Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 543 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ποινή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Αναιρείται κατά το ένα μέρος (ως προς την ποινή) η απόφαση, λόγω ασαφείας και αντιφάσεως ως προς το είδος της αμέλειας, το οποίο ασκεί επιρροή στη βαρύτητα της πράξεως και συνακόλουθα στην επιμέτρηση της ποινής κατ’ άρθρο 79 του ΠΚ. Αναιρεί και παραπέμπει.





ΑΡΙΘΜΟΣ 543/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 286/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 610/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που ανεγνώσθη, δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο που ανεγνώσθη και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 286/2007 απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναφερόμενα σ' αυτά και στην υπό κρίση αίτηση με αριθμ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10,11,13, 14, 15, 16, 19, 20, 21 έγγραφα. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους. Δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους , αφού, άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, ενώ με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Συνεπώς δεν παραβιάστηκε το απορρέον από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του αναιρεσείοντος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις επί των εγγράφων αυτών.
Για τους λόγους αυτούς ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2, 357 παρ. 3, 358, 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ συνάγεται ότι για να επέλθει η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν απηύθυναν προς το μάρτυρα ερωτήσεις για εξακρίβωση της αλήθειας ή μετά την εξέτασή του δεν προέβησαν σε παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεσή του ή την αξιοπιστία του, πρέπει, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ζήτησαν να τους δοθεί προς τούτο η άδεια και, αν δεν τους δοθεί από το διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν αμέσως, μη αποδεχόμενοι την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο ν' απορρίψει παρά το νόμο την προσφυγή ή να παραλείψει ν' αποφανθεί επ' αυτής. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του αναιρετηρίου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι, κατά παραβίαση των άρθρων 357 παρ. 3 και 358 ΚΠΔ, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο και στο συνήγορό του κατά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, εφόσον δεν προβάλλεται, αλλά ούτε προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος, ή ο συνήγορός του ζήτησαν να τους δοθεί η άδεια για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, ούτε πολύ περισσότερο ότι προσέφυγαν αυτοί προς τούτο στο δικαστήριο, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 του Π.Κ. στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 79 του ΠΚ, και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Ε του ΚΠΔ. Στο άρθρο 79 του ΠΚ ορίζεται ότι 1) κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη? α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί...2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο αποβλέπει? α)στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) στη φύση, στο είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του, γ) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του υπαιτίου. Επιπλέον πρέπει γ) να υπάρχει και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, η εφαρμογή του άρθρου 15 του Π.Κ. στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τελείται με παράλειψη, προϋποθέτει ότι η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, ο οποίος είχε ιδιαίτερη προς παρεμπόδιση της επέλευσης του αποτελέσματος νομική υποχρέωση, πηγάζουσα είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του δράστη, είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη συμπεριφορά του από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. (2 παρ.5 ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα αναγόμενα στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 286/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με αυτή σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών, με τριετή αναστολή για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Δέχτηκε δε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15-5-2000 η σύζυγος του μηνυτή, ψ1, ψ, η οποία έπασχε από πέτρα στη χολή μετέβη στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ μετά του συζύγου της και της μητέρας της, όπου συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο και του έθεσαν υπόψη κάποιες εξετάσεις που είχαν μαζί τους, αλλά υποβλήθηκε και σε άλλες σχετικές καθ' υπόδειξη αυτού, αυτός δε πρότεινε να εισαχθεί η ανωτέρω Ψ για να χειρουργηθεί στις 18-5-2000. Η χειρουργική επέμβαση συμφωνήθηκε να γίνει με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης, στην οποία συναίνεσε και η ασθενής ψ. Στις 18 Μαΐου 2000, και δεδομένου ότι οι προεγχειρητικές εξετάσεις έδειχναν ότι μπορούσε να γίνει η πιο πάνω εγχείρηση, περί ώρα 11:30 η ανωτέρω ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, όπου της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε από την ειδικευόμενη αναισθησιολόγο ιατρό ........., προκειμένου να ξεκινήσει η χειρουργική επέμβαση. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εισήγαγε ένα λεπτό καθετηράκι (βελόνη verres) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, προκειμένου να γίνει εμφύσηση αερίου στην κοιλιά της ασθενούς και να εισαχθεί σ' αυτήν το λαπαροσκόπιο και μετά τοποθέτησε το πρώτο trocar στη θέση του και εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά της ως άνω ασθενούς. Αυτό έγινε περί ώρα 12:45,' ενώ περί ώρα 12:48 προέβη στην τοποθέτηση του δεύτερου trocar. Όμως κατά την είσοδο του πρώτου trocar ο κατηγορούμενος δεν εκτέλεσε τον ορθό χειρισμό, ενώ όφειλε και μπορούσε να καταβάλει τη μέγιστη προσοχή και να εισαγάγει αυτό χωρίς να βλάψει κάποιο μεγάλο αγγείο της κοιλίας, όπως είναι η κοιλιακή αορτή, πράγμα που θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε τη σχετική εμπειρία, είχε διενεργήσει μέχρι τότε περί της τριακόσιες παρόμοιες χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά το εισήγαγε χωρίς προσοχή, βίαια και με αδέξιο χειρισμό στην κοιλία της ασθενούς, με συνέπεια να προκαλέσει σ' αυτήν διπλή τρώση (διάτρηση) της κοιλιακής αορτής στην περιοχή του διχασμού των λαγονίων, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών του μέτρου, με αποτέλεσμα να επέλθει περιτοναϊκή αιμορραγία στο σημείο αυτό....Στις 12:48 η πιο πάνω αναισθησιολόγος διαπίστωσε ραγδαία πτώση της αρτηριακής πίεσης της ασθενούς, η οποία μάλιστα σε διάστημα εβδομήντα (70) δευτερολέπτων έπεσε από το 130 στο 30, καθώς και αύξηση των σφυγμών, που είναι επακόλουθο της πτώσης της πίεσης. Αμέσως ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να ξεφουσκώσει την κοιλιά της ασθενούς και ταυτόχρονα κάλεσε τον αναισθησιολόγο ιατρό Ζ1, ο οποίος προσήλθε σε σχεδόν μηδενικό χρόνο. Αυτός σε χρόνο μικρότερο του ενός λεπτού έλεγξε όλα τα μηχανήματα που αφορούσαν την αναισθησία της ασθενούς και αμέσως διαβεβαίωσε τον κατηγορούμενο ότι η πτώση της αρτηριακής πίεσης δεν οφείλεται σε αναισθησιολογικούς λόγους, ζήτησε απ' αυτόν να ερευνήσει για αιμορραγία και του πρότεινε να ανοίξει την κοιλιά της ασθενούς. Όμως ο τελευταίος αγνόησε την εκτίμησή του και των αναισθησιολόγων, επιμένοντας ότι στο δικό του μόνιτορ δεν έδειχνε ότι υπήρχε αιμορραγία, η οποία όμως ήταν πιθανό να συμβεί και να μη φαίνεται στο μόνιτορ του χειρούργου, όπως συνέβη και στην κρινόμενη περίπτωση, διότι το αίμα διοχετευόταν στην οπίσθια περιτοναϊκή κοιλότητα, όπου δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση και εικόνα η κάμερα που τοποθετήθηκε με το πρώτο trocar. Έτσι, αν και όλες οι ενδείξεις και τα κλινικά συμπτώματα της ασθενούς, όπως η μυδρίαση στις κόρες των οφθαλμών και η ταχυκαρδία, συνέτειναν στο συμπέρασμα ότι η ραγδαία πτώση της αρτηριακής πίεσης, η οποία δεν ανέβηκε, μολονότι χορηγήθηκε στην ασθενή γουϊαμίνη, υγρά και μεγάλες ποσότητες αδρεναλίνης, οφειλόταν σε απώλεια μεγάλης ποσότητας αίματος, δηλαδή σε αιμορραγία, ο κατηγορούμενος δεν το δέχθηκε αμέσως αν και γνώριζε ότι στις επιπλοκές της πιο πάνω μεθόδου που χρησιμοποίησε αναφέρετο και η τρώση της αορτής, αλλά με καθυστέρηση 11 λεπτών, όταν στις 12:59 η ώρα η εξέταση του αιματοκρίτη παρουσίασε πτώση στο 15,4% από 42% που ήταν προεγχειρητικά, οπότε προέβη στη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς. Ήδη όμως είχε παρέλθει χρόνος έντεκα (11) λεπτών από τότε που είχε εντοπιστεί το πρόβλημα, ο οποίος ήταν καθοριστικός για την κατάληξη της ασθενούς. Η πιο πάνω καθυστέρηση στη διάνοιξη της κοιλίας της ασθενούς είναι αδικαιολόγητη και οι παραπάνω ενδείξεις έπρεπε να τον οδηγήσουν να δεχθεί το γεγονός της ύπαρξης αιμορραγίας και όχι κάποιας άλλη πάθησης της θανούσας, όπως ισχυρίστηκε στην απολογία του ο κατηγορούμενος (π.χ. έμφραγμα), τη στιγμή που αυτή, όπως κατάθεσε ο μάρτυρας Γ1, προεγχειρητικά είχε υποβληθεί σε διάφορες εξετάσεις από τις οποίες δεν προέκυψε ότι αυτή είχε κάποια πάθηση. Από την απώλεια αίματος περί τα τρία (3) λίτρα, η αορτή της θανούσας κατέληξε άσφυγμος και κενή, συνέπεια δε του γεγονότος αυτού, αυτή υπέστη καρδιακή ανακοπή, εξαιτίας της οποίας τελικά επήλθε ο θάνατός της, περί ώρα 23:03 της ίδιας ημέρας, αφού η καθυστέρηση των επιβαλλομένων ενεργειών από τον κατηγορούμενο είχε ως συνέπεια η καρδιά να μείνει χωρίς οξυγόνο για συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι οκτώ (28) λεπτών, με αποτέλεσμα να αποκατασταθούν μεν οι ρυθμοί της, όχι όμως και η μηχανική λειτουργία της, καθώς είχαν επέλθει μη αναστρέψιμες εγκεφαλικές βλάβες. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, με βάση δε της προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και τις ικανότητές του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει τον πιο πάνω θάνατο της Ψ, υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πιο πάνω πράξεων και παραλείψεών του και του θανάτου της άνω παθούσας και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη, Εξάλλου, από το διατακτικό της ιδίας ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι κηρύχθηκε ίδιος ως άνω αναιρεσείων ένοχος για το ότι ?Στη Θεσ/νίκη, στις 18 Μαΐου 2000, από αμέλεια του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, συγκεκριμένα δε ως ιατρός χειρουργός, εργαζόμενος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, ανέλαβε, με τους Ζ2 και Ζ3, ως ιατρούς, ειδικευόμενους χειρουργούς, καθώς και το Ζ1, ως ιατρό αναισθησιολόγο, εργαζόμενους επίσης στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης, να διενεργήσουν χειρουργική επέμβαση με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης στην ασθενή Ψ, η οποία έπασχε από χολολιθίαση, προέβη όμως στην επέμβαση αυτή κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης του και δεν ενήργησε σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, με αποτέλεσμα οι πράξεις και οι παραλείψεις του να προκαλέσουν το θάνατο της ασθενούς αν και, ως ιατρός που ανέλαβε τη διενέργεια της ως άνω χειρουργικής επέμβασης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ της ιδιότητάς του ενέργειες που θα εμπόδιζαν την επέλευση του θανάτου της, ειδικότερα δε, περί ώρα 11.30 της 18-5-2000 η ασθενής Ψ, η οποία είχε προγραμματιστεί απ' αυτόν (κατηγορούμενο) να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής, οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου, όπου της χορηγήθηκε γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε, προκειμένου να ξεκινήσει η χειρουργική επέμβαση, στη συνέχεια δε εισήγαγε ένα λεπτό καθετηράκι (βελόνη νεrres) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, προκειμένου να διενεργηθούν οι δοκιμασίες "σταγόνες" και αναρροφήσεις, να γίνει εμφύσηση αερίου στην κοιλιά και να εισαχθεί το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά της ασθενούς, στη συνέχεια ο ίδιος (κατηγορούμενος) τοποθέτησε το πρώτο trokar στη θέση του, εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλία της ως άνω ασθενούς και προέβη στην τοποθέτηση του δευτέρου trokar (εργασίας), κατά την εισαγωγή όμως του ως άνω πρώτου trokar δεν εκτέλεσε τον ορθό χειρισμό, ενώ όφειλε και μπορούσε να καταβάλει τη μέγιστη προσοχή και να εισαγάγει αυτό χωρίς να βλάψει κάποιο μεγάλο αγγείο της κοιλίας και δη την κοιλιακή αορτή, όπως θα έπραττε κάθε μετρίως ευσυνείδητος χειρουργός που διενεργεί λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, αντ' αυτού όμως εισήγαγε χωρίς προσοχή, βίαια και με αδέξιο χειρισμό το πρώτο trokar στην κοιλία της ασθενούς, με συνέπεια να προκαλέσει σ' αυτήν διπλή τρώση (διάτρηση) της αορτής στην περιοχή του διχασμού των λαγονίων, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών του μέτρου, με αποτέλεσμα να επέλθει περιτοναϊκή αιμορραγία στο σημείο τούτο, χωρίς όμως να ελέγξει επισταμένως την κατάσταση των εσωτερικών οργάνων της ασθενούς, μέσω της ειδικής οθόνης, ως όφειλε να πράξει, με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη της αιμορραγίας και τη συνεχή εκροή αίματος στην περιτοναϊκή κοιλότητα, πράγμα που θα μπορούσε να αντιληφθεί αμέσως, εάν έλεγχε επισταμένως την οθόνη λαπαροσκόπησης και εκτιμούσε τα συμπτώματα που παρουσίασε η ασθενής, όπως θα εκτεθούν ακολούθως, συνεχίστηκε δε η διαδικασία μέχρι του σημείου εισαγωγής του δευτέρου trokar (εργασίας), οπότε και η αρτηριακή πίεση της ασθενούς, εξαιτίας της αιμορραγίας που προκλήθηκε από την τρώση της αορτής, κατήλθε ραγδαία, αφού από τα 130/80 mmHg έπεσε στα 30/10 mmΗg σε χρονικό διάστημα εβδομήντα (70) δευτερολέπτων, επιπλέον δε η ασθενής παρουσίασε ταχυκαρδία, πτώση του αιματοκρίτη στο 15,4% από 42% που ήταν προεγχειρητικά, συνεχιζόμενη πτώση της αρτηριακής πίεσης, παρά τη χορήγηση στην ασθενή μεγάλων ποσοτήτων αδρεναλίνης και μυδρίαση στις κόρες των οφθαλμών, συμπτώματα που μαρτυρούν την μεγάλη απώλεια αίματος, τα οποία ο Ζ1, ως αναισθησιολόγος της εγχείρησης είχε αντιληφθεί και ανακοινώσει αμέσως σ' αυτόν και του υπέδειξε επανειλημμένως να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς και την αντιμετώπιση της αιμορραγίας με τον αποκλεισμό της αορτής, πλην όμως αυτός καθυστέρησε, συγκεκριμένα δε παρήλθε χρόνος συνολικά 11 λεπτών από το χρόνο που του ανακοινώθηκε από την ομάδα των αναισθησιολόγων ότι η πτώση της αρτηριακής πίεσης δεν οφείλεται σε αναισθησιολογικούς λόγους, αλλά σε αιμορραγία, μέχρι να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς και στη συνέχεια να γίνει από τον ειδικό αγγειοχειρουργό αποκλεισμός της αορτής και συρραφή των οπών, χρόνος που ήταν ιδιαίτερα μεγάλος και σημειώθηκε μεγάλη εκροή αίματος, αφού η αορτή κατέληξε άσφυγμος και κενή, ενώ αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να ενεργήσει αμέσως τη διάνοιξη της κοιλίας, καθόσον, πέραν από την καθυστέρηση περί τα 11 λεπτά να προβεί στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας, παρά το γεγονός ότι όλα τα ως άνω συμπτώματα καταδείκνυαν την ύπαρξη μεγάλης αιμορραγίας και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας όφειλε να προβεί αμέσως στη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας, η ενέργειά του δε να εισαγάγει το πρώτο trokar κατά τρόπο που προκάλεσε διάτρηση της αορτής, καθώς και η παράλειψή του να ενεργήσει αμέσως τη διάνοιξη της περιτοναϊκής κοιλότητας της ασθενούς, δοθέντος ότι η κατάστασή της μαρτυρούσε ότι υπήρχε περιτοναϊκή αιμορραγία, αλλά αντιθέτως αυτός το έπραξε με μεγάλη καθυστέρηση 11 λεπτών, είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί μεγάλη βλάβη η αορτή, να εκρεύσει πολύ γρήγορα μεγάλη ποσότητα αίματος, συνεπεία δε του γεγονότος αυτού η ασθενής υπέστη ανακοπή καρδιάς, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός της την 23.05' ώρα της ίδιας ημέρας, καθόσον και η καθυστέρηση της ως άνω επιβαλλομένης ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα η καρδιά να μείνει χωρίς οξυγόνο (ανοξαιμία) για χρονικό διάστημα 28 λεπτών, με αποτέλεσμα να αποκατασταθούν μεν στη συνέχεια οι ρυθμοί της, όχι όμως και η μηχανική λειτουργία αυτής.
Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο δέχεται, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα από την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, και τα δύο είδη αμέλειας, αφού ειδικότερα στο σκεπτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων ενήργησε στην Ψ χειρουργική επέμβαση με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης, χωρίς προσοχή "...αν και γνώριζε ότι στις επιπλοκές της πιο πάνω μεθόδου που χρησιμοποίησε αναφέρετο και η τρώση της αορτής".Και πιο κάτω στην ίδια σελίδα 20 ότι "...μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει τον πιο πάνω θάνατο της Ψ". Δέχεται δηλαδή το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, δέχεται δηλαδή περιστατικά που προσιδιάζουν στην ενσυνείδητη αμέλεια. Ενώ στο διατακτικό δέχτηκε ότι από "έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεώς του και επέφερε το θάνατο άλλου", δηλαδή δέχεται ότι συνέτρεξε στο πρόσωπό του άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Να σημειωθεί ότι και στη μείζονα σκέψη κάνει λόγο για αμέλεια χωρίς συνείδηση. Έτσι όμως δεν καθίσταται φανερό ποιο από τα δύο είδη αμέλειας δέχτηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα από την ασάφεια και αντίφαση αυτή να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως ως προς την επιμέτρηση της ποινής. Για την επιμέτρηση της ποινής είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να διεξαγάγει νέα δίκη, για να προσδιορίσει ποιο είδος αμέλειας δέχτηκε και ανάλογα με αυτό να σταθμίσει και τη βαρύτητα της πράξεως κατ' άρθρο 79 του ΠΚ, η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στο ύψος της ποινής που αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ως άνω ασάφεια και αντίφαση δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου γιατί το ως άνω έγκλημα τελέστηκε από έλλειψη της προσοχής, δηλαδή από αμέλεια, ορίζεται δε στο άρθρο 302 του ΠΚ ότι, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση", περιέχονται δε στην προκείμενη περίπτωση τα στοιχεία του άρθρου αυτού.
Συνεπώς είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 του ΚΠΔ), αφού στο μείζον για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της περιέχεται και το έλασσον ως προς την ποινή. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ ως προς το κεφάλαιο περί ενοχής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν κατά τα λοιπά με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Κατά τα λοιπά, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος (ως προς την ποινή) η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δηλαδή εκτός αυτών που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ.286/2007, αλλά και την υπ' αριθμ. 1943/2005, η ποία αναιρέθηκε με τη 1602/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται κατά ένα μέρος την από 12-3-2007 αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί κατά ένα μέρος (ως προς την ποινή) την 286/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.


Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς την ποινή, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή