Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 550 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Βούλευμα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπρόθεσμου, διότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.




Αριθμός 550/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ....., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 66876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 380/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 11-2-2008 δήλωση του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 66876/28-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα, καθώς και σε χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και, αν η δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από τη Γραμματεία του Ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καταχωρημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει με έγγραφη δήλωσή του (Α.Π. 2022/2006). Περαιτέρω κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα είναι αδύνατη η εμπρόθεσμη από τον διάδικο άσκηση του ενδίκου μέσου που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά αυτά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 66876/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών εξεδόθη με εκπροσωπηθέντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σταυρόπουλο, τον οποίο είχε προς τούτο διορίσει με έγγραφη από 26-11-2007 εξουσιοδότησή του. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο την 18-1-2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στο σώμα της. Παρά ταύτα όμως ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 11-2-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 Κ.Π.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας. Επικαλείται βέβαια στη σχετική αίτηση αναιρέσεως ότι αυτή πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη διότι αρχικά του επιδόθηκε την 24-1-2008 απόσπασμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι αντίγραφό της, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, "να μην καθίσταται δυνατή η πρόσβασή της από εκείνον, ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου της". Όμως ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντα δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού αφετηρία ενάρξεως της προθεσμίας αναιρέσεως ήταν η ημερομηνία καταχωρίσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Π.Δ. Όλα δε αυτά ανεξαρτήτως του ότι αρκούσε η επίδοση αποσπάσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 11-2-2008 αίτηση του αναιρεσείοντα Χ, κατοίκου ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 66876/28-11-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα Χ.
Αθήνα 27/6/2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος
Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 18 του νόμου 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η προθεσμία ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, όταν αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται για τον σκοπό αυτό από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο, η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της καταχωρισμένης στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικης αποφάσεως. Παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος για να τον εκπροσωπήσει με έγγραφη δήλωσή του. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 465, 473 και 474 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα και τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, αν από λόγους ανώτερης βίας ή από άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα αδυνατεί ο δικαιούμενος να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο που του ανήκει, συγχωρείται να γίνει αργότερα, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει στην περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Τα περιστατικά, που συνιστούν τη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου και ταυτοχρόνως να γίνεται επίκληση των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποδεικνύουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 66.876/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδόθηκε με εκπροσωπηθέντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Βασίλειο Σταυρόπουλο, τον οποίο είχε προς τούτο διορίσει με έγγραφη από 26 Νοεμβρίου 2007 εξουσιοδότησή του. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 18 Ιανουαρίου 2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών στο σώμα της. Όμως, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εκπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 11 Φεβρουαρίου 2008, δηλαδή αφού παρήλθε η παραπάνω εικοσαήμερη προθεσμία. Για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο, ο αναιρεσείων στη σχετική αίτηση αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, διότι αρχικά του επιδόθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2008 απόσπασμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι αντίγραφό της, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, "να μη καθίσταται δυνατή η πρόσβασή της από εκείνον, ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου της". Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω, διότι αφετηρία ενάρξεως της προθεσμίας για την άσκηση της αναιρέσεως ήταν η ημερομηνία που καταχωρίστηκε η απόφαση καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο. Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ....., για αναίρεση της 66.876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή