Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 850 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 850/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, για αναίρεση της 785/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1489/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 § 1 εδαφ. γ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος ιδρύει λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως στις περιπτώσεις εκείνες που υποχρεωτικά την επιτάσσει ο νόμος. Τοιαύτη περίπτωση προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 §§ 1 και 3 του ΝΔ 136/1946 "περί Αγορανομικού Κώδικος" κατά την οποίαν "ο κύριος του δείγματος ή ο εξ ου αγόρασε τρίτος τούτο, δύναται να υποβάλη έφεσιν κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως επιδιδομένην εντός 48 ωρών από της εις εκάτερον των ενδιαφερομένων επιδόσεως. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκηση ταύτης αναστέλλει την διαδικασίαν της ποινικής διώξεως". Κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του Νομοθετικού Διατάγματος 136/1946 "περί Αγορανομικού Κώδικος" και των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση νόμου και καθορίζουν τη διαδικασία λήψεως δειγμάτων για χημική εξέταση, τη διαδικασία και τον τρόπον της εξετάσεως αυτών σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ανάγονται στην προδικασία της σχετικής με τα αγορανομικά αδικήματα ποινικής διώξεως και οι από την παραβίασή τους ακυρότητες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, κατά το προμνημονευόμενο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Εξάλλου, όπως προκύπτει, από τις αυτές ως άνω διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικος και των εκδοθεισών κατ' εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικών Αποφάσεων μετά γνώμη του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου (ΑΧΣ 1166/1993, αρ. 12-13, 19, 20 του Κώδικος Τροφίμων και Ποτών (ΥΑ 1100/87), κατ' εξαίρεση, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά, διότι η αρμοδία χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο ληφθέντα δείγματα, εφόσον δε προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικος περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπομένης εφέσεως, στην εξέταση του δευτέρου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος δείγματος. Τα υγρά καύσιμα εξετάζονται με την ως άνω διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην 548/1998 ΥΑ Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ 127/18-2-1999) "Υγρά καύσιμα - Εξέταση με τη διαδικασία των ευαλλοιώτων ειδών".
Συνεπώς και επί υγρών καυσίμων δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος, καθόσον η εξέταση του δευτέρου δείγματος γίνεται αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως εφέσεως από τον ενδιαφερόμενο, εφόσον ο κάτοχος του δείγματος δηλώσει εγγράφως στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ότι επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του δευτέρου δείγματος. Οι δειγματίζουσες δε Αρχές πρέπει να παραδόσουν εντός τριών εργασίμων ημερών το αργότερο τα λαμβανόμενα υπ αυτών δείγματα στις πλησιέστερες Χημικές Υπηρεσίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικος. Τυχόν ακυρότητα της δειγματοληψίας, διότι παραβιάστηκε η προθεσμία αυτή, είναι σχετική και αφορά την προδικασία, δεδομένου ότι ανάγεται στον τρόπο εξετάσεως του δείγματος, και, επομένως, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τοιούτου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ιδίου Κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την προσβαλλομένη 785/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως εφετείο, κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεων των άρθρων 30 παρ. 12, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 παρ. 4, Ν.Δ. 136/46 (νόθευση καυσίμων) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών με τριετή αναστολή, ζητεί, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως του, την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο "α) με αντιφατικές και αυθαίρετες παραδοχές απέρριψε ένσταση αυτού για απαράδεκτο της εις βάρος του ποινικής διώξεως, την οποία, όπως ισχυρίζεται προέβαλε τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην κατ' έφεση δίκη, για το λόγο ότι ουδέποτε του επεδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος ώστε ν' ασκήσει κατ' αυτού έφεση και β) με αυθαίρετη και διασταλτική ερμηνεία της ΥΑ 548/1998 κοινής ΥΑ (Οικονομικών και Ανάπτυξης) απέρριψε τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι "σαν τέτοια "ευαλλοίωτα" έπρεπε τα δείγματα να σταλούν στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών και να εξετασθούν αμέσως". Ειδικότερα, οι προσβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής: "Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 27 και 29 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), όπως ισχύει, προκύπτουν τα εξής: Ο κύριος του εξετασθέντος δείγματος του ελεγχόμενου είδους έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του αποτελέσματος της εξετάσεως του δείγματος εντός προθεσμίας 48 ωρών από της επιδόσεως σ' αυτόν του αποτελέσματος της πρώτης εξετάσεως. Η προθεσμία της εφέσεως και η άσκησή της αναστέλλει τη διαδικασία της ποινικής διώξεως...Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν απαιτείται η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως στον ενδιαφερόμενο, αν πρόκειται για ευαλλοίωτα τρόφιμα και ποτά (όπως είναι τα καύσιμα), διότι η αρμόδια χημική υπηρεσία, η οποία επιλαμβάνεται τάχιστα της χημικής εξετάσεως του πρώτου από τα δύο ληφθέντα δείγματα, εφόσον δεν προκύπτει ότι το εξετασθέν δείγμα είναι νοθευμένο ή ακατάλληλο προς βρώση και ότι γενικώς δεν πληροί τους όρους των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί τροφίμων, ποτών κ.λ.π. προβαίνει αυτεπαγγέλτως και άνευ ασκήσεως από τον ενδιαφερόμενο της προβλεπόμενης εφέσεως, στην εξέταση του δεύτερου δείγματος, εκτός εάν στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ρητώς αναγράφεται από τον ενδιαφερόμενο ότι δεν επιθυμεί την κατ' έφεση εξέταση του ληφθέντος δείγματος. Περαιτέρω, από την κατάθεση του μάρτυρα, σε συνδυασμό με την κάτωθι εκτιθέμενη διάταξη, αποδεικνύεται ότι το πετρέλαιο δεν είναι ευαλλοίωτο αλλά, απλώς, λαμβάνεται δείγμα με αυτήν την διαδικασία. Ο σκοπός της προεκτεθείσας υπό Ι. γ διάταξης (ΥΑ 548/1998) είναι να διενεργηθεί η διαδικασία γρήγορα, ως να είναι ευαλλοίωτο είδος, όχι όμως ότι εντός ολίγων ημερών είναι δυνατόν να υποστεί αλλοίωση, όπως γίνεται με τα ευαίσθητα τρόφιμα και ποτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το δείγμα (142) λήφθηκε την 3-10-2000 και απεστάλη στη Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών του Πειραιά με πρωτόκολλο.... Η έκθεση χημικής εξέτασης φέρει ημερομηνία ... και επανεξέτασης, ενώπιον του ιδιώτη χημικού ... που όρισε ο κατηγορούμενος, 1-11-2000. Το αποτέλεσμα αυτό γνωστοποιήθηκε στην κυρία της επιχείρησης με το με αριθμό ...έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης, Τμήμα Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, που του επεδόθη την 6-12-2000, όπως αποδεικνύεται από το με την ως άνω ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου της.... Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τίθενται από την προεκτεθείσα διάταξη. Ειδικότερα, η δειγματίζουσα Αρχή παρέδωσε το ληφθέν δείγμα αυθημερόν στην αρμόδια Χημική Υπηρεσία, και αυτή προέβη αμέσως στη σχετική εξέταση και επανεξέταση. Το γεγονός ότι μεσολάβησαν ορισμένες ημέρες από την παραλαβή του δείγματος έως την εξέταση και επανεξέταση του δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή του νόμου να γίνουν αυτές αμέσως, λαμβανομένων υπόψη του προεκτεθέντος, ότι το καύσιμο δεν αλλοιώνεται εντός ολίγων ημερών και ο νομοθέτης δεν αναγνώρισε τα καύσιμα ως ευαλλοίωτα, απλώς εξομοίωσε τη διαδικασία εξέτασης τους με αυτά, και εσκόπευσε στην κατά το δυνατόν επιτάχυνση της διαδικασίας εξέτασης. Η πάροδος λίγων ημερών δεν σημαίνει ότι παραβιάστηκε η επιταγή αυτή του νόμου, όπως αβάσιμα επικαλείται ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου φόρτου εργασίας των υπηρεσιών αυτών. Εξάλλου, ουδεμία βλάβη ήταν δυνατόν να υποστεί ο κατηγορούμενος από την πάροδο λίγων ημερών, διότι τα καύσιμα δεν αλλοιούνται εντός τόσο μικρού χρονικού διαστήματος, βλάβη την οποία, σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν επικαλείται.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου". II. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος "υπέβαλε προφορικά τις παρακάτω ενστάσεις: 1.Ένσταση απαραδέκτου της έγκλησης. 2. Ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας και 3. Ένσταση εκκρεμοδικίας". Με το ως άνω περιεχόμενο οι ανωτέρω ενστάσεις- ισχυρισμοί είναι παντελώς αόριστοι. Ειδικότερα η σχετιζομένη με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως "ένσταση επί της διαδικασίας της δειγματοληψίας", είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν, και ουδόλως εξ αυτής προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε προτείνει ένσταση περί απαραδέκτου της σε βάρος του ασκηθείσης ποινικής διώξεως, για το λόγο ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης εξετάσεως του δείγματος, ούτε άλλωστε αναφέρονται οποιοιδήποτε λόγοι ακυρότητας της γενομένης δειγματοληψίας. Το Τριμελές, επομένως, Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς- ενστάσεις του αναιρεσείοντος, ως εκ περισσού δε απήντησε σε αυτούς με την προαναφερομένη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής των ως άνω ισχυρισμών του αποφάσεως του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως τούτων οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος εκτιμώμενες και ως λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 περ Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως (171 παρ.1γ του ΚΠΔ) είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα ο λόγος ότι δεν του επεδόθη το αποτέλεσμα της εξετάσεως του δείγματος υγρών καυσίμων, ώστε να αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως από αυτόν κατά του ως άνω αποτελέσματος και κατά συνέπεια το δικαστήριο έπρεπε να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του, και, εφόσον δεν έπραξε αυτό, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν ετηρήθησαν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως, είναι αβάσιμος, διότι επί υγρών καυσίμων, όπως και επί των ευαλλοιώτων τροφίμων, δεν απαιτείται, όπως προανεφέρθη, η επίδοση του αποτελέσματος της εξετάσεως του πρώτου δείγματος. Εξάλλου, ως προς την δεύτερη ένσταση, όπως επίσης ανεφέρθη, η τυχόν ακυρότητα που δημιουργείται από την παρέλευση της τριήμερης προθεσμίας για την αποστολή των δειγμάτων στην Διεύθυνση Χημικών Υπηρεσιών εντός τριών (3) ημερών, προκειμένου να εξετασθούν αμέσως, αφορά την προδικασία και δεν ιδρύει λόγον αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του αβασίμου του ισχυρισμού αυτού για τους διαλαμβανομένους στην προαναφερομένη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία απερρίφθη ο εν λόγω ισχυρισμός. Τέλος, η προβαλλομένη με την αίτηση αναιρέσεως αιτίαση, ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως "παρατίθενται συλλήβδην οι σχετικές με την δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεις" και "δεν προκύπτει προς ποιες εξ αυτών δεν συμμορφώθηκα ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος", είναι απορριπτέα, αφού ούτε η παράθεση επιπλέον διατάξεων, ούτε η παράλειψη της παραθέσεως των σχετικών διατάξεων για παράβαση των οποίων κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, ιδρύει λόγον αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατεδικάσθη για παράβαση των ρητώς αναφερομένων στην απόφαση διατάξεων, καθόσον σε δείγμα πετρελαίου κίνησης που ελήφθη από το αναφερόμενο στην απόφαση πρατήριό του, διεπιστώθη ότι ήταν μη κανονικό ως νοθευμένο με το αναφερόμενο στην απόφαση μίγμα και διότι νόθευσε είδος βιοτικής ανάγκης, δηλαδή προωριζόμενο για πώληση πετρέλαιο κίνησης, όπως οι πράξεις αυτές με σαφήνεια περιγράφονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι για παράβαση των σχετικών με τη δειγματοληψία και τον έλεγχο των υγρών καυσίμων διατάξεων, όπως αβασίμως αυτός αιτιάται. III. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 785/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή