Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1534 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εκβίαση, Δόλος.




Περίληψη:
Αναίρεση από κατηγορούμενο κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για εκβίαση κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια (κακουργηματική μορφή). Στοιχεία εκβίασης αντικειμενικά (άρθρο 385§1 αρ. β΄). Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, σκοπός να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπάρχει όταν δεν στηρίζεται σε νόμιμη αξίωση του δράστη κατά του παθόντος. Στοιχειοθετείται εκβίαση κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Πότε υπάρχει αυτή. Όχι εξ αυτών αντιφατική αιτιολογία. Όχι λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οι αιτιάσεις για μη προσήκουσα εκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων, προανακριτικών και ανακριτικών απολογιών και μη προσήκουσα αξιολόγηση αυτών. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις αυτές. Απορρίπτει αίτηση.





Αριθμός 1534/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 191/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.3.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 583/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 345/1.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ. 191/22-2-2007 βούλευμά του αφενός μεν απέρριψε κατ'ουσίαν ως αβάσιμη την υπ'αριθμ. 67/2006 έφεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 948/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, αφετέρου προέβη σε επαναδιατύπωση του διατακτικού του τελευταίου με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Θεσσαλονίκης για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως εκβίασης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - 13 περ. στ, 385 παρ. 1β, γ, 98 Π.Κ.- Το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε σ'αυτήν στις .... (βλ. το από .... αποδεικτικό του Αρχιφύλακα .....) και κατ' αυτού άσκησε η ίδια ενώπιον της γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 12-3-2007, ήτοι προ της άνω επιδόσεως, την υπ'αριθμ. 8/2007 έκθεση αναίρεσης προβάλλουσα ότι το βούλευμα αυτό α) στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν προκύπτει ότι συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη την κατάθεση της αδελφής αυτής, την ανακριτική και προανακριτική της ίδιας απολογία, το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό του κέντρου ψυχικής υγείας ΒΔ τομέα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και την από ...... καταγγελία αυτής στο ΙΚΑ Ευόσμου, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη δεν θα την είχε παραπέμψει και δη κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα -ενόψει των αναφερομένων σ'αυτά, τα οποία αντικρούουν τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος και των άλλων σε βάρος της αποδεικτικών μέσων και τα οποία αποδεικνύουν την αθωότητά της (όπως αναφέρει στην έκθεση αναίρεσης)? β) στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τον χαρακτηρισμό αυτής κατ' επάγγελμα και συνήθεια και δη ενώ δέχεται ότι ο άνω χαρακτηρισμός στηρίζεται στο ότι "....Από την επανειλημμένη δε τέλεση της ως άνω πράξεως και την όλη μεθόδευση που αυτή ακολούθησε (συνεχείς σε εβδομαδιαία βάση τηλεφωνικές ενοχλήσεις με επαναλαμβανόμενες τις παραπάνω απειλές και απαίτηση συστηματικά των συγκεκριμένων παραπάνω χρηματικών ποσών), προκύπτει αφενός μεν σκοπός αυτής προς πορισμό εισοδήματος, εφόσον, παρότι άτομο νεαρής ηλικίας (31 ετών) δεν φρόντισε να ανεύρει αλλού εργασία, μετά την αποχώρησή της από την επιχείρηση του εγκαλούντα αλλά προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες, αφ' ετέρου δε όσο και σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητάς της" - αυτά δεν αρκούν για τον χαρακτηρισμό αυτόν, ούτε συνάδουν με την κατάσταση της υγείας της όπως περιγράφεται αυτή στο ανωτέρω πιστοποιητικό.

ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με δικές τους κρίσεις-σκέψεις και με αναφορά και συνδυασμό στην υιοθετούμενη υπ' αυτού εισαγγελική πρόταση- δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθησαν κατά τη διάρκεια της προανάκρισης και της κυρίας ανάκρισης, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης ενώπιον της ανακρίτριας και κατά την προανάκριση (βλ. 7ο φύλλο αυτού) προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών, Ψ1 διατηρεί εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στην οδό ...., στον ... Θεσσαλονίκης. Από το έτος 2004 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2006, εργαζόταν περιστασιακά στην επιχείρησή του, η κατηγορουμένη Χ1, με την οποία ο εγκαλών είχε συνάψει ερωτική σχέση. Η σχέση αυτή διεκόπη και η κατηγορουμένη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της τον Ιανουάριο του έτους 2006. Έκτοτε η κατηγορουμένη, ήτοι από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και μέχρι την σύλληψη της στις 15-5-2006, απαιτούσε από τον εγκαλούντα να της καταβάλει διάφορα χρηματικά ποσά, περί τα πεντακόσια (500) ευρώ εβδομαδιαίως, απειλώντας τον, ότι σε διαφορετική περίπτωση, " θα αποκαλύψει στην σύζυγο του και θα δημοσιοποιήσει στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, ότι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα απειλούσε κυρίως τηλεφωνικώς τον εγκαλούντα ότι "θα τινάξει την οικογένεια του στον αέρα, θα διαλύσει την επιχείρηση του και θα του τα φάει όλα". Έτσι, ο εγκαλών, με την προαναφερόμενη απειλή περιήλθε σε ανησυχία, και εξαναγκάσθηκε να της καταβάλει συνολικά το ποσόν των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ. Αρχικά της πήγαινε ο ίδιος τα χρήματα έξω από την οικία της, ενώ στη συνέχεια της τα παρέδιδε ο εργαζόμενος στην επιχείρηση του εγκαλούντος, Δ1. Επισημαίνεται, ότι ο μάρτυρας Δ1 στην από 15-5-2006 ένορκη κατάθεση του, επιβεβαιώνει ότι συνήθως την Δευτέρα ή στα μέσα της εβδομάδας, πήγαινε στην οικία της εκκαλούσας και της παρέδιδε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, προκειμένου αυτή να μην αποκαλύψει στη σύζυγο του εγκαλούντος ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση, και να μη δυσφημήσει την επιχείρηση του. Τελικώς, ο εγκαλών κατήγγειλε στο τμήμα Δίωξης Εκβιαστών τα όσα σε βάρος του συνέβαιναν και στις 15-5-2006 προσημειώθηκε το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ (βλ. έκθεση προσημείωσης χαρτονομισμάτων και φωτοτυπίες αυτών). Τα χρήματα παραδόθηκαν στον Δ1, ο οποίος αφού συνάντησε την κατηγορουμένη-εκκαλούσα - έξω από την οικία της, τα παρέδωσε. Έτσι η εκκαλούσα συνελήφθη επ' αυτοφώρω και βρέθηκαν στην κατοχή της τα παραπάνω προσημειωμένα χαρτονομίσματα (βλ. έκθεση έρευνας, κατάσχεσης και απόδοσης αυτών). Η ίδια βέβαια, αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι ο εγκαλών της έστελνε οικειοθελώς κάθε εβδομάδα (120) και εκατόν τριάντα (130) ευρώ με εξαίρεση μία φορά που της έστειλε διακόσια, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για το γεγονός ότι αναγκάστηκε η κατηγορουμένη να αποχωρήσει από την εργασία της, ενώ ταυτόχρονα ήθελε να τη διευκολύνει στην αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων και προβλημάτων υγείας που επικαλείται ότι είχε. Οι αιτιάσεις όμως της προσφεύγουσας δεν ενισχύθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, και αναιρούνται τόσο από την κατάθεση του εγκαλούντα, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα Δ1 όπως προαναφέρθηκε, ενώ αδυνατεί να αιτιολογήσει τη "μεταστροφή" του εγκαλούντος με την υποβολή της σχετικής μηνύσεως και μάλιστα τη στενή συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, προκειμένου να επιτύχουν την αυτόφωρη σύλληψή της με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα εις χείρας της. Από τα προεκτεθέντα σαφώς συνάγεται η προσφεύγουσα με την προαναφερόμενη απειλή προς τον εγκαλούντα και με θέληση να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η ίδια, εξανάγκασε αυτόν, να της καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό σε δεκαέξι (16) τουλάχιστον περιπτώσεις κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 έως στις 15-5-2006. Επήλθε δε σε αυτόν (εγκαλούντα) περιουσιακή ζημία, με την απειλή της αποκάλυψης της εξωσυζυγικής τους σχέσης στη σύζυγο του, αλλά και της βλάβης της επιχείρησης του, δια της δυσφημήσεως αυτού στον επιχειρηματικό του κύκλο. Περαιτέρω οι επανειλημμένες απειλές με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, πρόσφορες να προκαλέσουν φόβο στο μέσο συνετό άνθρωπο και να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου εγκαλούντος, συνοδευόμενες από την μεθοδική και συστηματική (βάσει οργανωμένου σχεδίου προς πορισμό εισοδήματος) απαίτηση της κατηγορουμένης για καταβολή χρηματικού ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ σε εβδομαδιαία βάση, αμέσως μετά την αποχώρηση της από την εργασία της καθώς και ο σκοπός της να χρησιμοποιεί το προαναφερόμενο αποκτώμενο κέρδος για την αντιμετώπιση των οικονομικών τους αναγκών, όπως ίδια εξ άλλου διατείνεται (αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας) σαφώς καταδεικνύουν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος της εκβίασης, καθόσον αβίαστα προκύπτει αφενός σκοπός για πορισμό σταθερού εισοδήματος και αφετέρου ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της και αποσκοπούσαν στη βλάβη της επιχείρησης του τελευταίου και δη στην απορρύθμιση της λειτουργίας της με την τεχνική του όρου έννοια, αφού, εμφανίζοντάς τον ως εργοδότη που εκμεταλλευόταν τη σχέση εξάρτησης με τον υπάλληλό του προκειμένου να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της, στόχο είχαν να προκαλέσουν ηθική βλάβη στην επιχειρηματική του υπόσταση με την έννοια της δυσφήμισης και της προσβολής της καλής του φήμης. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, αναμφίβολα προκύπτει ότι η εκκαλούσα διέπραξε το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με την απειλή (τόσο κατά της τιμής και υπολήψεώς του προσωπικά όσο και) βλάβης της επιχείρησης του εγκαλούντος (385 παρ. 1β, 13 στ, 98 ΠΚ) και επαναδιατύπωσε την κατηγορία ότι η κατηγορουμένη (=αναιρεσείουσα) "στη ....., κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του έτους 2006 ως και τις 15 Μαΐου 2006, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξανάγκασε τον εγκαλούντα,Ψ1, με απειλή βλάβης της επιχείρησης του, αλλά και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου - εγκαλούντος, είναι δε πρόσωπο που διαπράττει την ως άνω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα: Στον παραπάνω τόπο και κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες με τελευταία φορά την 15 Μαΐου 2006, απαίτησε και εξανάγκασε τον Ψ1 να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων [500] ευρώ εβδομαδιαίως και συνολικά το χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων [8.000] ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του, απειλώντας τον με συνεχείς και επαναλαμβανόμενες τηλεφωνικές κλήσεις ότι αν δεν πράξει τούτο θα "καταστρέψει την οικογένεια του" και "θα διαλύσει την επιχείρηση του", θα "του τα φάει όλα", με τη γνωστοποίηση στη σύζυγο του, τη δημοσιοποίηση στον κοινωνικό του περίγυρο αλλά και σε τρίτους από το χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ότι ως εργοδότης της συγκεκριμένης επιχείρησης [εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής], εκμεταλλευόμενος τη σχέση εξάρτησης που η ίδια είχε με αυτόν μετά την πρόσληψη της ως υπαλλήλου στην επιχείρηση του, συνήψε και διατηρούσε μαζί της, καθ' ον χρόνο απησχολείτο εκεί, ερωτική [εξωσυζυγική] σχέση, αποσκοπώντας να βλάψει την επιχείρηση του απορυθμίζοντας την καλή λειτουργία της αλλά και την επαγγελματική του υπόσταση, πλήττοντας την καλή του φήμη ενώπιον των πελατών του, των συνεργατών [προσλαμβανομένων υπαλλήλων] και των συναδέλφων του ίδιου επαγγελματικού χώρου. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της άνω πράξεως και την όλη μεθόδευση που αυτή ακολούθησε [συνεχείς σε εβδομαδιαία βάση τηλεφωνικές ενοχλήσεις με επαναλαμβανόμενες τις παραπάνω απειλές και απαίτηση συστηματικά των συγκεκριμένων παραπάνω χρηματικών ποσών], προκύπτει αφ' ενός μεν σκοπός αυτής προς πορισμό εισοδήματος, εφ' όσον, παρότι άτομο νεαρής ηλικίας [31 ετών] δεν φρόντισε να ανεύρει αλλού εργασία, μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση του εγκαλούντα αλλά προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες, αφ' ετέρου δε όσο και η σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητάς της".


ΙΙΙ) Επειδή ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος και δεν μπορεί να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το δικαστικό συμβούλιο, έτσι ώστε δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. 1560/94, ΑΠ 1880/2005 στο τέλος, ΑΠ 1465/2003, ΑΠ 533/2003, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006 κ.α.). Ο 'Αρειος Πάγος δεν προβαίνει σε έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.
'Ετσι ο ισχυρισμός ότι από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει ο αναιρεσείων προκύπτει αντίθετη κρίση από αυτή που δέχθηκε το συμβούλιο, ανάγεται σε εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (πρβλ. ΑΠ 1615/2005, ΑΠ 942/2005, ΑΠ 33/89, ΑΠ 88/82, ΑΠ 665/81, Μπουρόπουλος Ερμ. ΚΠΟΙΝΔ τομ. β σελ. 195-6).
Επειδή σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) - βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 93/2006 κ.α. και ότι ελήφθησαν υπόψη όλα - βλ. ΑΠ 91/2002, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 2/2004 Ολ., ΑΠ 1/2005 Ολ, ΑΠ 1242/2005 κ.α.-
Δεν απαιτείται όμως να αναφέρεται από ποιό ή ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν τα δεκτά γενόμενα - βλ. ΑΠ 561/2006, ΑΠ 567/2006-.
Επειδή για την κατ' επάγγελμα-κατά συνήθεια τέλεση δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη (βλ. και ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 372/2002), η δε κατ' εξακολούθηση τέλεση σημαίνει επανειλημμένα (βλ. ΑΠ 265/2001, ΑΠ 157/2002, ΑΠ 1303/2003, ΑΠ 1855/2001 κ.α).
'Ετσι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα μπορεί να πληροί συγχρόνως τους όρους του κατ' επάγγελμα-κατά συνήθεια (βλ. Κονταξή ΠΚ υπό 98 σελ. 1226 με παραπομπές) εγκλήματος.
Επειδή ως βλάβη της επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 385 παρ. 1β ΠΚ, νοείται, εκτός από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (στην καλή της λ.χ. φήμη), η οποία μακροπρόθεσμα να εξελιχθεί, βέβαια, σε περιουσιακή (βλ. Μανωλεδάκη - Ερμηνεία κατ' άρθρο των όρων του ειδικού μέρους του ΠΚ (1996) σελ. 145).
Εξ άλλου για την κατ' επάγγελμα - κατά συνήθεια τέλεση δεν απαιτεί εδώ ο νόμος (=άρθρο 385 παρ. 1β ΠΚ) να συνοδεύεται και με συγκεκριμένο όριο χρηματικού ποσού, όπως π.χ. στην απάτη. Τέλος, σε περίπτωση συρροής της παρ. 1 εδ. β, γ, επικρατεί η περίπτωση β ως εκ της ειδικότητας.
V) Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο μεν πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ο δε δεύτερος αβάσιμος.
Ειδικώτερα, διότι ο πρώτος ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος, αφού αποτελείται από ισχυρισμούς ότι αυτά που το συμβούλιο δέχθηκε έρχονται σε αντίθεση, ή άλλως αναιρούνται από τις απολογίες αυτής, την κατάθεση της αδελφής της, το υπ' αριθμ. ..... πιστοποιητικό υγείας που αναφέρεται σ' αυτή, ότι η μήνυση του Ψ1 είναι ψευδής κλπ.
Εξάλλου κατά το σκέλος αυτού που αναφέρεται ότι δεν εκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος, αφού όντως το συμβούλιο εκτίμησε, όπως ρητά αναφέρει, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα, και τις απολογίες της αναιρεσείουσας, χωρίς η τελευταία να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο άλλο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο που δεν εκτίμησε.
Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αυτός είναι αβάσιμος αφού πράγματι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν το έγκλημα για το οποίο χώρησε η παραπομπή και με τη μορφή που αυτή χώρησε, ο δε χαρακτηρισμός αυτού ως κατ' επάγγελμα-κατά συνήθεια δεν στηρίχθηκε μόνον στην κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτού αλλά και σε άλλα στοιχεία (=μεθόδευση, προσωπικότητα).
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 8/2007 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 191/2007 βουλεύματος του συμβουλίου εφετών Θεσσαλονίκης.
Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος της.
Αθήνα 15-4-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 385 παρ. 1 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α' και β', απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποίαν επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου' ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ' επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεώς του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλουμένη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη. Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά τον οποίον στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή δε της περ. β' ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοουμένης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αϋλων αγαθών και καταστάσεων ως φήμη και πελατεία που οργανώθησαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική) και ηθική ζημία (λ.χ. στην καλή της φήμη) η οποία μακροπρόθεσμα δύναται να εξελιχθεί σε περιουσιακή ζημία, αυτό ωστόσο δεν είναι αποτιμητό μέγεθος κατά τον χρόνο της προσβολής. Η βλάβη μπορεί να συνίσταται και στην απορρύθμιση της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οπότε έχει την τεχνική έννοια του όρου.
Εξάλλου, για την συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τοιούτος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.
Τέλος, η εκβίαση τελείται κατ' εξακολούθηση κατ' άρθρον 98 παρ. 1 ΠΚ, όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για τις οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση δε αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (98), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στο παραπεμπτικό βούλευμα από την παραδοχή ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έτι περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοιν.Δ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως όμως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ως και η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα υπ' αριθ. 191/2007 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απερρίφθη η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 948/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο, συντρεχουσών σοβαρών ενδείξεων, παρεπέμφθη να δικασθεί αυτή για εκβίαση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αφού επαναδιετυπώθη το διατακτικό με την συμπλήρωση της παραπεμπτικής διατάξεως του πρωτοδίκου βουλεύματος. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το μεν με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, το δε με δικές του σκέψεις και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, εδέχθη (ότι απεδείχθησαν), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ1 διατηρεί εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στην οδό ... στον ... Θεσσαλονίκης. Από το έτος 2004 έως και τον Ιανουάριο 2006, εργαζόταν περιστασιακά στην επιχείρησή του η κατηγορουμένη Χ1 με την οποία ο εγκαλών είχε συνάψει ερωτική σχέση. Η σχέση αυτή διεκόπη και η κατηγορουμένη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της τον Ιανουάριο του έτους 2006. Έκτοτε η κατηγορουμένη, ήτοι από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 και μέχρι την σύλληψή της στις 15-5-2006, απαιτούσε από τον εγκαλούντα να της καταβάλει διάφορα χρηματικά ποσά, περί τα πεντακόσια (500) ευρώ εβδομαδιαίως, απειλώντας τον, ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα αποκαλύψει στην σύζυγό του και θα δημοσιοποιήσει στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, ότι διατηρούσαν εξωσυζυγική σχέση. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα απειλούσε κυρίως τηλεφωνικώς τον εγκαλούντα ότι "θα τινάξει την οικογένειά του στον αέρα, θα διαλύσει την επιχείρησή του και θα του τα φάει όλα". Έτσι, ο εγκαλών, με την προαναφερόμενη απειλή περιήλθε σε ανησυχία, και εξαναγκάσθηκε να της καταβάλει συνολικά το ποσόν των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ. Αρχικά της πήγαινε ο ίδιος τα χρήματα έξω από την οικία της, ενώ στη συνέχεια της τα παρέδιδε ο εργαζόμενος στην επιχείρηση του εγκαλούντος, Δ1. Επισημαίνεται, ότι ο μάρτυρας Δ1 στην από 15-5-2006 ένορκη κατάθεσή του επιβεβαιώνει ότι συνήθως την Δευτέρα ή στα μέσα της εβδομάδας, πήγαινε στην οικία της εκκαλούσας και της παρέδιδε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, προκειμένου αυτή να μην αποκαλύψει στη σύζυγο του εγκαλούντος ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση, και να μη δυσφημήσει την επιχείρηση του. Τελικώς, ο εγκαλών κατήγγειλε στο τμήμα Δίωξης Εκβιαστών τα όσα σε βάρος του συνέβαιναν και στις 15-5-2006 προσημειώθηκε το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ (βλ. έκθεση προσημείωσης χαρτονομισμάτων και φωτοτυπίες αυτών). Τα χρήματα παραδόθηκαν στον Δ1, ο οποίος, αφού συνάντησε την κατηγορουμένη-εκκαλούσα έξω από την οικία της, τα παρέδωσε. Έτσι η εκκαλούσα συνελήφθη επ' αυτοφώρω και βρέθηκαν στην κατοχή της τα παραπάνω προσημειωμένα χαρτονομίσματα (βλ. έκθεση έρευνας, κατάσχεσης και απόδοσης αυτών). Η ίδια, βέβαια, αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι ο εγκαλών της έστελνε οικειοθελώς κάθε εβδομάδα (120) και εκατόν τριάντα (130) ευρώ, με εξαίρεση μία φορά που της έστειλε διακόσια, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για το γεγονός ότι αναγκάστηκε η κατηγορουμένη να αποχωρήσει από την εργασία της, ενώ ταυτόχρονα ήθελε να διευκολύνει στη αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων και προβλημάτων υγείας που επικαλείται ότι είχε. Οι αιτιάσεις όμως της προσφεύγουσας δεν ενισχύθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, και αναιρούνται τόσο από την κατάθεση του εγκαλούντα, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα Δ1, όπως προαναφέρθηκε, ενώ η κατηγορουμένη αδυνατεί να αιτιολογήσει την "μεταστροφή" του εγκαλούντος με την υποβολή της σχετικής μηνύσεως και μάλιστα τη στενή συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές προκειμένου να επιτύχουν την αυτόφωρη σύλληψή της με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα εις χείρας της. Από τα προεκτεθέντα σαφώς συνάγεται ότι η προσφεύγουσα με την προαναφερομένη απειλή προς τον εγκαλούντα και με θέληση να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η ίδια, εξανάγκασε αυτόν, να της καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό σε δεκαέξι (16) τουλάχιστον περιπτώσεις κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 έως τις 15-5-2006. Επήλθε δε σε αυτόν (εγκαλούντα) περιουσιακή ζημία, με την απειλή της αποκάλυψης της εξωσυζυγικής τους σχέσης στη σύζυγό του, αλλά και της βλάβης της επιχείρησής του, δια της δυσφημήσεως αυτού στον επιχειρηματικό του κύκλο. Περαιτέρω, οι επανειλημμένες απειλές της εκκαλούσας κατηγορουμένης υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο, πρόσφορες να προκαλέσουν φόβο στο μέσο συνετό άνθρωπο και να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου εγκαλούντος, συνοδευόμενες από τη μεθοδική και συστηματική [βάσει οργανωμένου σχεδίου προς πορισμό εισοδήματος) η απαίτηση της κατηγορουμένης για καταβολή χρηματικού ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ σε εβδομαδιαία βάση, αμέσως μετά την αποχώρησή της από την εργασία της καθώς και ο σκοπός της να χρησιμοποιεί το προαναφερόμενο αποκτώμενο κέρδος για την αντιμετώπιση των οικονομικών τους αναγκών, όπως η ίδια εξ άλλου διατείνεται (αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και προβλήματα υγείας), σαφώς καταδεικνύουν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του αδικήματος της εκβίασης, καθόσον αβίαστα προκύπτει, αφενός σκοπός για πορισμό σταθερού εισοδήματος και αφετέρου ροπή για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της κατηγορουμένης, η οποία αποσκοπούσε στη βλάβη της επιχείρησης του εγκαλούντος και δη στην απορρύθμιση της λειτουργίας της με την τεχνική του όρου έννοια, αφού, εμφανίζοντάς τον ως εργοδότη που εκμεταλλευόταν τη σχέση εξάρτησης με τον υπάλληλό του προκειμένου να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της, στόχο είχαν να προκαλέσουν ηθική βλάβη στην επιχειρηματική του υπόσταση με την έννοια της δυσφήμισης και της προσβολής της καλής του φήμης. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΟΙΝΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 385 παρ. 1 α και β ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης εκκαλούσης, τα οποία και ελήφθησαν υπόψη όλα, ανεξαιρέτως εάν εξαίρονται μερικά (κατάθεση Δ1) προσδιορίζεται η απειλή, υπό την μορφή του εξαναγκασμού στην πράξη, εντεύθεν δε η κάμψη της βουλήσεως του εγκαλούντος προς τον οποίον απευθύνεται, προς δε η εξ αιτίας αυτής υπόταξη και συμμόρφωση του τελευταίου προς την κατά τα άνω εκδηλωθείσα συμπεριφορά της υπαιτίου κατηγορουμένης - εκκαλούσης αναιρεσειούσης, ορίζεται το περιουσιακό όφελος αυτής και η γνώση της ότι αυτό δεν αποτελεί νόμιμη αξίωσή της κατά του εγκαλούντος πρώην εργοδότου της, εκτίθενται τα περιστατικά, τα οποία συνιστούν την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως της εκβιάσεως, αιτιολογείται δε η κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής και είναι προφανής από τα εκτεθέντα η ταυτότητα του δόλου των αυτοτελών μερικοτέρων πράξεων κατά το κατηγορούμενο διάστημα, στις οποίες ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος, ως ανωτέρω ανεφέρθη.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα, υποστηρίζων τα αντίθετα κατά τις επί μέρους αιτιάσεις και δη ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ότι δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κατ' επάγγελμα έγκλημα τελούμενο κατ' εξακολούθηση και συνεπώς το βούλευμα έχει αντιφατική αιτιολογία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα του αμέσως προαναφερθέντος λόγου, δηλαδή της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρεί αντίθετη, από εκείνη που εδέχθη το Συμβούλιο, αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και επικαλείται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με αμφισβήτηση της κρίσεως του συμβουλίου για συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, όπως της από 16.5.2006 προανακριτικής της αναιρεσειούσης απολογίας, της από 19.5.2006 ενόρκου καταθέσεως της αδελφής της Χ1, της από 18.5.2006 απολογίας αυτής (κατηγορουμένης) στην ανακρίτρια, του υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικού του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Ψ.Ν. Θεσσαλονίκης, διότι ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα εδέχθη εκβίαση, καίτοι δεν διεπιστώθη αυτή. Ο λόγος αυτός, με τις άνω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.3.2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 191/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή