Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 100 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών με επιβαρυντικές περιστάσεις. Απορρίπτει λόγο για άκυρη πραγματογνωμοσύνη. Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη αιτιολογίας επιβαρυντικών περιστάσεων και ελαφρυντικά 84 παρ. 2α ΠΚ.




ΑρΙθμός 100/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 2460/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χαρίση Ζώη του Αθανασίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 111/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον πρώτο λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της Α2Β/3982/1987 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του ν. 1729/1987, και τον καταδίκασε για τα αδικήματα της αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών, στηριζόμενο αποκλειστικά για την απόρριψη του περί τοξικομανίας αυτοτελούς ισχυρισμού του στην από 19-11-2001 άκυρη ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του ιατροδικαστή ....., η οποία δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση, καθόσον δεν αναφερόταν σ' αυτή αν έγινε εργαστηριακός έλεγχος, δηλαδή τοξικολογική ανάλυση σωματικών υγρών του κατηγορουμένου [ούρα, αίμα] σε χρόνο μικρότερο από 48 - 72 ώρες από τη λήψη ναρκωτικής ουσίας από τον εξεταζόμενο, ούτε εισήχθη σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα επί 5 τουλάχιστον ημέρες για κλινικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να συμβεί απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο. 0 λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση του από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα για εσφαλμένη εκτίμηση της από 19-11-2001 ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία και αν ακόμη δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτεί η άνω Υπουργική απόφαση, και ήταν ως εκ τούτου ατελής, μπορούσε παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη και να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς αυτό να είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί το περιεχόμενο της.
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη με αριθμό 2460/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για αγορά κατοχή και κατ' εξακολούθηση πώληση ναρκωτικών ουσιών, δίχως την ιδιότητα του τοξικομανούς, με τις επιβαρυντικές δε περιστάσεις που αναφέρονται σ' αυτήν, σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η πληττόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά. "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πιο κάτω πράξεις και συγκεκριμένα α) Σε άγνωστο τόπο και σε χρόνο που δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς, οπωσδήποτε όμως προ διμήνου από τη σύλληψη του, που έγινε στις 19-10-2001, αγόρασε από άγνωστα άτομα άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κοκαΐνης, δισκίων ECSTASY και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τουλάχιστον όμως 1.175 γραμμάρια κοκαΐνης, 30.000 δισκία ECSTASY και 1,5 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, με σκοπό την εμπορία αντί αγνώστου ανταλλάγματος. β) Στη ..... στην επί της οδού ..... οικία του, στις 19-10-2001, κατείχε απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατείχε τρεις ανισοβαρείς νάιλον συσκευασίες που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 1150 γραμμαρίων, τρεις ειδικές συσκευασίες καθώς και δύο νάιλον σακούλες οι οποίες περιείχαν συνολικά 30.000 δισκία ECSTASY ήτοι 13.600 χρώματος ροζ και 16.400 δισκία ECSTASY χρώματος λευκού, ένα αυτοσχέδιο νάιλον σακουλάκι που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συνολικού μικτού βάρους 1,5 γραμμαρίου περίπου και σε ειδική κρύπτη σε σποτ φωτιστικού της ψευδοροφής του διαδρόμου, κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 15 γραμμαρίων περίπου, καθώς και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας ΤΑΝΙΤΑ κατάλληλη για ζύγιση ναρκωτικών, με σκοπό την εμπορία. γ) Στην Αθήνα, σε χρόνο που δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς, οπωσδήποτε όμως, προ διμήνου από τη σύλληψη του που έγινε στις 19-10-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, πωλούσε σε άγνωστο αριθμό ατόμων, άγνωστες ποσότητες των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κοκαΐνης, δισκίων ECSTASY και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθώς και στο συγκατηγορούμενό του, αρχικά, Α, στις 19-10-2001, κοκαΐνη, βάρους 10 γραμμαρίων, περίπου, αντί συνολικού τιμήματος 1.000.000 δραχμών. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσε κατ' επάγγελμα δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων (ζυγαριά, κρύπτη σε σποτ ψευδοροφής διαδρόμου) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων, προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος δράστης. Οι πράξεις που περιγράφονται παραπάνω υπό στοιχεία (α,β,γ) αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Επομένως προέκυψε ότι ο 1ος κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της αγοράς και κατοχής των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, καθώς και της πώλησης ναρκωτικών ουσιών στον συγκατηγορούμενό του, αρχικά, Α, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του ν.1729/79, όπως αναφέρονται παραπάνω. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί τοξικομανίας του, κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Αυτό προκύπτει από την από 19-11-01 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ....., ο οποίος διορίστηκε ως πραγματογνώμονας κατά το στάδιο της Ανάκρισης, η οποία συντάχθηκε μετά από τρεις επισκέψεις του πραγματογνώμονα στη φυλακή (3,8 και 17/11/2001) η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη. Ειδικότερα αναφέρεται σε αυτήν ότι ο κατηγορούμενος δεν ικανοποιεί τρία τουλάχιστον κριτήρια διάγνωσης διαταραχής της εξάρτησης, σύμφωνα με την Υ. Α. 3982/1987 άρθρο 2 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, μη δυνάμενο να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις. Περαιτέρω αναφέρεται σε αυτήν ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο φυσιολογικής ανάπτυξης. Από την κλινική εξέταση δεν διαπιστώνεται διαταραχή στην σκέψη και την αντίληψη. Συνεχίζοντας αναφέρεται ότι ενώ στα περισσότερα άτομα που είναι εξαρτημένα από διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως η κοκαΐνη, το στερητικό σύνδρομο εκδηλώνεται με δυσφορική διάθεση σε συνδυασμό με αύξηση του σωματικού βάρους, στην περίπτωση του κατηγορουμένου υπήρξε μείωση του σωματικού βάρους κατά 5 χιλιόγραμμα (Kg) σε διάστημα 14 ημερών (βάρος κατ/νου στις 3/11/2001 Kg 108, στις 17/11/2001 Kg 103). Εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν περιέγραψε συμπτωματολογία στερητικού συνδρόμου από οπιοειδή, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση. Από την επισκόπηση του σώματος του ουδέν διεπιστώθη. Τα ευρήματα της πρόσθιας ρινοσκοπίας είναι συμβατά με ενδορρινική χρήση ερεθιστικών ουσιών, αλλά εξαιρετικά αμβληχρά, σε σχέση με τα αναμενόμενα από το ιστορικό, όπως το εξέθεσε ο κατηγορούμενος. Η ενδορρινική χρήση ουσιών φαίνεται ότι υφίσταται αλλά χωρίς να εκτείνεται στην ανάπτυξη έξης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την πρ/νη του ιατρού-ψυχιατρού ....., που εξετάστηκε και ως μάρτυρας στο ακροατήριο και ο οποίος διορίστηκε ως τεχνικός σύμβουλος από τον κατηγορούμενο. Στην έκθεση πρ/νης που αυτός συνέταξε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, καθόσον πληροί 5 κριτήρια διάγνωσης της εξάρτησης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα Υ. Α. Όμως το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο παραπάνω ιατρός και η πλήρωση των προαναφερθέντων κριτηρίων στηρίζονται σε περιστατικά που ο ίδιος ο κατ/νος εξέθεσε και όχι σε αντικειμενικά ευρήματα (λ.χ. η εμφάνιση στερητικών συνδρόμων δεν διαπιστώθηκε από το διενεργήσαντα την έκθεση ιατρό, αλλά αναφέρεται από ιστορηθέντα από τον κατηγορούμενο). Εξάλλου και στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι από τη σωματική επισκόπηση ουδέν σημαντικό προέκυψε. Εξάλλου, στηριζόμενη στη από 15-11-01 ΩΡΛ εξέταση του Χειρούργου-Ωτορινολαρυγγολόγου ....., η οποία αναφέρει "σκολίωση ρινικού διαφράγματος αριστερά, με συμφύσείς βλεννογόνου εδάφους πλάγιου τοιχώματος και τετράπλευρου χονδρού, αριστερά ατροφία μεσότητας κάτω ρινικής κόγχης) κατάληγεL στο συμπέρασμα ότι η διάγνωση αυτή παραπέμπει σε χρόνιο ερεθισμό, προξενήσαντα την ατροφία και μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη συστηματικής χρήσεως κοκαΐνης. Όμως και η παραπάνω γνωμάτευση ΩΡΛ, εξέτασης του ιατρού ....., λήφθηκε υπόψη και από τον πραγματογνώμονα Ιατροδικαστή ....., όπως προκύπτει από την έκθεση πρ/νης αυτού, στην οποία γίνεται αναφορά της γνωμάτευσης αυτής. Τα ευρήματα της εν λόγω γνωμάτευσης αναφέρει ο εν λόγω πραγματογνώμονας ότι κρίνονται εξαιρετικά αμβληχρά, η ενδορρίνίκή χρήση ουσιών φαίνεται ότι υφίσταται, αλλά χωρίς να εκτείνεται στην ανάπτυξη έξης. Πέραν των ανωτέρω, η ιδιότητα του κατ/νου ως μη τοξικομανή, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αυτός επέδειξε ενδιαφέρον να τον επισκεφθούν στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου εκρατείτο, μέλη της θεραπευτικής ομάδας της Μονάδας Απεξάρτησης του ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (18Ανω),προκειμένου να κάνει προκαταρκτικές ενέργειες για την αποκοπή του από τις ουσίες. Επίσης δεν αναιρούνται τα παραπάνω από το γεγονός ότι στις 17-7-07 άρχισε να παρακολουθεί το πρόγραμμα ΚΕΘΑ ΑΡΙΑΔΝΗ στις φυλακές Αλικαρνασσού και στις 6-11-01 σχετικό πρόγραμμα στις φυλακές Κορυδαλλού". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δ ι έλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (με εξαίρεση τις επιβαρυντικές περιστάσεις), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 8 περ.θ',94 και 98 του ΠΚ, 4&&1 και 3 Πίνακες Α' και Β' αριθ.3 και 5 & 1 περ. β' και ζ' και 2 και 8 του Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι ετύγχανε τοξικομανής και διαλαμβάνει ειδική σκέψη στην οποία στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως μη τοξικομανούς, αξιολογώντας προς τούτο, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις και αποδεχόμενο το πόρισμα της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Η αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε, κατείχε και πούλησε, κατ' επανάληψη, ναρκωτικές ουσίες είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο με σαφείς συλλογισμούς και σκέψεις καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει, κατείχε και πώλησε κατ' επανάληψη τις ναρκωτικές ουσίες που προαναφέρθηκαν και παραθέτει πραγματικά περιστατικά τα οποία αξιολογεί για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίση ,για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του, όσον αφορά την αγορά και την κατ' εξακολούθηση πώληση των ναρκωτικών, δεν ήταν αναγκαίο, να προσδιορίζεται επακριβώς, στην απόφαση το τίμημα που κάθε φορά καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε, η ταυτότητα των πωλητών και των αγοραστών και τέλος ο συγκεκριμένος χώρος που διενεργήθηκε η συναλλαγή, είναι δε αρκετό ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κατάρτιση συμβάσεων αγοράς και πώλησης.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, που αναφέρεται στην περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, αλλά και στον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς. Αντίθετα, από τις παραπάνω παραδοχές τις απόφασης, δεν προκύπτει ότι αιτιολογείται στην προκείμενη περίπτωση και η συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραπάνω πράξεων, καθώς και της τελέσεως αυτών υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος, αφού στο σκεπτικό και το διατακτικό της παρατίθεται μόνο η ορολογία του νόμου, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν και τα οποία τις δικαιολογούν. Η αιτιολογία όμως αυτή, ως προς τη συνδρομή των παραπάνω επιβαρυντικών περιστάσεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Αλλά και η αιτίαση του αναιρεσειόντος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε δίχως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμού του, που αναφέρεται στην ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, είναι βάσιμη. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε γραπτώς, αμέσως μετά την έναρξη της διαδικασίας, ισχυρισμό με το εξής περιεχόμενο "Από την ακροαματική διαδικασία και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως σε συνδυασμό με το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι έζησα μέχρι τη σύλληψη μου έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά ζωή, δίνοντας μέχρι το χρόνο που τελέσθηκε το έγκλημα, για το οποίο κατηγορούμαι, πετυχημένες εξετάσεις στην κοινωνική διαβίωση (στο οικογενειακό και επαγγελματικό μου περιβάλλον) χωρίς κηλίδες παραβατικότητας σε ηθικό ή ποινικό επίπεδο. Συγκεκριμένα είμαι σπουδαστής των ΤΕΦΑΑ, τίμησα την Ελλάδα ως αθλητής της κωπηλασίας με σημαντικές νίκες σε διεθνές επίπεδο και μέχρι της συλλήψεως μου διατηρούσα εργοστάσιο ξυλείας με τον πατέρα μου με ενεργό δράση και κέρδη πέραν των 15.000.000 δρχ., επιδιώκοντας να συνεισφέρω κατ' αυτόν τον τρόπο στην οικογένεια μου. Ως εκ τούτου πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, δεκτού γενομένου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού". Στη συνέχεια ανέπτυξε και προφορικά τον ισχυρισμό αυτό και ακόμη πριν την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, αφού έλαβε το λόγο ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και ε του ΠΚ. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε παραδεκτά, ήταν δε και ορισμένος και το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη. Όμως, όπως προκύπτει από την απόφαση του, δέχθηκε μεν ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε,απέρριψε δε τον ισχυρισμό του, κατά το μέρος που αναφέρεται στην παρ. 2α δηλαδή την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, δίχως να διαλάβει σ' αυτήν κάποια αιτιολογία. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοίχ. Δ' λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή των παραπάνω επιβαρυντικών περιστάσεων και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος αυτό, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της, που αφορά την ποινή και να παραπεμφθεί, ως προς αυτό, η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 2460/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, δηλαδή κατά τα κεφάλαια της που αναφέρονται 1) στις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στο σκεπτικό και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος αυτών είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος 2) την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου και 3) την επιβολή ποινής, για νέα συζήτηση, στο Ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ