Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1203 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών, Πλάνη νομική, Ανάγκης κατάσταση.




Περίληψη:
Παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων (άρθρο 370Α § 1 ΠΚ). Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου, ο οποίος τοποθέτησε μικρό μαγνητόφωνο-καταγραφέα τηλεφωνημάτων σε τηλεφωνική συσκευή που χρησιμοποιούσε η εγκαλούσα αδελφή του και μαγνητοφωνούσε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της. Απόρριψη ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης και κατά-στάσεως ανάγκης άρθρων 25 και 32 ΠΚ. Απορρίπτει.





Αριθμός 1203/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, για αναίρεση της 4617/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σούλη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1403/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 370 Α § 1 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο (Φεβρουάριο του 2000), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 § 7 του Ν. 2721/1993 και πριν από την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 6 § 2 του Ν. 3060/2002, όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιαλέξεως μεταξύ τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση, η δε χρησιμοποίηση από το δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, κατά δε το άρθρο 363 του ίδιου κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστόν τριών μηνών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ενώ η μη ορθή εκτίμησή τους δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, διότι περί αυτών κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. Έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως υπάρχει όταν η αντίφαση παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ των εκτιθεμένων σ' αυτή περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της, εφόσον τα τελευταία και αυτά του σκεπτικού αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά την ανωτέρω έννοια, απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, όπως είναι και οι περί συγνωστής νομικής πλάνης και καταστάσεως ανάγκης κατά τα άρθρα 25 § 1 και 32 § 1 ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για παράβαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων με χρησιμοποίηση των μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν από την παραβίαση αυτή και για συκοφαντική δυσφήμηση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό του, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2) τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, η εγκαλούσα Ψ1 και ο ......, είναι αδέλφια και συνεταίροι, στις εταιρίες που διατηρούν στην Αθήνα. Προέκυψαν μεταξύ τους σοβαρές οικονομικές διαφορές καθώς και διαφορές σε σχέση με τα ποσοστά συμμετοχής τους στις εταιρίες. Αυτές είχαν σαν συνέπεια να ψυχραθούν οι μεταξύ τους συγγενικές και οικονομικές σχέσεις και να δημιουργηθούν σοβαρές έριδες και προστριβές. Η εγκαλούσα Ψ1 εργαζόταν, καθημερινά, στο κατάστημά τους με την επωνυμία ......, μαζί με τη σύζυγο του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος ήθελε να πληροφορηθεί τις κινήσεις και τις προθέσεις της εγκαλούσας, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει στις μεταξύ τους διενέξεις. Έτσι, το μήνα Φεβρουάριο του 2000, έπεισε τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ2, να του παραδώσει ένα μικρό μαγνητόφωνο, που λειτουργεί και ως καταγραφέας τηλεφωνημάτων, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για το σπίτι του, όπως του είπε. Ο Χ2, του το παρέδωσε, χωρίς να γνωρίζει, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος δεν του το ανέφερε, που προτίθετο να το τοποθετήσει και τι είδους χρήση θα του κάνει. Επομένως, .............. ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Στη συνέχεια, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλαβε το μαγνητοφωνάκι, το Φεβρουάριο του 2000, τοποθέτησε τούτο, στις τηλεφωνικές συσκευές με αριθμούς ....., ...., ..... που ανήκαν στην εταιρία του με έδρα την Αθήνα και με την επωνυμία "....... ΟΕ", τις οποίες όμως δεν χρησιμοποιούσε ποτέ αυτός, αλλά η εγκαλούσα και η σύζυγός του, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους στην παραπάνω εταιρία. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι είχε δικαίωμα να παρακολουθεί τα τηλέφωνα που ανήκαν στον ίδιο, αφού γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτά τα χρησιμοποιούσε αποκλειστικά η αδελφή του και είχε πρόθεση να παγιδεύσει τις δικές της συνομιλίες. Πράγματι, αφού παρακολούθησε για αρκετό διάστημα της συνομιλίες από τις τηλεφωνικές αυτές συσκευές, μαγνητοφώνησε μεταξύ άλλων και το περιεχόμενο μίας συνομιλίας μεταξύ της εγκαλούσας και κάποιου άγνωστου ανδρός. Στη συνέχεια, την 23.3.2000, ο πρώτος κατηγορούμενος απέστειλε τις μαγνητοταινίες αυτές, με εταιρία ταχυμεταφορών στον αδελφό τους, που είναι ιερωμένος, τον Γ1, στο ....... Κρήτης, ο οποίος και μόλις τις παρέλαβε εξεμάνη, επικοινώνησε με την εγκαλούσα, της ανακοίνωσε τι συμβαίνει και αρνήθηκε να τις ακούσει και να κάνει χρήση του περιεχομένου τους. Επομένως, όπως αποδείχθηκε, πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να παγιδεύσει την τηλεφωνική σύνδεση με σκοπό να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο της συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Ο ισχυρισμός του ότι σκοπός του ήταν να υποκλέψει την συνδιάλεξη μεταξύ της γυναίκας του, που δούλευε στην ίδια εταιρία και τρίτου, αγνώστου ανδρός, δεν αίρει το αξιόποινο της πράξεώς του, διότι εξακολουθεί να αποτελεί υποκλοπή συνδιαλέξεως μεταξύ τρίτων. Αλλά ούτε και μπορεί να γίνει δεκτό, ότι επειδή οι τηλεφωνικές συνδέσεις ανήκαν σ' αυτόν, τελούσε σε νομική πλάνη ότι μπορούσε να τις παγιδεύσει, μπορεί να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι ήξερε πολύ καλά τι είδους συνδιαλέξεις, μεταξύ τρίτων, ήθελε να υποκλέψει, γιαυτό εξάλλου και το απέκρυψε, όπως ο ίδιος συνομολόγησε, από τον συγκατηγορούμενό του, προκειμένου να του παραδώσει το μαγνητόφωνο, το οποίο αυτός, αν ήξερε για που προοριζόταν, δεν θα το παρέδιδε ποτέ, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε στην απολογία του. Αλλά και ο άλλος ισχυρισμός του περί καταστάσεως ανάγκης, διότι νόμιζε ότι κινδύνευε ο γάμος του, πρέπει ν' απορριφθεί, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποδείχθηκε προσχηματικός, αλλά και αληθής υποτιθέμενος, εξακολουθεί ν' αποτελεί αξιόποινη πράξη. Επομένως όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του τούτοι, πρέπει ν' απορριφθούν. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ......, στην Αθήνα, την 21.5.2000, αφού συνάντησε το ......., γιο της εγκαλούσας, που ήταν ανήλικος και ιδιαίτερα ευάλωτος, λόγω της εφηβείας του, ισχυρίστηκε δηλαδή διέδωσε, για την μητέρα του-εγκαλούσα, όπως ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος στο ακροατήριο, ότι έχει σχέσεις με άλλον άνδρα και ήταν ανήθικη, γεγονός που ήταν ψευδές και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του. Με τον τρόπο όμως αυτό, της παραστάσεως του ψευδούς αυτού γεγονότος ως αληθινού, έβλαψε την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για τις δύο αυτές πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α, δεδομένου ότι αυτός και πριν από την τέλεση της πράξεως, διήγε έντιμο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ποινικό του μητρώο, που μόνο για την περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 370 Α § 1, 363 και 362 ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην ως άνω αιτιολογία, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την παγίδευση από τον αναιρεσείοντα, χωρίς δικαίωμα που να του παρέχει την προς τούτο εξουσία και εν αγνοία της εγκαλούσας αδελφής του, των τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούσε η τελευταία, ο σκοπός του αναιρεσείοντος να μαγνητοφωνήσει τις συνδιαλέξεις της εγκαλούσας με τρίτους και η υπ' αυτού χρήση των μαγνητοταινιών που απέκτησε από την αθέμιτη αυτή παγίδευση. Επίσης διαλαμβάνεται στην ίδια αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα, ενώπιον του γιου της, τα αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή της, κρίση την οποία συνήγαγε το Εφετείο από τα μνημονευόμενα παραδεκτώς κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, ήτοι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις απολογίες των κατηγορουμένων". Από την περικοπή αυτή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, άρα και εκείνη της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία δόθηκε ανομωτί, της μνείας ότι οι καταθέσεις αυτές ήταν όλες ένορκες οφειλομένης σε παραδρομή, σε κάθε δε περίπτωση προκύπτει από την εν λόγω περικοπή, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκε και η συγκεκριμένη κατάθεση, καθόσον ο πολιτικώς ενάγων είναι βασικός μάρτυρας κατηγορίας και δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά η μαρτυρία του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων σκόπευε να μαγνητοφωνήσει τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της αδελφής του εγκαλούσας με τρίτους, για να τις χρησιμοποιήσει στις μεταξύ τους διενέξεις και όχι τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της συζύγου του και με το να δεχθεί, ακόμη, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η παγίδευση που έκανε απαγορεύεται γι' αυτό και την απέκρυψε από το Χ2, προκειμένου να του δώσει ο τελευταίος τη συσκευή-μαγνητόφωνο, επαρκώς αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσείων για εφαρμογή του άρθρου 31 § 2 ΠΚ περί συγγνωστής νομικής πλάνης, επικαλεσθείς, ειδικότερα, ότι προέβη στην ανωτέρω παγίδευση για να καταγράψει συνομιλίες της συζύγου του και επειδή πίστευε ότι είχε αυτό το δικαίωμα λόγω του ότι η τηλεφωνική συσκευή ευρίσκετο στα γραφεία της εταιρίας του. Τούτο δε, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι κρίσιμο για την ανωτέρω πράξη του άρθρου 370 Α § 1 ΠΚ είναι η βούληση παγιδεύσεως των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων τρίτων, την οποία δέχθηκε το Εφετείο για τον αναιρεσείοντα, αδιαφόρως αν η τηλεφωνική συσκευή ανήκει ή όχι στο δράστη. Επίσης, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων είχε αρχήθεν σκοπό να μαγνητοφωνήσει τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις της εγκαλούσας για να τις χρησιμοποιήσει στις μεταξύ τους διενέξεις, δηλαδή ότι η χρήση αυτών ήταν στο αρχικό του σχέδιο, αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη ισχυρισμού που προέβαλε ο αναιρεσείων (σε σχέση με την αποτελούσα επιβαρυντική περίπτωση της κυρίας πράξεώς του, της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων, χρήση απ' αυτόν των μαγνητοταινιών), ότι χρησιμοποίησε τις μαγνητοταινίες, αποστέλλοντας αυτές στον αδελφό του αρχιμανδρίτη Γ1, για να διασώσει το γάμο της εγκαλούσας, τον οποίο έκρινε υπέρτερης αξίας αγαθό από το απόρρητο των τηλεφωνικών της συνδιαλέξεων, άλλως ίσης αξίας μ' εκείνο, συντρεχούσης εντεύθεν περιπτώσεως καταστάσεως ανάγκης (υπέρ τρίτου) που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του (άρθρο 25 ΠΚ), άλλως τον καταλογισμό της σ' αυτόν (άρθρο 32 ΠΚ). Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον α)δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι "επειδή οι τηλεφωνικές συνδέσεις ανήκαν σ' αυτόν τελούσε σε νομική πλάνη ότι μπορούσε να τις παγιδεύσει", όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, κατ' απομόνωση της φράσεως αυτής από το υπόλοιπο μέρος της οικείας προτάσεως ότι "ούτε και μπορεί να γίνει δεκτό ότι, επειδή οι τηλεφωνικές συνδέσεις ανήκαν σ' αυτόν, τελούσε σε νομική πλάνη ότι μπορούσε να τις παγιδεύσει" και επομένως, ανεξαρτήτως του ότι η φράση αυτή στερείται έννομης επιρροής αφού το Εφετείο απέρριψε τον περί πλάνης ισχυρισμό, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται μεταξύ αυτών και της παραδοχής της αποφάσεως ότι οι τηλεφωνικές συσκευές ανήκαν στην εταιρία, β)δεν αποτελεί αντίφαση της αποφάσεως ελεγχόμενη αναιρετικά, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η αντίθεση μεταξύ των παραδοχών της αποφάσεως και αυτών που προκύπτουν από τα αποδεικτικά μέσα, ως προς το χρόνο τελέσεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, 21-5-2000 κατά την απόφαση και 28-5-2000 κατά την κατάθεση του μάρτυρος γιου της εγκαλούσας αφού ως αντίφαση νοείται η υπάρχουσα μεταξύ των παραδοχών της αποφάσεως και όχι μεταξύ αυτών και της καταθέσεως μάρτυρος και γ)στερείται έννομης επιρροής, για την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο παραλήπτης των μαγνητοταινιών αδελφός του αναιρεσείοντος αρνήθηκε να ακούσει τις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος με το οποίο, υπό το πρόσχημα του ως άνω αναιρετικού λόγου, είτε αμφισβητείται η εκτίμηση των αποδείξεων, είτε πλήττεται γενικών ή επί της ουσίας κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, που δεν ελέγχονται αναιρετικώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.ΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 4617/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ