Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 413 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.




Περίληψη:
Απάτη κατά συναυτουργία. Αναιρείται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Επεκτείνεται το αναιρετικό αποτέλεσμα στην β' αναιρεσείουσα, της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.




Αριθμός 413/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βουχιούνη και 2) Χ2, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαρτίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 601/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και ν'απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση αναίρεσης της Χ2.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγονται προς συνεκδίκαση οι από 14 Μαρτίου 2008 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και της Χ2, κατά της ίδιας υπ' αρ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα Χ2. Η αναιρεσείουσα αυτή, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 11 Ιουλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως, του ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στην ως άνω συνεδρίαση, αντίγραφο δε της κλήσης, κατ' επιταγή του άρθρου 155 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., επιδόθηκε και στον αντίκλητο αυτής δικηγόρο Νικόλαο Παϊπέτη, σύμφωνα με το από 15 Ιουλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ιδίου, ως άνω, επιμελητή. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης της ως άνω Χ2 πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα αυτή τα κατ' άρθρον 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. δικαστικά έξοδα.
Αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης του Χ1.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος.
Συνεπώς, για τη συντέλεση αυτού, πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσας πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας, στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 187/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων και η απολειπόμενη συγκατηγορούμενή του Χ2, καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών ο καθένας, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) Ευρώ ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στην ..... στις 8-6-2001 ενεργώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσει η β' κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν την περιουσία του Ζ. Ειδικότερα έχων ο παθών αξίωση κατά της β' κατηγορουμένης ύψους δρχ. 23.802.663, προσδοκούσε να ικανοποιηθεί δια της κατασχέσεως των αυτοκινήτων αυτής που εμπορεύετο, έχουσα κατάστημα προς τούτο επί της Λ. ..... Εις βάρος της εν λόγω κατηγορουμένης εξεδόθη η υπ' αριθ. 572/2001 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών που κήρυσσε αυτή σε πτώχευση. Όταν ο Ειρηνοδίκης Καλλιθέας τον ως άνω χρόνο μετέβη στο κατάστημα της κατηγορουμένης για να το σφραγίσει και στη συνέχεια να επακολουθήσει ο πλειστηριασμό των αυτοκινήτων αυτής, εν συμπαιγνία με τον πρώτο κατηγορούμενο τελούσα, ισχυρίσθηκαν ότι το ήμισυ του ανωτέρω καταστήματος το είχε υπομισθώσει στον α' κατηγορούμενο για να ασκεί το επάγγελμα ενοικιάσεως αυτοκινήτων, ο οποίος και προσεκόμισε την από 11-5-2001 βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Β' ΔΟΥ Καλλιθέας. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για εικονική μίσθωση με σκοπό ως προεκτίθεται, την ματαίωση της σφράγισης ολοκλήρου του καταστήματος της β' κατηγορουμένης. Τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα έμπροσθεν του ημίσεως καταστήματος αυτής τα μετέφερε έμπροσθεν του ημίσεως καταστήματος που εικονικώς είχε υπομισθώσει ο α' κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα η Ειρηνοδίκης να μην δύναται να σφραγίσει αυτά, αφού εφέροντο ιδιοκτησίας του εν λόγω κατηγορουμένου. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ζημία στον ανωτέρω πιστωτή ύψους 23.802.663, που είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, επί αντιστοίχω περιουσιακού οφέλους της β' κατηγορουμένης".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς και ελλιπείς παραδοχές, τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1β-α Π.Κ. και έτσι στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, δεν προκύπτει με σαφήνεια, αφενός μεν αν τα αυτοκίνητα που δεν κατέστη δυνατόν να κατασχεθούν ανήκαν στην ιδιοκτησία της κατηγορουμένης Χ2, οφειλέτριας του Ζ, αφετέρου δε αν οι κατηγορούμενοι παρέστησαν, και με ποιο τρόπο, ότι αυτά ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Χ1. Επίσης, υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με την αξία των μη κατασχεθέντων αυτοκινήτων, αφού δεν διευκρινίζεται εάν αυτή ανέρχονταν στο ποσό των 23.802.663 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην οφειλή της δεύτερης κατηγορουμένης προς τον Ζ, προκειμένου να κριθεί, εάν η ζημία που υπέστη ο ως άνω δανειστής της Χ2, από την αναφερόμενη άδικη πράξη των κατηγορουμένων, ανήρχετο πράγματι στο προαναφερόμενο ποσό. Οι ασάφειες αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, όσο και ως προς την ορθή υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 παρ. 1β-α Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. δύο λόγοι της ένδικης αναίρεσης, του Χ1 να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στη συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος Χ2, της οποίας η αίτηση αναίρεσης απερρίφθη, κατά τα εκτεθέντα, ως ανυποστήρικτη, δεδομένου ότι η αναίρεση θεμελιώθηκε στις ασάφειες της αιτιολογίας της προσβαλλομένης, η οποία δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του παραστάντος αναιρεσείοντος (άρθ. 469 Κ.Π.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.3.2008 αίτηση της Χ2, για αναίρεση της υπ' αρ. 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αρ. 187/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα και στην συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος, που επίσης καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση, Χ2.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους κατηγορουμένους αυτούς, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή