Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 228 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 228/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά, περί αναιρέσεως της 1444/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 251/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 της με αριθμό ΑΙΒ/8577 της 30-8/8.9.1993 Υγειονομικής Διάταξης "Υγειονομικός Έλεγχος Αδειών Ιδρύσεως και Λειτουργίας των Εγκαταστάσεων Επιχειρήσεων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος κλπ .....", καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι τα καταστήματα, στα οποία γίνεται η παρασκευή και διάθεση σε πελάτες (καθισμένους, ορθίους, περαστικούς) φαγητών ή γλυκισμάτων ή οιουδήποτε άλλου παρασκευάσματος τροφίμων ή ποτών. Κατά δε το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ίδια διάταξης "Για την ίδρυση και λειτουργία καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείται άδεια της οικείας Αστυνομικής Αρχής, χορηγουμένης με σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, ήδη δε της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής, κατά το άρθρο 23 παράγραφος 1 εδ. 1θ π.δ. 323/89, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 41 Ν. 2218/1994. Κατά την παράγραφος 4 του ιδίου άρθρου, η άδεια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα (εταιρικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί κλπ) και ισχύει για το κτίριο και τους χώρους για τους οποίους έχει εκδοθεί, χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Προκειμένου περί εταιρικών επιχειρήσεων, η άδεια εκδίδεται στο όνομα είτε του νομίμως οριζομένου εκπροσώπου της είτε της επιχειρήσεως, στην τελευταία όμως περίπτωση η επιχείρηση, με πράξη της κοινοποιουμένη στις αρμόδιες Υγειονομικές και Αστυνομικές Αρχές, οφείλει να ορίσει έναν από τους εταίρους της ως υπεύθυνο για την τήρηση των απαιτήσεων των εκάστοτε ισχυουσών Υγειονομικών Διατάξεων. Κατά δε την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου, οι παραβάτες διώκονται και τιμωρούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 2520/1940. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, χωρίς την απαιτούμενη από αυτές άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του, ως παραβάτες (δηλαδή αυτουργοί) αυτών διώκονται και τιμωρούνται τα φυσικά πρόσωπα που για δικό τους λογαριασμό ή ως νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου εκμεταλλεύονται το κατάστημα (ή επιχείρηση). Η ποινική ευθύνη άλλων τυχόν προσώπων, που σχετίζονται με την τελούμενη αυτή παράβαση, θα κριθεί με βάση τις διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση περαιτέρω της άμεσης συνέργειας απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 εδ. β' ΠΚ, δόλος, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως και παροχή της συνδρομής αυτής κατά την εκτέλεση της πράξεως, συνδεόμενης προς αυτήν κατά τρόπο ώστε, χωρίς την βοήθεια του αμέσου συνεργού, δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος με τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, oι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Προσθέτως η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται παραδεκτώς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παράγραφος 2 και 333 παράγραφος 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή την μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Όταν όμως ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλ' αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό, ενώ η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο 3ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. ..... στις 6.8.2006, 18.8.2006, 14.8.2006 και 23.7.2007, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ" λειτουργούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος - κέντρο διασκέδασης, ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρίας, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Ο κατηγορούμενος, κατά τους παραπάνω χρόνους, γνωρίζοντας ότι το εν λόγω κατάστημα στερείται άδειας λειτουργίας ασκούσε τη διεύθυνση και είχε τον έλεγχο αυτού, κατ' εντολή του εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρίας. Χωρίς δε την ως άνω βοήθεια του κατηγορουμένου δεν θα ήταν δυνατή η λειτουργία του καταστήματος. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, άμεσης συνέργειας σε παράβαση υγειονομικής διάταξης κατ' εξακολούθηση. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο άμεσης συνέργειας σε παράβαση υγειονομικής διατάξεως κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος: Ειδικότερα, αιτιολογείται επαρκώς η από τον αναιρεσείοντα άμεση συνέργεια στην αξιόποινη πράξη της παράβασης της ως άνω υγειονομικής διάταξης, με τις παραδοχές α) ότι αυτός είχε τον έλεγχο και ασκούσε την διεύθυνση του εν λόγω καταστήματος, κατόπιν εντολής του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ", προς τον οποίο παρείχε άμεση συνδρομή κατά την διάρκεια της ανωτέρω πράξης και στην εκτέλεση αυτής, β) ότι χωρίς την βοήθειά του δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει η επιχείρηση και γ) ότι ήταν σε γνώση του ότι η εταιρεία αυτή στερείτο της απαιτουμένης από τον νόμο άδειας λειτουργίας του εν λόγω καταστήματος, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας τα στην αναίρεση αναφερόμενα επί πλέον στοιχεία.
Περαιτέρω, στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται, όπως σημειώθηκε, όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος τους που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, και συνεπώς και η μεταξύ αυτών ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ...., ως και όλα τα επικαλούμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η ιδιαίτερη αξιολόγηση καθενός από αυτά ή σε συνδυασμό μεταξύ τους. Εξάλλου, το ως άνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει τον ισχυρισμό που προέβαλε ενώπιόν του ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι ο τελευταίος "δεν ήταν ούτε ιδιοκτήτης, ούτε νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, ούτε υγειονομικός υπεύθυνος αυτής, αλλά ήταν εργαζόμενος στο μαγαζί", αφού ο παραπάνω ισχυρισμός ήταν αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' σχετικοί αντίθετοι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 46 παράγραφος 1 ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του που, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, το μεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση της αναιτιολόγητης απόρριψης του ως άνω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, το δε ψέγει αυτήν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.1.2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της 1444/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή