητικό το οποίο δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου με αριθμ. 21756/22-11-1991 η διοίκηση και η εκπροσώπηση της εταιρείας ορίστηκε να την ασκεί πλέον διαχειριστής και σαν τέτοιος ορίστηκε μέχρι τις 16-11-1996 ο Χ, του οποίου η θητεία ανανεώθηκε μέχρι τις 15-11-1999 και στη συνέχεια μέχρι τις 14-11-2002. Αντιπρόσωπος της εταιρίας για τη Βόρεια Ελλάδα ορίστηκε ο Ψ ο οποίος ενεργούσε από κοινού με τον διαχειριστή ή μόνος του πάντα όμως για λογαριασμό και κατ'εντολή της εταιρίας. Για την υλοποίηση της εγγραφής ως νέων μελών της εταιρείας, φυσικών προσώπων από τη Βόρειο Ελλάδα, ο κατηγορούμενος Χ, είχε παραδώσει στον εγκαλούντα, Ψ, δεσμίδα ιδιωτικών συμφωνητικών, στην αντίστοιχη θέση των οποίων, αυτός είχε θέσει την υπογραφή του ως εκπρόσωπος της εταιρίας, στα οποία θα συμπληρώνονταν τα υπόλοιπα κενά στοιχεία, ήτοι η ημερομηνία, το όνομα κ.λ.π. του υποψήφιου μέλους της εταιρείας, ο αριθμός των εταιρικών μεριδίων και το χρηματικό ποσό που αναλογούσε, ενώ, τα υποψήφια μέλη της εταιρείας, θα έθεταν στην αντίστοιχη θέση, την υπογραφή τους. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος είχε παραδώσει στον ίδιο, ως άνω, εγκαλούντα Ψ, τριπλότυπα μπλοκ αποδείξεων προκειμένου αυτός να εκδίδει αποδείξεις για την καταβολή της εισφοράς-εγγραφής, ποσού 10.000 δρχ. που θα κατέβαλε κάθε υποψήφιο μέλος της εταιρείας. Τα ιδιωτικά αυτά συμφωνητικά ανέγραφαν ως τόπο σύνταξης την Αθήνα και μεταξύ άλλων, ανέγραφαν και τον όρο ότι το μερίδιο κάθε υποψήφιου μέλους, που αντιστοιχούσε σε έκταση ενός στρέμματος και ισοδυναμούσε με το ποσό των 200.000 δρχ., θα έπρεπε να καταβληθεί σε τραπεζικό ή τραπεζικούς λογαριασμούς, που τηρούσε η εταιρεία, εντός ενός μηνός-σε ορισμένες δε περιπτώσεις, εντός δύο μηνών-, από την ημερομηνία υπογραφής τους από τα υποψήφια μέλη. Περαιτέρω εκτίθεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης ότι στην εταιρεία με την μέριμνα και την μεσολάβηση του Ψ εγγράφηκαν τα σ'αυτό κατονομαζόμενα 57 μέλη, όπως προκύπτει από σχετικές αποδείξεις καταβολής, που αναγνώσθηκαν. Η εταιρία έγινε κάτοχος μιας μεγάλης έκτασης στην περιοχή της Πιερίας και τα μέλη βάσει αντιστοίχων συμφωνητικών ανέλαβαν την υποχρέωση της καταβολής, για κάθε μερίδα για την οποία δήλωναν αρχικά το ποσό των 200.000 δραχμών. Εξαιτίας κάποιων διαφορών που ανεφύησαν κυρίως με τους καταγόμενους από την Βόρεια Ελλάδα, για λόγους οι οποίοι ανάγονται, ως επί το πλείστον στον τρόπο διοίκησης της εταιρείας οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν και προσέφυγαν αμφότερα τα μέρη στα πολιτικά δικαστήρια. Ειδικότερα, τα ανωτέρω αναφερόμενα εγγεγραμμένα μέλη, κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών τη με αριθ. καταθ. 11327/6-12-1995 αγωγή κατά της άνω αστικής εταιρίας "Αστική Οικοπεδοποιητική Εταιρία Αγωνιστών Μέσης Ανατολής - ΕΛ ΑΛΑΜΕΪΝ", που αναγνώσθηκε, με την οποία ζήτησαν ν' αναγνωριστεί ότι συντελέστηκαν στο πρόσωπό τους οι κατά το καταστατικό της εναγομένης εταιρείας και κατά τη μεταξύ τους, συναφθείσα σύμβαση, προϋποθέσεις, για την εγγραφή τους ως μελών αυτής, καθώς και να καταδικαστεί αυτή σε δήλωση βουλήσεως, σχετικά με την είσοδό τους σ'αυτή. Με τη με αριθ. 3231/1997 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που αναγνώσθηκε, η άνω αγωγή, απορρίφθηκε κατά ένα μέρος ως αόριστη και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της παραπάνω απόφασης οι ηττηθέντες ενάγοντες, άσκησαν την από 23-4-1998 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2236/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αναγνώσθηκε, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, ως προς τους εκκαλούντες (πλην του ..., ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η έφεση), προκειμένου αυτοί να προσκομίσουν, τα επικαλούμενα από τους ίδιους, ως καταρτισθέντα μεταξύ αυτών και της εναγομένης αστικής εταιρείας, ιδιωτικά συμφωνητικά. Η επανάληψη της συζήτησης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 20-4-2000 και ενόψει αυτής οι άνω εκκαλούντες, την 17-4-2000, προσκόμισαν τα πρωτότυπα ιδιωτικά συμφωνητικά που είχαν υπογράψει με την εναγομένη εταιρεία και κατείχαν στον δικηγόρο Χρήστο Δημητριάδη, ο οποίος εξέδωσε φωτοτυπικά αντίγραφά τους, τα οποία αυτός επικύρωσε εκ του πρωτοτύπου σύμφωνα με τον Κώδικα Περί δικηγόρων και στη συνέχεια τα επικυρωθέντα αυτά αντίγραφα, που αναγνώσθηκαν, οι ανωτέρω εκκαλούντες κατέθεσαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο Αθηνών. Ακολούθως η άνω αστική εταιρεία, δια του κατηγορουμένου διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της, υπέβαλε κατά των ανωτέρω εναγόντων-εκκαλούντων (μεταξύ των οποίων και ο ήδη εγκαλών Ψ), την από 20-5-2000 έγκλησή της για την πλαστογράφηση των ιδιωτικών συμφωνητικών των υποψηφίων μελών της, από τη Βόρειο Ελλάδα και με αφορμή αυτή την έγκληση ασκήθηκε ποινική δίωξη, σε βάρος τους, για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που φέρονταν ότι τέλεσαν την 20-4-2000, όταν προσκόμισαν τα άνω ιδιωτικά συμφωνητικά ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της παραπάνω εφέσεως τους. Μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας προανάκρισης, εκδόθηκε το με αριθμό 2040/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ότι δεν προέκυψε καμμία αλλοίωση-μεταβολή του περιεχομένου των επίμαχων ιδιωτικών συμφωνητικών, ως προς την ημερομηνία και τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω (πλην της ..., ως προς την οποία η ποινική δίωξη θεωρήθηκε ως μη γενομένη, επειδή αυτή είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση της σε βάρος της ποινικής διώξεως), για την άνω πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Το βούλευμα δε αυτό κατέστη αμετάκλητο διότι η ασκηθείσα από την εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα αστική εταιρία έφεση κατ'αυτού απορρίφθηκε κατ'ουσίαν με το με αριθμό 566/31-5-2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ενώ η ασκηθείσα από την πολιτικώς ενάγουσα αναίρεση κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το με αριθμό 1850/2004 βούλευμα του Αρείου Πάγου, που αναγνώσθηκαν (βουλεύματα). Περαιτέρω, ο Χ ενεργώντας ατομικά και ως διαχειριστής και εκπρόσωπος της πιο πάνω αστικής εταιρίας, εκτός από την ανωτέρω έγκληση υπέβαλε την από 20-5-2000 όμοια έγκληση σε βάρος του Ψ, την οποία κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο οποίος στη συνέχεια τη διαβίβασε λόγω αναρμοδιότητας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε ήδη καταμηνύσει αυτόν (Ψ), για την ίδια ακριβώς αξιόποινη πράξη, ήτοι τη νόθευση των ιδιωτικών συμφωνητικών των προαναφερόμενων 53 υποψήφιων μελών. Με αφορμή την εν λόγω έγκληση ασκήθηκε σε βάρος του Ψ, ποινική δίωξη για το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανάκρισης, μετά την περάτωση της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 565/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ψ, για την άνω πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 22-3-1999 έως την 20-4-2000. Το βούλευμα αυτό κατέστη αμετάκλητο, καθόσον η ασκηθείσα κατ'αυτού με αριθ. 250/2000 έφεση του εγκαλούντα Χ, κηρύχθηκε απαράδεκτη, με το με αριθμό 1848/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώ κατ'αυτού δεν ασκήθηκε αναίρεση, όπως προκύπτει από την από 18-12-2003 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκαν (βουλεύματα και βεβαίωση). Ακολούθως, η πιο πάνω αστική εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τον ήδη κατηγορούμενο Χ, υπέβαλε την από 12-3-2001 έγκληση της σχετικά με την πλαστογράφηση των επίμαχων ιδιωτικών συμφωνητικών των υποψήφιων μελών της, από τη Βόρειο Ελλάδα. Με αφορμή την έγκληση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος όλων των προαναφερομένων εναγόντων-εκκαλούντων, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ'εξακολούθηση και της απάτης ενώπιον δικαστηρίου από κοινού και σε βάρος του ήδη εγκαλούντος Ψ, για ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές, παραγγέλθηκε δε η διενέργεια προανάκρισης, μετά την περάτωση της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 2752/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους για τις παραπάνω πράξεις, κατέστη δε αυτό αμετάκλητο, καθόσον η ασκηθείσα κατ'αυτού έφεση με αριθ. 631/18-7-2003, από τον εγκαλούντα, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με το με αριθ. 2386/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και κατ'αυτού δεν ασκήθηκε αναίρεσε όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 127/14-1-2005 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που αναγνώσθηκαν (βουλεύματα και πιστοποιητικό). Περαιτέρω, ο Χ ενεργώντας ατομικά και ως διαχειριστής και εκπρόσωπος της πιο πάνω αστικής εταιρείας, εκτός από την ανωτέρω έγκληση υπέβαλε την από 7-3-2001 (που κατατέθηκε την 12-3-2001 με ΑΒΜ Γ2001-848) όμοια έγκληση σε βάρος του Ψ (ως και κατά της ...., ...., ..., ...), την οποία κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία κατεμήνυσε αυτόν (Ψ), για την ίδια ακριβώς αξιόποινη πράξη, ήτοι τη νόθευση των ιδιωτικών συμφωνητικών των προαναφερόμενων 53 υποψήφιων μελών, ως άνω. Με αφορμή την εν λόγω έγκληση ασκήθηκε σε βάρος του Ψ, ποινική δίωξη για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ'εξακολούθηση και β) της απάτης στο Δικαστήριο από κοινού κατ'εξακολούθηση και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανάκρισης.
Ειδικότερα ο Χ, για την στοιχειοθέτηση των ανωτέρω αδικημάτων απέδωσε στους ανωτέρω κατηγορηθέντες ότι στις 20-4-2000 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά την συζήτηση της εφέσεώς τους κατά της με αριθ. 3231/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την από 6-12-1995 αγωγή τους κατά της μηνύτριας εταιρείας με την οποία επιδίωκαν ν'αναγνωρισθεί πως πληρούσαν τις κατά το καταστατικό της (με χρονολογία 22-1-1991, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε στις 17-11-1991, αμφότερα δε νομίμως δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο εταιριών του ως άνω Πρωτοδικείου στις 21-2-1991 και 22-11-1991, αντιστοίχως) προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους αυτής και να καταδικασθεί η τελευταία σε δήλωση βουλήσεως περί εισόδου τους σ'αυτή, χρησιμοποίησαν εν γνώσει της πλαστότητας συγκεκριμένα ο καθένας τους πλαστά έγγραφα ήτοι 53 ιδιωτικά συμφωνητικά όλα με πλαστογραφημένη ημερομηνία, εκ των οποίων τα 23 που υπέβαλαν ο Ψ και οι λοιποί στο Εφετείο Αθηνών, με τις κατωτέρω ημερομηνίες, τα οποία είναι εκτός από πλαστογραφημένα ή παραποιημένα και με ημερομηνία μετά την Γ.Σ. της 17-11-1991, συγκεκριμένα δε από τα 23 ιδιωτικά συμφωνητικά: α) έχουν πλαστογραφημένο όνομα και πλαστογραφημένη ημερομηνία τα εξής: 1) την 30-11-1991 της ...., 2) Την 13-1-1992 του των .... και ...., 3) την 13-1-1992 του ..., 4) την 13-1-1992 της ..., 5) την 12-3-1992 του ..., 6) την 26-3-1992 των ... και ..., 7) την 26-3-1992 των ... και ...., β) έχουν πλαστογραφημένη ημερομηνία τα έξης: 1) την 2-2-1992 του ..., 2) την 27-2-1992 της ..., 3) την 4-3-1992 του ..., 4) την 5-3-1992 του ..., 5) την 5-3-1992 της ..., 6) την 13-3-1992 του ..., 7) την 12-3-1992 του ...., 8) την 12-3-1992 του ..., 9) την 12-3-1992 του ...., 10) την 12-3-1992 του ..., 11) την 12-3- 1992 της ... 12) την 12-3-1992 της ... 13) την 12-3-1992 του .... και της συζύγου του ..., 14) την 14-3-1992 του ..., 15) την 4-6-1992 του ... και 16) την 4-6-1992 της .... Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθησαν, η από 7-3-2001 μήνυση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος Χ σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο Ψ πλαστογράφησε τα ανωτέρω αναγνωσθέντα 23 ιδιωτικά συμφωνητικά και ότι τα προσκόμισε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο, με στόχο την ποινική δίωξη του εγκαλουμένου, η οποία και πράγματι επακολούθησε, ήταν ψευδής. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά ήταν γνήσια, καθόσον προέκυψε ότι κατόπιν συμφωνίας του κατηγορουμένου Χ, που ενεργούσε ως διαχειριστής και εκπρόσωπος της άνω αστικής εταιρείας και του μηνυτή Ψ, η υπογραφή των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών θα είχε ενημερωτικό χαρακτήρα, δηλαδή θα ενημερωνόταν η εταιρεία μέσω του εκπροσώπου της (κατηγορουμένου - στον οποίο ο μηνυτής θα απέστελε τα υπογεγραμμένα ιδιωτικά συμφωνητικά) ότι τα άτομα που υπέγραφαν τα ιδιωτικά συμφωνητικά επιθυμούσαν να γίνουν μέλη της, σε ορισμένα δε από αυτά που ο μηνυτής παρέδιδε στα υποψήφια μέλη, συμπλήρωνε, κατόπιν δικής τους απαίτησης την ημερομηνία υπογραφής ενώ η καταβολή του εταιρικού τους μεριδίου θα γινόταν στον μηνυτή, ο οποίος όταν συμπληρωνόταν κάποιος αριθμός υπογεγραμμένων ιδιωτικών συμφωνητικών, θα ενέβαζε ολόκληρο το χρηματικό ποσό (των καταβληθέντων εταιρικών μεριδίων) στην εταιρεία όλα δε τα ανωτέρω που εφαρμόζονταν για τα υποψήφια μέλη εκ ... από το 1991, τα εγνώριζε ο κατηγορούμενος Χ και ήταν σύμφωνος. Άλλωστε ο εγκαλών Ψ δεν είχε κάποιο συμφέρον να τα πλαστογραφήσει, αφού η ιδιότητα των δικαιούχων αποδεικνύετο και από τις αντίστοιχες αποδείξεις της Εθνικής Τράπεζας περί καταβολής των εταιρικών εισφορών τους καθώς και των γραμματίων καταθέσεως των εταιρικών τους μεριδίων, που αναγνώσθηκαν (αποδείξεις-γραμμάτια καταθέσεως) και των οποίων είχε λάβει γνώση ο κατηγορούμενος ως Πρόεδρος της εταιρείας, ο οποίος γνώριζε και είχε ενημερωθεί από τον εγκαλούντα ότι η καταβολή των οφειλομένων ποσών θα γινόταν από τους δικαιούχους στον ίδιο (εγκαλούντα), τα οποία ο τελευταίος θα έστελνε στην Αθήνα όπου η έδρα της εταιρείας όταν θα συγκεντρώνοντο καταβολές από δέκα (10) περίπου μέλη κάθε φορά.
Συνεπώς δεν είχε καμμία συνέπεια η αναγραφή ή μη της ημερομηνίας στα ιδιωτικά συμφωνητικά ή η αλλαγή τυχόν ονόματος (κατόπιν απαιτήσεως των μελών για λόγους που τα αφορούσαν), αφού τα μέλη παρέμενα τα ίδια σε αριθμό και είχαν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την εταιρεία. Επίσης ψευδής είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που περιλαμβάνεται στην από 7-3-2001 μήνυση του σε βάρος του μηνυτή (Ψ) ότι ορισμένα εκ των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών (τα οποία δεν προσδιορίζει ακριβώς) υπεγράφησαν μετά την γενική συνέλευση που έλαβε χωράν την 17-11-1991, γιαυτό και προσπαθεί να την βγάλει ο μηνυτής, ως μη γενομένη, καθόσον δεν προσκομίστηκε από τον κατηγορούμενο η επικαλούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης (παρά τον μεγάλο όγκο των εγγράφων που προσκόμισε) εκ της οποίας θα αποδεικνυόταν η ημερομηνία πραγματοποιήσεώς της καθώς και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατ'αυτήν αναπροσαρμόστηκε η αξία του εταιρικού μεριδίου στις 270.000 δραχμές, ο οποίος ουδόλως αποδεικνύεται. Είναι δε το στοιχείο αυτό απαραίτητο, διότι μόνον εάν ελάμβανε χώραν αύξηση της αξίας του εταιρικού μεριδίου την 17-11-1991 και ορισμένα εκ των συμφωνητικών είχαν υπογραφεί μετά την ημερομηνία αυτή, τότε θα υπήρχε το κίνητρο της πλαστογραφίας, δηλαδή να τεθούν αναληθώς προγενέστερες ημερομηνίες, αλλά και "το γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες", όπως απαιτεί το άρθρο 216 του Π.Κ. Αξίζει δε εδώ να αναφερθεί ότι όπως αναφέρεται στο άνω αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με αριθμό 565/2002, που αναγνώσθηκε, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος Χ διατάχθηκε, δυνάμει της με αριθ. 27671/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να επιδείξει σε ορισμένα υποψήφια μέλη (που άσκησαν την άνω αγωγή κατά της πιο πάνω αστικής εταιρείας) το πρωτότυπο του πρακτικού της γενικής συνέλευσης της 17-11-1991, ωστόσο αυτός, εμφανίστηκε την 25-1-1999 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Μιχαήλ Πετροπούλου και δήλωσε ότι αρνείται να επιδείξει το πρωτότυπο ή και να χορηγήσει αντίγραφο του. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα, γνώριζε ο κατηγορούμενος λόγω της άνω ιδιότητας του και των αποδεικτικών που κατείχε περί πληρωμής των εισφορών και εταιρικών μεριδίων, καθώς και από την ενημέρωση που είχε από τον εγκαλούντα και κατά συνέπειαν ενόψει όλων των ανωτέρω γνώριζε τη γνησιότητα των ενδίκων ιδιωτικών συμφωνητικών. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση και επεδίωκε με την υποβολή της μήνυσης να προκαλέσει την καταδίκη του εγκαλούντος, εν γνώσει του δε ορκίστηκε ψέματα ότι η υποβληθείσα μήνυση ήταν αληθής, ενώ με όσα περιέλαβε σ'αυτή που γνώριζε ότι ήταν ψευδή προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν δυνατόν να συμβεί. Επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, ήτοι Α) της ψευδούς καταμήνυσης, Β) της ψευδορκίας μάρτυρα και Γ) της συκοφαντικής δυσφήμισης, όπως αυτές κατά τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση στοιχεία περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό που ακολουθεί.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή 12 μηνών, την οποία και μετέτρεψε προς 5 Ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 § 1, 224 § 2 και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες ή διατάξεις. Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση, του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των γεγονότων, τα οποία διέδωσε ενώπιον τρίτων, ενόρκως εβεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα. Η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα αιτίαση ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Τριμελές Εφετείο, έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική του κρίση και την κατάθεση της μάρτυρας υπεράσπισης ... που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριό του εκ του λόγου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μεταξύ των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων αναφέρονται μόνο οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ενώ έχουν διαγραφεί οι λέξεις "και υπεράσπισης" είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η παραπάνω μάρτυρας δεν εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης, αλλά ως μάρτυρας κατηγορίας, κληθείσα ως τέτοια από τον Εισαγγελέα και δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγόρο του, λόγος ο οποίος και δικαιολογεί απολύτως την διαγραφή των λέξεων "και της υπεράσπισης", αφού τέτοιοι μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν. Αλλά και η αιτίαση ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη για την καταδικαστική του κρίση την ανώμοτι κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, εκ του λόγου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων αναφέρονται μόνο οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως, είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι, όπως από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, οι παραδοχές της οι οποίες στήριζαν την καταδικαστική κρίση του Εφετείου στηρίζονται κυρίως στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, και συνεπώς προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση αυτού, εκ προφανούς δε παραδρομή στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρονται μόνο οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που μ' αυτόν υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου.
Με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η' λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων για την μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ με την απάλειψη της ρύθμισης για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε, ότι δηλαδή ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Οι ρυθμίσεις αυτές, ως αναφερόμενες σε διατάξεις δικονομικού χαρακτήρα, εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του, η οποία ορίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ίδιου νόμου, από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30-6-2003). Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η ίδια απόφαση, διότι δεν έχουν παρατεθεί τα σχετικά άρθρα που αναφέρονται στις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά δε την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και το Εφετείο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο από τη νομική όσο και από την ουσιαστική της βάση και κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση και επί της ουσίας αποφάσεως του Εφετείου (1064/2004) και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, η με αριθμ. 58243/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που δίκασε πρωτοδίκως την κρινόμενη υπόθεση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α λόγο αναίρεσης για το λόγο ότι το ως άνω δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του παραλείποντας να δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, ενώ με τον όγδοο αποδίδεται στην η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης με την αιτίαση ότι όπως από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει, ο Εισαγγελέας, στον οποίο δόθηκε ο λόγος "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να γίνει δεκτή η έφεση κατά το τυπικό μέρος της" ενώ καμμία έφεση δεν αποτελούσε σε εκείνο το χρονικό σημείο, αντικείμενο της κρίσης του Δικαστηρίου. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως για τον λόγο ότι μ'αυτούς βάλλεται η κρίση του Δικαστηρίου της πρωτοβάθμιας και όχι της προσβαλλομένης απόφασης.
Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρω των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη) εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει, προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Στην ένδικη υπόθεση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω παράβαση σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή ή όχι αυτής, με αυτεπάγγελτη έρευνα αν ο αναιρεσείων, βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι μηνών. Έτσι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και, συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό μόνο στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αρ. 7654/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη της για μετατροπή της ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή