Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 865 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Απάτη, κατ’ εξακολούθηση (πλημμέλημα). Στοιχεία αδικήματος (386 ΠΚ). Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, υπέρβασης εξουσίας. Έγγραφα. Προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Αίτημα αναβολής για να προσέλθουν και εξετασθούν μάρτυρες. Αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος, εφόσον είναι ορισμένο. Λόγος αναίρεσης για αντιφάσεις του σκεπτικού. Απόρριψη λόγων αναίρεσης και προσθέτων λόγων. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.




ΑΡΙΘΜΟΣ 865/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένος Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3350/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 17 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 135/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3350/2008 απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με στοιχείο 24 έγγραφο και προσδιοριζόμενο ως "το από 4-2-2003 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας με πέντε συνημμένα σ' αυτό έγγραφα". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, ενόψει και τη αριθμήσεως του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του εγγράφου αυτού καθώς και των υπολοίπων πέντε εγγράφων τα οποία επισυνάπτονται σε αυτό, αφού με την ανάγνωση των κειμένων τους κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο εκδότης αυτών και η χρονολογία εκδόσεώς τους. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του το πιο πάνω με αριθμό 24 αριθμούμενο έγγραφο καθώς και των συνημμένων σε αυτό πέντε εγγράφων. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα συνημμένα πέντε έγγραφα στο πιο πάνω αριθμούμενο έγγραφο, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠΔ (αναβολή της δίκης για να προσέλθουν και εξετασθούν μάρτυρες), παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο το σχετικό αίτημα. Ειδικότερα το αίτημα για αναβολή της δίκης, προκειμένου να εξετασθούν μάρτυρες που κλητεύθηκαν και δεν προσήλθαν (352 ΚΠΔ), πρέπει να υποβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι να αναφέρεται τι θα βεβαιωνόταν από την εξέταση των μαρτύρων αυτών και για ποιους λόγους κρίνεται αναγκαία η εξέτασή τους ενώπιον του Δικαστηρίου για την ανακάλυψη της αλήθειας (ΑΠ 1111/06). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο συνήγορος του ήδη αναιρεσείοντος, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε το αίτημα να αναβληθεί η εκδίκασης της υπόθεσης, " προκειμένου να προσέλθει η απολειπόμενη μάρτυρας κατηγορίας Μ1 της οποίας η μαρτυρία είναι ουσιώδης για την ανακάλυψη της αλήθειας" . Tο αίτημα όμως αυτό του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης, έτσι όπως είχε υποβληθεί, ήταν αόριστο και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα για τη μη αποδοχή του, αφού δεν γινόταν αναφορά των λόγων για τους οποίους ο κατηγορούμενος ζητούσε την εξέταση στο ακροατήριο της πιο πάνω μάρτυρος. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εκτίμησε το αίτημα αυτό, ως αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, και το απέρριψε με την διαλαμβανόμενη στην αρχή του σκεπτικού περί της ενοχής του κατηγορουμένου ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης επειδή απουσιάζει η κλητευθείσα νόμιμα μάρτυρας κατηγορίας Μ1 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο δεδομένου ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η μαρτυρία της δεν είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, αφού από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου". Στην κρίση του αυτού οδηγήθηκε το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται και στην περί της ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως, από προφανή δε παραδρομή αναφέρεται στο πιο πάνω σκεπτικό ότι έλαβε υπόψη του "τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία", ενώ αυτά αναφέρονται, αμέσως μετά στην επόμενη παράγραφο του σκεπτικού της αποφάσεως. Η πιο πάνω δε αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, στην οποία εκτίθενται οι λόγοι της απορρίψεως του περί αναβολής αιτήματος του κατηγορουμένου, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Η' του Κ.Π.Δ., πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, και συνακόλουθα για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και στην καταδίκη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης, αρκεί ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3350/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 στη ..., στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένες περιουσίες, πείθοντας κάποιους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Επιπλέον, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, επεχείρησε πράξεις που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος αυτού, το οποίο δεν ολοκλήρωσε από εξωτερικά εμπόδια. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από το τέλος Οκτωβρίου 2002 έως 5-2-2003, παριστάνοντας επανειλημμένα εν γνώσει του ψευδώς στον Θ1 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", ότι ονομάζεται "Χ1Α", ότι είναι αστυνομικός και ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής έχει τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί των επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας στο ανωτέρω κατάστημα του, έτσι ώστε λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να μην διαπιστώνονται παραβάσεις ηχορύπανσης και διατάραξης της κοινής ησυχίας από την ένταση της μουσικής του καταστήματος, ζήτησε την καταβολή χρηματικού ποσού 200 ευρώ μηνιαίως, ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, το οποίο ο Θ1 θα το κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό που ο κατηγορούμενος θα του υποδείκνυε. Με τις ανωτέρω παραστάσεις του ο κατηγορούμενος, που ήταν ψευδείς, καθ' όσον δεν ονομάζεται Χ1Α δεν ήταν αστυνομικός και δεν είχε τη δυνατότητα, συνεπεία της ιδιότητος του αστυνομικού, να προειδοποιεί τον Θ1 περί των επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας στο κατάστημα του, έπεισε τον τελευταίο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 600 ευρώ, με δύο καταθέσεις ποσού 300 ευρώ η κάθε μία που έκανε την 13-12-2002 την πρώτη και την 5-2-2003 την δεύτερη, στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα, βλάπτοντας τοιουτοτρόπως την περιουσία του Θ1 κατά το ποσό αυτό και αποκομίζοντας ο ίδιος αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο, άλλωστε, εξ αρχής επεδίωκε με την ανωτέρω παράνομη πράξη του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Θ1 προέβη στην καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, διότι πράγματι ο κατηγορούμενος τον ειδοποίησε ορισμένες φορές περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, τους ελέγχους δε αυτούς ο τελευταίος κατόρθωνε να πληροφορείται εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας δια της χρήσεως ειδικών πομπών, οι οποίοι και ανευρέθησαν στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...ΙΧΦ αυτοκίνητο του κατά την ημέρα της συλλήψεως του, στις 5-2-2003, από τους αστυνομικούς της Υποδ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος (βλ. την από 5-2-2003 έκθεση έρευνας αυτοκινήτου και κατάσχεσης, όπου γίνεται λόγος περί τεσσάρων φορητών πομποδεκτών, που συνοδεύονταν από κεραίες, ακουστικά και μικρόφωνα). Η εκ μέρους του Θ1 κατάθεση των 600 ευρώ στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος ανοίχθηκε την 28-11-2002 στο όνομα ενός ανυπάρκτου προσώπου με στοιχεία "Χ1Α", είχε γίνει καθ' υπόδειξη του ιδίου του κατηγορούμενου, στοιχεία δε, τα οποία επιβεβαιώνουν την ενεργό ανάμειξη του τελευταίου στο άνοιγμα του ως άνω λογαριασμού τα οποία ανευρέθησαν στην κατοχή του κατά τη στιγμή της συλλήψεως του έξω από το επί της οδού ... υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, αποτελούν: α) η χορηγηθείσα από την ανωτέρω τράπεζα κάρτα ανάληψης μετρητών από Α.Τ.Μ., με στοιχεία κατόχου "Χ1Α" και με αριθμό ... (βλ. το από 4-2-2003 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας), καθώς και β) μία απόδειξη ανάληψης μετρητών ποσού 650 ευρώ, εκ της οποίας προκύπτει ότι η ανωτέρω ανάληψη είχε πραγματοποιηθεί λίγα λεπτά πιο πριν δια της χρήσεως της ανωτέρω κάρτας (βλ. την 5-2-2003 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των δύο πρώτων μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών και με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... της Δ/νσης Εσωτ.Υποθέσεων). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από 19-11-2002 έως 10-1-2003, επανειλημμένα παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς στον Θ2 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... αναψυκτήριου με τον διακριτικό τίτλο ..., ότι ονομάζεται "Χ1Α", ότι είναι αστυνομικός και ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής είχε τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας, ζήτησε την καταβολή χρηματικού ποσού 100 ευρώ μηνιαίως, ο δε Θ2 πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, του κατέθεσε 100 Ευρώ την 10-1- 2003 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα. Με την ανωτέρω πράξη του, ο κατηγορούμενος έβλαψε την περιουσία του Θ2 κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό δικό του όφελος, το οποίο επεδίωκε με την πράξη του. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από το τέλος του έτους 2002 έως 17-1-2003, χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο, που λεπτομερώς ανωτέρω εξετέθη, ζήτησε από τον Θ3 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 5 ευρώ ημερησίως ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, ο δε Θ3 πεισθείς από τις ανωτέρω παραστάσεις του που ήταν ψευδείς, του κατέβαλε 200 ευρώ, το οποίο κατέθεσε την 17-1-2003 στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό. Με την ίδια μέθοδο ο κατηγορούμενος, εντός του χρονικού διαστήματος από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 έως τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, απαίτησε από τον Θ4 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", την καταβολή χρηματικού ποσού 5 ευρώ ημερησίως, ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, ο δε Θ4 πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, κατέθεσε περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2002 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ποσό 546 ευρώ. Επίσης ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο, εντός του χρονικού διαστήματος από τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2002 έως 12-12- 2002, κατάφερε να αποσπάσει από τον Θ5 υπεύθυνο της επί της οδού ... καφετέριας με τον διακριτικό τίτλο "...", το χρηματικό ποσό των 160 ευρώ, το οποίο κατέθεσε ο Θ5 την 12-12-2002 στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό. Με τις ανωτέρω πράξεις του ο κατηγορούμενος έβλαψε τις περιουσίες των προαναφερομένων προσώπων κατά το ποσό της κάθε κατάθεσης, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό δικό του όφελος, το οποίο εξ αρχής αυτός επεδίωκε να αποκομίσει. Στην καταβολή των χρηματικών ποσών οι καταστηματάρχες προέβησαν, διότι πράγματι ειδοποιήθησαν ορισμένες φορές από τον κατηγορούμενο περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, τους ελέγχους δε αυτούς ο τελευταίος πληροφορείτο εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας δια της χρήσεως ειδικών πομπών, οι οποίοι και ανευρέθησαν στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο του κατά την ημέρα της συλλήψεως του, στις 5-2-2003, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτιθέμενα. Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι η καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών γινόταν στον υποδειχθέντα από τον κατηγορούμενο υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, που είχε ανοιχθεί την 28-11-2002 στο όνομα ενός ανυπάρκτου προσώπου με στοιχεία "Χ1Α", ακολούθως δε, ο ίδιος προέβαινε στις σχετικές αναλήψεις δια της χρήσεως της αριθμό ... κάρτας αυτόματης ανάληψης μετρητών, η οποία έφερε τα στοιχεία "Χ1Α" και η οποία ανευρέθη επάνω του κατά τη στιγμή της συλλήψεως του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, με την επίκληση των ως άνω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων, προσπάθησε να πείσει τον Θ6 συνιδιοκτήτη της επί της οδού ... καφετέριας με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, ως αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα επειδή ο Θ6 δεν πείσθηκε από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και δεν του κατέβαλε το αιτηθέν ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκομίσει παράνομα σε βάρος της περιουσίας τούτου.
Επιπλέον, εντός του χρονικού διαστήματος από το τέλος μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002 έως τις αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος, με την επίκληση των ως άνω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων, προσπάθησε να πείσει τον ..., υπεύθυνο του επί της οδού ... κέντρου διασκεδάσεως με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει 200 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, ο τελευταίος δεν επείσθη από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και ουδέν ποσό του κατέβαλε. Ο κατηγορούμενος, περί τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, κάνοντας χρήση της ιδίας ως άνω μεθόδου, προσπάθησε να πείσει τον ..., συνιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει ποσό 200 ευρώ μηνιαίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως ο τελευταίος δεν επείσθη και ουδέν ποσό του κατέβαλε. Εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος τα ως άνω ψευδή στοιχεία και ιδιότητες, προσπάθησε να πείσει τον Θ7 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ-μπαρ με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει 150 ευρώ μηνιαίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως ο Θ7 δεν επείσθη και ουδέν ποσό του κατέβαλε. Εντός του δευτέρου δεκαπενθημέρου του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002, με τη χρήση της ιδίας ως άνω μεθόδου, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει τον Θ8 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... ΚΑΦΕ-ΙΝΤΕΡΝΕΤ με τον διακριτικό τίτλο "..." να του καταβάλει χρηματικό ποσό 5 Ευρώ ημερησίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεως περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, πλην όμως ο Θ8 δεν επείσθη από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και δεν του κατέβαλε κάποιο ποσό. Στις αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος με την εν γνώσει του επίκληση των ως άνω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων, προσπάθησε να πείσει τον Θ9 συνιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφενείου με τον διακριτικό τίτλο "...", να του καταβάλει χρηματικό ποσό 6 ευρώ ημερησίως για τις εκ μέρους του προειδοποιήσεις, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα επειδή Θ9 δεν πείσθηκε από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και δεν κατέβαλε κάποιο ποσό. Στο τέλος του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003, ο κατηγορούμενος, με την επίκληση των ανωτέρω ψευδών στοιχείων και ιδιοτήτων (ότι δηλαδή ονομάζεται Χ1Α, ότι είναι αστυνομικός, κι ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής είχε τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας) προσπάθησε να πείσει τον Θ10 ιδιοκτήτη του επί της οδού ... καφέ με τον διακριτικό τίτλο "..." να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα επειδή ο Θ10 δεν πείσθηκε από τις ανωτέρω παραστάσεις και δεν του κατέβαλε το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκομίσει παράνομα σε βάρος της περιουσίας τούτου. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου εν γνώσει παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων (ήτοι ότι ονομάζεται Χ1Α, ότι είναι αστυνομικός, κι ότι λόγω της ιδιότητος του αυτής έχει τη δυνατότητα να προειδοποιεί τους ιδιοκτήτες καταστημάτων περί των επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας) σαν αληθινών, ο σκοπός του ιδίου περί αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους, η βλάβη ξένης περιουσίας (ήτοι της περιουσίας των προαναφερόμενων ιδιοκτητών καταστημάτων και τέλος, ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, της πλάνης των απατημένων και της περιουσιακής αυτών ζημίας, πλήρως αποδεικνύονται από τις πειστικές καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των δύο αστυνομικών ... και ..., καθώς και από το περιεχόμενο όλων των αναγνωστέων εγγράφων....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορουμένος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για απάτες, κατ' εξακολούθηση, τελειωμένες και σε απόπειρα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,42 παρ.1,98, 386 παρ. 1α, ΠΚ) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριάντα μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως. IV. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της, ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την καταδικαστική της κρίση για τη τέλεση των αδικημάτων της απάτης αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, πλην άλλων, και τα αναφερόμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ειδικώς προσδιοριζόμενα δεκαεπτά έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο και ότι τα έγγραφα αυτά "δεν λήφθηκαν υπόψη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2β' ΚΠΔ, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής, αλλά εφαρμόζεται η παρ. 1 της διατάξεως αυτής, καθόσον τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τους κατηγορουμένους κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και υπάγονται στα υπόλοιπα έγγραφα της παρ. αυτής και όχι στα έγγραφα που αναφέρει η παρ. 2Β' της διατάξεως αυτής". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού όπως προκύπτει την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο στήριξε την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα κρίση του σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, μεταξύ των οποίων και στα έγγραφα "που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης", συνεπώς και στα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης δεκαεπτά έγγραφα που αναφέρει στους προσθέτους λόγους του ο αναιρεσείων και τα οποία προσκομίστηκαν από τον συνήγορό του και διαβάστηκαν, όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος.
V. Με τον τρίτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα προβάλλει ότι "από την αντιπαραβολή των παραπάνω παραδοχών του σκεπτικού συνάγεται με σαφήνεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, διότι ενώ αρχικά στο αιτιολογικό της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στους φερόμενους ως παθόντες ότι είχε τη δυνατότητα να τους προειδοποιεί περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας στα καταστήματα τους, ώστε να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να μην διαπιστώνονται παραβάσεις ηχορύπανσης και διατάραξης της κοινής ησυχίας από την ένταση της μουσικής των καταστημάτων, εντούτοις στη συνέχεια του ίδιου αιτιολογικού αναφέρει εντελώς αντιφατικά ότι ο κατηγορούμενος πράγματι προειδοποίησε ορισμένες φορές τους καταστηματάρχες περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, ήτοι δέχεται εν τέλει ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέστησε στους καταστηματάρχες ψευδή γεγονότα. αλλά υποσχέσεις, τις οποίες μάλιστα ορισμένες φορές πραγματοποίησε".
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι αβάσιμες. Τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε ως αληθινά ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δεν ήταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ότι είχε τη δυνατότητα να ειδοποιεί τους παθόντες περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας δια της χρήσεως ειδικών πομπών, αλλά ότι ονομάζεται "Χ1Α", ότι είναι αστυνομικός και ότι λόγω της ιδιότητός του αυτής είχε τη δυνατότητα να τον προειδοποιεί περί επικειμένων ελέγχων της αστυνομίας. Το γεγονός δε ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός ειδοποίησε μερικές φορές ορισμένους παθόντες περί των επικείμενων ελέγχων της αστυνομίας, διότι πληροφορήθηκε αυτό εισερχόμενος παρανόμως στη συχνότητα της αστυνομίας, δεν συνιστά αντίφαση, αλλά αιτιολογία της απόφασης, ως προς την παραπλάνηση των παθόντων, αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης. Αυτό δε διότι, ακριβώς, κατά τις παραδοχές της απόφασης, λόγω του πιο πάνω περιστατικού ο κατηγορούμενος παραπλάνησε, ή, κατά περίπτωση, επεχείρησε να παραπλανήσει τους παθόντες, ότι ήταν αληθινά τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα, με σκοπό να αποκομίσει το αναφερόμενο στην απόφαση παράνομο περιουσιακό όφελος. Επομένως και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος.
VI. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από 17/2/2009 πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/12/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ.10778/22-12-2008) και τους από 17/2/2009 προσθέτους αυτής λόγους του Χ1 κατοίκου ..., κατά της 3350/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή