Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 41 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για: α) αγορά κατ’ εξακολούθηση, β) κατοχή κατ’ εξακολούθηση και γ) απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ και δη: Ι) 1ος - Α΄ σκέλος: για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα τελέσεως των άνω πράξεων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος. Β΄ σκέλος: για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των εν λόγω πράξεων. Είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός: Πράγματι η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν παραθέτει περιστατικά που προέκυψαν, και υποδηλώνουν ότι ο αναιρεσείων από την επανειλημμένη τέλεση, παρόμοιων αξιόποινων πράξεων απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητας του. ΙΙ) 2ος λόγος: Πλήττεται η απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε΄ Π.Κ. Απορριπτέος ως αβάσιμος. Όχι παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού ενόψει της αοριστίας του και κατά συνέπεια το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ’ αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, διέλαβε το Δικαστήριο, που απέρριψε κατ’ ουσία τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό, στην απόφασή του, πλεοναστικώς, ειδική περί αυτού αιτιολογία. Επομένως, αναιρείται εν μέρει η απόφαση μόνον ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των άνω πράξεων και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Κατά τα λοιπά δε απορρίπτεται η αίτηση.




Αριθμός 41/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 234/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1050/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987(ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά) όπωςέχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 καιίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τελέσεως των πράξεωνγια τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τιςπροβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματικήτιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχειναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ηρωίνηκαι η κοκαΐνη (άρθρο 1 παράγραφος 2 πιν. Α' αριθμός 5 και πιν. Β' αριθμός 3 του πιο πάνω Κώδικα). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώνονται αντικειμενικώς η μεν αγορά και πώληση με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή που γίνεται με την παράδοσή τους προς αυτόν, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, η δε κατοχή ναρκωτικών με τη φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόστασή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν.1729/1987 (άρθρο 23 του πιο πάνω Κώδικα) με τις σ' αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και κατά το άρθρο 13 παράγραφος 4 του ίδιου νόμου (1729/1987) (ήδη άρθρο 30 του ειρημένου Κώδικα), δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 (έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις) αν είναι υπαίτιος τελέσεως των πράξεων (μεταξύ άλλων και) του άρθρου 5 παράγραφος 1, με τη συνδρομή επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 8, τιμωρείται με τις σ' αυτό προβλεπόμενες ποινές. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 στοιχείο στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχείο στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παράγραφος 2 και 333 παράγραφος 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό της κατηγορίας. Ως ελαφρυντική δε περίσταση κατά το άρθρο 84 παράγραφος 2 ΠΚ θεωρείται και (υπό στοιχείο ε') "Το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την περίσταση αυτή πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική στάση του και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 234/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα μέσα Ιανουαρίου 2004 περιήλθαν πληροφορίες στο Τμήμα Ασφάλειας Ομονοίας, ότι άτομο που εμφανιζόταν με το ψευδώνυμο "...", ο οποίος συμμετείχε σε πρόγραμμα απεξάρτησης στον ΟΚΑΝΑ, διακινεί ποσότητες ναρκωτικών. Μετά την αξιοποίηση συγκεκριμένης πληροφορίας σχετικά με τον αριθμό κινητού τηλεφώνου που αυτός χρησιμοποιούσε, αστυνομικός του εν λόγω τμήματος ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εν λόγω "...", εμφανιζόμενος ως αγοραστής, και μετά από διαπραγματεύσεις καθορίστηκε συνάντηση στην πλατεία ..., όπου ο τελευταίος θα παρέδιδε στον εμφανισθέντα ως πελάτη αστυνομικό 40 γραμμάρια ηρωίνης και 5 γραμμάρια κοκαΐνης αντί του ποσού των 800 ευρώ. Μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και τηλεφωνήματα προσήλθε στο ραντεβού ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, ο οποίος και συνελήφθη, είχε δε στις τσέπες του ηρωίνη βάρους 12 γραμμαρίων και κοκαΐνη βάρους 4 γραμμαρίων, καθώς και το ποσό των 265 ευρώ. Σε έρευνα που επακολούθησε από τους αστυνομικούς στο καφενείο, που διατηρούσε ο αδελφός του πιο πάνω κατηγορουμένου Χ, και συγκεκριμένα στον ακάλυπτο χώρο που βρίσκεται πίσω από το καφενείο, στην οδό ...., βρέθηκαν εντός των σωλήνων του καλοριφέρ 3 σακκούλες POLLYBAG, που περιείχαν η πρώτη 66 αυτοσχέδιες συσκευασίες ηρωίνης βάρους 60 γραμμαρίων, η δεύτερη 39 αυτοσχέδιες συσκευασίες ηρωίνης βάρους 204 γραμμαρίων και η τρίτη ποσότητα ηρωίνης σε βραχώδη μορφή βάρους 184 γραμμαρίων, ενώ σε έρευνα, που έγινε στην οικία του δευτέρου κατηγορουμένου, βρέθηκε ποσότητα ηρωίνης βάρους 5 γραμμαρίων σε τέσσερις αυτοσχέδιες συσκευασίες κατανεμημένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τις πιο πάνω ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών, πλην της τελευταίας των 5 γραμμαρίων που βρέθηκε στην οικία του δευτέρου, είχε αγοράσει ο πρώτος κατηγορούμενος από άτομο, (που δεν κατονόμασε, τις οποίες και κατείχε υπό την έννοια της φυσικής εξουσίασης, με σκοπό την εμπορία αυτών, ενεργούσε δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων και την υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, κατά τον χρόνο δε τελέσεως των πράξεων αυτών ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος (Χ) να κηρυχθεί ένοχος, ως και πρωτοδίκως, για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό ........ Τέλος, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναγνωρίσεως κάποιου ελαφρυντικού στον πρώτο κατηγορούμενο, και συγκεκριμένα ότι αυτός επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, αφού αυτός ήταν κρατούμενος σ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα και απορριπτέος είναι ο σχετικός ισχυρισμός του". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ, του ότι: "Κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους και τόπους όντας τοξικομανής και ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια: 1) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ήτοι της αγοράς με σκοπό την εμπορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν τη σύλληψή του (19-2-2004), σε χρόνο που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί επακριβώς στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, αγόρασε με σκοπό την εμπορία από άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου ανταλλάγματος, άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και δη ηρωίνης και κοκαΐνης, βάρους τουλάχιστον 465 γραμμαρίων ηρωίνης και 13 γραμμαρίων κοκαΐνης που βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν μετά από νόμιμη έρευνα των αστυνομικών. 2) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ήτοι της κατοχής με σκοπό την εμπορία ναρκωτικών ουσιών: α) στο ... και επί της συμβολής των οδών ...., την 19-2-2004 και περί ώρα 16.15' κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους, με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα ηρωίνη, βάρους 12 γραμμαρίων περίπου, συσκευασμένη σε τέσσερις (4) αυτοσχέδιες νάυλον συσκευασίες, και κοκαΐνη συνολικού βάρους τεσσάρων γραμμαρίων περίπου, συσκευασμένη σε πέντε αυτοσχέδιες συσκευασίες, τις οποίες είχε επιμελώς κρύψει στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. β) Στο ... και εντός του περιφραγμένου ακάλυπτου χώρου του καταστήματος που διατηρούσε ο αδελφός του .... επί της οδού ...., την 19-2-2004 και περί ώρα 17.30' κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, με σκοπό την εμπορία: αα) ηρωίνη συνολικού βάρους 60 γραμμαρίων περίπου, συσκευασμένη σε 66 αυτοσχέδιες συσκευασίες, την οποία είχε τοποθετήσει εντός μιας νάυλον σακούλας ββ) ηρωίνη βάρους 204 γραμμαρίων περίπου, συσκευασμένη σε 39 αυτοσχέδιες συσκευασίες, την οποία επίσης είχε τοποθετήσει εντός νάυλον σακούλας, γγ) ηρωίνη βάρους 184 γραμμαρίων περίπου σε βραχώδη μορφή, την οποία είχε τοποθετήσει εντός νάυλον σακούλας, και κοκαΐνη βάρους 9 γραμμαρίων περίπου, την οποία είχε συσκευάσει σε δέκα μικροδόσεις, όλες δε τις πιο πάνω συσκευασίες είχε κρύψει επιμελώς εντός των σωλήνων του καλοριφέρ και βρέθηκαν στον πιο πάνω ακάλυπτο χώρο του καφενείου, και 3) έχοντας αποφασίσει να τελέσει κακούργημα, και δη αυτό της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, επεχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Συγκεκριμένα, στο ... την 19-2-2004 και περί ώρα 16.15, επί της συμβολής των οδών ...., επεχείρησε να πωλήσει ηρωίνη συνολικού βάρους 12 γραμμαρίων, και κοκαΐνη, βάρους 4 γραμμαρίων, αντί του ποσού των 800 ευρώ στον εμφανισθέντα ως αγοραστή με το όνομα "..." αστυνομικό ...., κατόπιν προσυνεννοημένου τηλεφωνικού ραντεβού, στο οποίο συμφώνησε την πώληση της πιο πάνω ποσότητας χωρίς να γνωρίζει την ιδιότητα του φερόμενου ως αγοραστή, πλην η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά γιατί συνελήφθη κατά την εν λόγω συνάντηση από τους αστυνομικούς που είχαν οργανώσει την επιχείρηση παγιδεύσεώς του". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως της από το άρθρο 84 παράγραφος 2 εδάφιο ε' του ΠΚ προβλεπόμενης ελαφρυντικής περιστάσεως, του επέβαλε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, εκτός από την παραδοχή της συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς και της κατοχής κατ'εξακολούθηση και της απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η οποία (άνω επιβαρυντική περίσταση) δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τα κατωτέρω, διέλαβε κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχείο στ', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 94 παράγραφος 1, 98 ΠΚ και 5 παράγραφος 1 περ. β' και ζ', 8 και 13 παράγραφος 1 και 4 του Ν.1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των ειρημένων πράξεων, την κρίση του δε αυτή στήριξε το Πενταμελές Εφετείο στην επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, που συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως εν προκειμένω, και από την οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντος για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τοξικομανή των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όμως, ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των ίδιων πράξεων (η συνδρομή της οποίας ή όχι ασκεί επιρροή στη βαρύτητα των εν λόγω πράξεων και εντεύθεν στην ποινή), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι ο αναιρεσείων από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιοποίνων πράξεων απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του άνω άρθρου 13 στοιχείο στ' του ΠΚ. Έτσι, ο ίδιος πιο πάνω πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχείο Δ' ΚΠοινΔ, ως προς την αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτού (αναιρεσείοντος) της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις άνω πράξεις του (άρθρο 84 παράγραφος 2 εδάφιο ε' ΠΚ). Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός έτσι όπως είχε προβληθεί, με μόνη την αναφορά της σχετικής πιο πάνω διατάξεως και χωρίς τη μνεία συγκεκριμένων περιστατικών που τον θεμελίωναν, ήταν αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και κατά συνέπεια το Πενταμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν των ανωτέρω ισχυρισμό "γιατί δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναγνωρίσεως κάποιου ελαφρυντικού στον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα ότι αυτός επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, αφού αυτός ήταν κρατούμενος σ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα", διέλαβε περί αυτού (πιο πάνω ισχυρισμού), πλεοναστικώς, ειδική αιτιολογία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 84 παράγραφος 2 εδάφιο ε' ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον α) ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς και της κατοχής κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή, για τις οποίες κηρύχθηκε αυτός ένοχος, και β) ως προς την ποινή που του επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι και της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως, για την οποία εχώρησε η αναίρεση, και, αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Κατά τα λοιπά δε, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 234/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη αναφορικά και μόνον: α) με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων της αγοράς και της κατοχής κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή και β) με την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν για τις εν λόγω πράξεις.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15 Μαΐου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 4485/17.5.2007) αίτηση του ανωτέρω Χ, για αναίρεση της πιο πάνω (υπ' αριθ. 234/2007) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ