Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1703 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματεμπορία.




Περίληψη:
Απλή συνέργεια σε σωματεμπορία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα. Λόγοι: α) έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, β) λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μετέπειτα κατηγορουμένων και έτσι επήλθε ακυρότητα, γ) το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του διότι δεν ερεύνησε όλους τους λόγους έφεσης. Απορρίπτει αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1703/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1443/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1698/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 33/29-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 3863/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών και την Χ1 για απλή συνέργεια σε σωματεμπορία κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, με αυτουργό τον Χ2, ειδικώτερα δε διότι: "Στην Αθήνα....α) στο χρονικό διάστημα από την 27-11-2000 έως και την 17-2-2005 φιλοξένησε στην επί της οδού ..... οικία της στην Αθήνα, αόριστο αριθμό αλλοδαπών γυναικών και σε κάθε περίπτωση τις Γ1, Γ2 και Γ3, οι οποίες εν συνεχεία προωθούνταν στην πορνεία από τον Χ2 και β) προσέφερε τις υπηρεσίες της ως διερμηνέας κατά τη σύνταξη των ψευδών κατά το περιεχόμενό τους πράξεων αναγνώρισης τέκνου και στους χρόνους που αναφέρονται" και (τις οποίες πράξεις αναγνώρισης) που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Η1 - 351 § § 2,1,4 δ Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 8 ν.3064/2002, 94 § 1, 98 § 1, 41 § 1 Π.Κ.- Η κύρια δε πράξη του Χ2 συνίσταται στο ότι αυτός " 1α) Στην Αθήνα, στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, απέσπασε τη συναίνεση προσώπων, παρασύροντας τα και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα , με σκοπό να προβεί ο ίδιος στη γενετήσια εκμετάλλευση τους . Στις πράξεις δε αυτές προέβαινε κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο απέσπασε τη συναίνεση α) της Γ4, για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005 , β) της Γ5, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2003 έως τον Ιούνιο του ίδιου έτους καθώς και για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο 2004 έως και την 17-2-2005, γ) της Γ6 ,για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005 , δ) της Γ3, για το χρονικό διάστημα από 23-6-2003 έως και την 17-2-2005, ε) της Γ7, για το χρονικό διάστημα από 27-11-2000 έως και την 17-2-2005, στ.)της Γ1 ,για το χρονικό διάστημα από 27-11-2000 έως και την 17-2-2005, ζ) της Γ8 για το χρονικό διάστημα από 8-7-2004 έως και την 17-2-2005, η) της Γ9 ,για το χρονικό διάστημα από 4-6-2004 έως και την 17-2-2005, θ) της Γ10, για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2004 έως και την 17-2-2005, ι) της Γ11 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005, κ) της Γ12, για το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2004 έως την 8-2-2005, λ) της Γ13 για το χρονικό διάστημα από 23-11-2001 έως και την 25-10-2002 και μ) της Γ14 για το χρονικό διάστημα από 23-12-2001 έως και την 31-10-2002, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήταν αλλοδαπές, δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, δεν έβρισκαν άλλη" δουλειά ούτε και διέθεταν χρήματα για την επιβίωση τους, είχαν δε μόλις έρθει στην Ελλάδα, τους υποσχέθηκε ότι αν εργαστούν ως πόρνες γι' αυτόν στους οίκους ανοχής που διέθετε από κοινού με τον Χ3 , θα φρόντιζε, πράγμα που και έκανε, για την νόμιμη παραμονή τους στη χώρα ενώ για κάθε ερωτική τους συνεύρεση θα τους απέδιδε κατά κανόνα από τα είκοσι (20) ευρώ που θα εισέπρατταν από ποσό των τριών (3) ευρώ, το οποίο ήταν για τις αλλοδαπές - θύματα του αρκετά σημαντικό ποσό. Σκοπός του δε ήταν η γενετήσια εκμετάλλευση των γυναικών αυτών ενώ τις ανωτέρω πράξεις τελούσε κατ' επάγγελμα, ήτοι επανειλημμένως ενώ είχε αναπτύξει και την υποδομή, που συνίστατο στην οργάνωση πέντε οίκων ανοχής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος από τη ανωτέρω δραστηριότητα".
Κατά του άνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις οι Χ2........ Χ1...... και δη η τελευταία την υπ'αριθμ. 40/2007, οι οποίες και απερρίφθησαν ως αβάσιμες στην ουσία τους με το υπ'αριθμ. 1443/2007 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, εκτός τούτου, έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη για μερικώτερες πράξεις της σωματεμπορίας κατά των ανωτέρω (αυτουργού-απλού συνεργού) για το χρονικό διάστημα μέχρι 21-5-2002 και επαναδιατύπωσε, την κατ'αυτών κατηγορία.
Συγκεκριμένα το ανωτέρω συμβούλιο έκρινε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι: "Από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αλλά και την προηγηθείσα αυτής αυτεπάγγελτη προανάκριση (άρθρ. 243 παρ.2 ΚΠΔ) αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα, εν συνδυασμό και προς τις απολoγίες τωv κατηγορουμένων και των συγκατηγορουμένων τους που δεν άσκησαν εφέσεις κατά του ως άνω αναφερομένου παραπεμπτικού βουλεύματος, προέκυψαν τα κάτωθι εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά: Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στις 14-7-2004 περιήλθε έγγραφη ανώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εκκαλών Χ2 λειτουργούσε στην Αθήνα, στην οδό ..... οίκο ανοχής στο όνομα της Ζ1 ήδη θανούσης, στον οίκο δε αυτόν εργάζονταν γυναίκες στερούμενες αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος. Ακριβώς δε απέναντι από τον οίκο αυτόν, στην οδό ...., σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της εκεί ευρισκομένης πολυκατοικίας, ήταν η κατοικία του ανωτέρω Χ2, στην οποία εκρατούντο οι ιερόδουλες παρά τη θέληση των. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την Γ2004/2775/12-7-2004 παραγγελία του προς το Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως προς διακρίβωση της αληθείας ή μη των καταγγελλομένων. Ήδη δε από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004, η καταγγελία αυτή, είχε περιέλθει τηλεφωνικά και στο Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής. Από την διενεργηθείσα από αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών έρευνα προέκυψε, ότι σε κτίριο στην οδό ..... λειτουργούσαν δύο οίκοι ανοχής, ένας στο ισόγειο και έτερος στον πρώτο όροφο. (Βλ. σχετ. την από 1-12-2004 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Ανθυπαστυνόμου Β1). Τον οίκο του ισογείου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Ζ1, γεννηθείσα στις 24-2-1954 στο Καζακστάν, κάτοικος ...... Αττικής(οδός .....), θανούσα ήδη από τις 3-2-2004, (σχετ. η κατάθεση του ως άνω αστυνομικού), ενώ τον οίκο του πρώτου ορόφου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Γ7, γεν. στις 23-3-1975 στο Καζακστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός .....). Η Γ7 ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 9-6-1999 από το Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Από δε το Αρχείο του Τμήματος Ηθών προέκυπτε ότι στον οίκο ανοχής του ισογείου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ7 (φερομένη ως λειτουργούσα σύμφωνα με τα προλεχθέντα τον οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου) καθώς και η Γ14, γεν. στις 8-1-1969 στη Ρωσία, κάτοικος Αθηνών, στην οδό ...... (ως η ....), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 15-4-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Στον δε οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ14 καθώς και οι: Γ1, γεν. στις 24-11-1973 στην Ουκρανία, κάτοικος Αθηνών (οδός .......), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την ...... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 11-3-2002 από τον Δήμο Αθηναίων ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού, η Γ5 , γενν. στις 6-3-1976 στη Λευκορωσία, κάτοικος Αθηνών (οδός ....), εφοδιασμένη με την .... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 12-8-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού και η Γ15, γενν. στις 25-8-1982 στο Ουζμπεκιστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός .....), η οποία είχε καταθέσει δικαιολογητικά για χορήγηση πολιτικού ασύλου. Περαιτέρω από έρευνα των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ηθών προέκυψε ότι ο Χ2 διέμενε στην οδό .... και στην οδό ......, ήτοι δηλαδή στις ίδιες διευθύνσεις με τις παραπάνω αλλοδαπές. Προέκυψε επίσης ότι οι ως άνω αναφερόμενες αλλοδαπές είχαν λάβει άδεια παραμονής στην ημεδαπή ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών, δυνάμει συμβολαιογραφικών πράξεων εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων, οι οποίες είχαν συνταχθεί στον ίδιο συμβολαιογράφο, Η1, κάτοικο Αθηνών (οδός .....)..... Περαιτέρω από την διενεργηθείσα στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως έρευνα, προέκυψε ότι στον ίδιο ως άνω αναφερόμενο συμβολαιογράφο είχαν συνταχθεί και άλλες πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες αυτές εν συνεχεία χρησιμοποίησαν προκειμένου να εφοδιασθούν με άδειες παραμονής στην Ελλάδα, ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών και δη οι κάτωθι πράξεις........(και δη) ......οι πράξεις εκουσίας αναγνώρισης ανηλίκων τέκνων των Γ1, Γ7, Γ11, Γ9, Γ10, KΓ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12, Γ8, Γ6, Γ16 και Γ14, συνετάγησαν επί τη βάσει πλαστών πιστοποιητικών γεννήσεως......................
...............Από τις παραπάνω δε πράξεις αναγνωρίσεως συνάγεται ότι οι περισσότερες των αλλοδαπών γυναικών, των φερομένων ως μητέρων ανηλίκων τέκνων που απέκτησαν δήθεν από σχέση τους με ημεδαπούς, δήλωσαν κατά τη σύνταξη των πράξεων ως τόπο κατοικίας των, την οδό ....., ή την οδό ....., Αθήνα, ήτοι τον τόπο κατοικίας του Χ2 (βλ. σχετ. πράξεις εκούσιας αναγνωρίσεως που αφορούν τις Γ1, Γ7, Γ11, Γ10, Γ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12). Περαιτέρω από τις απολογίες ορισμένων από τις ανωτέρω αλλοδαπές, τις ληφθείσες στα πλαίσια της αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, εν συνδυασμώ και προς τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ2 είχε εγκαταστήσει τις γυναίκες αυτές στις ανωτέρω οικίες (... και .....) όπου ο ίδιος διέμενε και προκειμένου να εξασφαλίσει τη νόμιμη παραμονή των γυναικών αυτών στην Ελλάδα, φρόντιζε πριν λήξει η VISA τους, να εντοπίζει σε χώρους ναρκομανών, Έλληνες ναρκομανείς ή ευρισκομένους σε κακή οικονομική κατάσταση στους οποίους υποσχόταν χρήματα (από πενήντα έως διακόσιες χιλιάδες δραχμές) και τους οδηγούσε στον συμβολαιογράφο Η1 όπου συντάσσονταν πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως ανηλίκων τέκνων που αυτές δήθεν είχαν αποκτήσει από τις εκτός γάμου σχέσεις των με τους ημεδαπούς αυτούς, επί τη βάσει των οποίων οι αλλοδαπές αποκτούσαν εν' συνεχεία άδειες παραμονής. Ο Χ2 επικολλούσε στα διαβατήρια των αλλοδαπών γυναικών φωτογραφίες ανηλίκων παιδιών, τα οποία δεν ήταν παιδιά των γυναικών αυτών, τούτο δε έπραττε για να επιδεικνύουν αυτές το διαβατήριο με το ανήλικο, δήθεν δικό τους παιδί, στους αστυνομικούς που διενεργούσαν ελέγχους αλλοδαπών και να βεβαιώνεται ότι αυτές ήσαν μητέρες ημεδαπών ανηλίκων και παρέμεναν νόμιμα στη χώρα. Ορισμένες δε αλλοδαπές τις προέτρεπε να κρατούν στην αγκαλιά τους ένα μικρό ανήλικο, και να κυκλοφορούν με αυτό στα μαγαζιά της περιοχής που διέμεναν ώστε να δουν οι περίοικοι ότι έχουν παιδιά. Αφού αποκτούσαν άδειες παραμονής, κατέθεταν εν συνεχεία αίτηση για να χαρακτηριστούν ιερόδουλες και ο Χ2 λόγω της ευάλωτης θέσης που είχαν περιέλθει, των εγγράφων τους που είχε στην κατοχή του, την παροχή στέγης, τροφής ως ωφελημάτων, τις ανάγκαζε ή αποσπούσε τη συναίνεσή τους προκειμένου να εργάζονται στους οίκους ανοχής του και νοίκιαζε σπίτια όπου τις εγκαθιστούσε ομαδικά. Μάλιστα σε πολλές γνώριζε ότι είναι υποχρεωμένες, αφού τις είχε εφοδιάσει με άδειες παραμονής, να δουλεύουν ως ιερόδουλες για τους οίκους ανοχής του και τους υποσχόταν ότι θα ελάμβαναν τρία (3) ευρώ για κάθε πελάτη, ποσό που θα έπαιρναν συνολικά στο τέλος της συνεργασίας τους, ενώ τους χορηγούσε λίγα χρήματα για την κάλυψη των μικροεξόδων τους. Ορισμένες, μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος τις τοποθετούσε στους οίκους ως εκμεταλλεύτριες αυτών και αύξαινε το ποσοστό συμμετοχής τους στα κέρδη. Εξετασθείσες οι εννέα(9) από τις δεκατέσσερις (14) αλλοδαπές που τους είχε βγάλει άδειες παραμονής με αναγνωρισμένα τέκνα, παραδέχτηκαν ότι οι πράξεις αυτές είναι ψευδείς κατά περιεχόμενο, αφού δεν είχαν αποκτήσει παιδιά με τους ημεδαπούς, τους φερομένους ως πατέρες των παιδιών αυτών, τα δε πιστοποιητικά γεννήσεως ήσαν πλαστά. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσαν και πέντε από τους ημεδαπούς που αναγνώρισαν τέκνα που ουδέποτε απέκτησαν με τις αλλοδαπές και οι οποίοι κατέθεσαν ότι τους πλησίασε ο Χ2 και με την παροχή χρημάτων τους έπεισε να προβούν στις παραπάνω ψευδείς δηλώσεις αναγνωρίσεως τέκνων.........................
Ο Χ2 επομένως προκύπτει ότι απέσπασε τη συναίνεση των αλλοδαπών γυναικών παρασύροντας αυτές, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στην γενετήσια εκμετάλλευσή τους, κατ' επάγγελμα, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα: .......
Υπό τα δεδομένα αυτά προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2 για την αξιόποινο πράξη της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατ' εξακολούθηση, εφόσον τέλεσε επανειλημμένα την πράξη αυτή προκειμένου να πορίζεται εισόδημα, και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την εν λόγω πράξη........ Ο συμβολαιογράφος Η1 αρνήθηκε κάθε συμμετοχή του στις πράξεις του πελάτη του Χ2, και ισχυρίστηκε ότι όλα εκεί γίνονταν νόμιμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προσκομίζονταν, μη έχοντας τη δυνατότητα να ελέγξει τη γνησιότητα τους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις απολογίες των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών προκύπτει ότι αυτός γνώριζε την εγκληματική δραστηριότητα του Χ2 αφού ορισμένες από τις πράξεις αυτές συντάσσονταν χωρίς να διαβάζονται και να μεταφράζονται συγχρόνως από διερμηνέα, είναι δε βέβαιον ότι και ο μετρίας εμπειρίας συμβολαιογράφος θα αρνούταν να προβεί στη σύνταξη τόσου μεγάλου αριθμού πράξεων εκούσιας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών από ημεδαπούς, επί τη βάσει πιστοποιητικών γεννήσεως της ίδιας κοινότητος του νομού Ομσκ Ρωσίας, όπως επίσης και να προβαίνει στη σύνταξη τοιούτων πράξεων επί τη βάσει δηλώσεων του ιδίου προσώπου, σε ορισμένες περιπτώσεις, φερομένου να έχει αποκτήσει παιδιά από τις σχέσεις του με διαφορετικές αλλοδαπές και να. αναγνωρίζει αυτά. Επί πλέον τον μέτριο, συνετό συμβολαιογράφο θα προβλημάτιζε και το γεγονός ότι τις αλλοδαπές οδηγούσαν στο συμβολαιογραφείο τα ίδια πρόσωπα (Χ2-Χ1). Εξ άλλου ο Δ1, που προέβη σε εκούσια αναγνώριση τέκνου, ισχυρίζεται στην απολογία του ότι κατά τη σύνταξη της σχετικής πράξεως βρισκόταν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών. ................ O Χ2 ήταν κάτοχος των τηλεφωνικών συνδέσεων ......, ...... και ..... οι οποίες λειτουργούσαν στην οδό ...... στην Αθήνα. Από διασταύρωση μέσω του ΟΤΕ προκύπτει πως το πρώτο τηλέφωνο φερόταν να κατέχει τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο Ε1 στην οδό .... στη Αθήνα, ενώ τα άλλα δύο λειτουργούσαν τότε στην ίδια διεύθυνση (.....) επ' ονόματι της Χ1. Η Χ1 δηλαδή κατείχε τηλέφωνα που ανήκαν πρότερον στον Χ2η ενώ χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε όλες τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν για τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονταν στους οίκους ανοχής που εκμεταλλευόταν ο Χ2. Η παρουσία της στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε ως σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευσή τους. Διέμενε δε μετά του ανωτέρω στο επί της οδού ...... διαμέρισμα τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 (βλ. σχετ. κατάθεση Β2, διαχειριστή της επί της οδού ...... πολυκατοικίας).
Προκύπτουν επομένως αποχρώσεως ενδείξεις ενοχής εναντίον της για απλή συνέργεια στην πράξη της σωματεμπορίας". Και, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις μερικώτερες πράξεις της σωματεμπορίας κατά του άνω αυτουργού και της άνω απλής συνεργού αυτού μέχρι 21-5-2002, επαναδιατύπωσε, την κατ'αυτών κατηγορία ως εξής: "α) Ο Χ2: Στην Αθήνα, στους κάτωθι αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, απέσπασε τη συναίνεση προσώπων, παρασύροντάς τα και εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους. Στις πράξεις δε αυτές προέβαινε κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο απέσπασε τη συναίνεση: της Γ1 για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως και την 17-2-2005, της Γ7, για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως τις 17-2-2005, της Γ11 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005, της Γ9 για το χρονικό διάστημα από 4-6-2004 έως και την 17-2-2005, της Γ2 για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 2004 έως την 17-2-2005, της Γ4 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως την17-2-2005, της Γ13 για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως και την 25-10-2002, της Γ5 για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2003 έως και τον Ιούνιο του ιδίου έτους, της Γ3 για το χρονικό διάστημα από 23-6-2003 έως και την 17-2-2005, της Γ12 για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2004 έως και την 8-2-2005, της Γ8 για το χρονικό διάστημα από 8-7-2004 έως και την 17-2-2005, της Γ6 για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2004 έως και την 17-2-2005, της Γ14 για το χρονικό διάστημα από τις 22-5-2002 έως και την 31-10-2002. Την πράξη δε αυτή τέλεσε επανειλημμένα με σκοπό πορισμού εισοδήματος. Η Χ1: Στην Αθήνα, στους ίδιους ως άνω υπό στοιχ. α αναφερομένους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στον κατηγορούμενο Χ2 πριν και κατά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της σωματεμπορίας κατ'εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και ειδικότερα φιλοξένησε στην επί της οδού ..... οικία της αόριστο αριθμό αλλοδαπών γυναικών και σε κάθε περίπτωση τις Γ1, Γ2 και Γ3, οι οποίες εν συνεχεία προωθούνταν στην πορνεία από τον κατηγορούμενο Χ2 ενώ χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε όλες τις συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν για τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονταν στους οίκους ανοχής που εκμεταλλευόταν ο Χ2. Η παρουσία της δε στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε ως σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευση τους".
-άρθρα 13 στ, 47 § 1, 98 § 1, 351 § § 2-1, 4δ Π.Κ., όπως τούτο αντικ. με το άρθρο 8 ν.3064/2002. Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στην Χ1 στις 18-9-2007 και δη στην ίδια (βλ. το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών .....). Κατ'αυτού άσκησε αυτή δια του από 26-9-2007 πληρεξουσίου, στο οποίο γίνεται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από τον αρχιφύλακα ...... (άρθρο 24 ΠΔ 75/87), από την ..... ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 28-9-2007 την υπ'αριθμ. 200/2007 αναίρεση προβάλλουσα στο βούλευμα αυτό α) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γ) υπέρβαση εξουσίας, δ) απόλυτη ακυρότητα. Συγκεκριμένα διότι με όσα έγιναν δεκτά σε σχέση με αυτή, αα) δεν αναφέρει σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της και ειδικότερα στη γνώση της περί (δήθεν) τελέσεως από τον αυτουργό της πράξεως αυτού και τη θέλησή της να τον συνδράμει,ββ) δεν περιέχει αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία να προκύπτουν οι παραδοχές του (σε σχέση με αυτά),γγ) δεν αναφέρει από πού προκύπτει ότι η παρουσία της είχε σκοπό την παροχή συνδρομής? τούτο μάλιστα έχει σημασία αφού η συμπεριφορά του συμβολαιογράφου έχει χαρακτηριστεί ως ψευδής βεβαίωση και μόνο, ο δε έτερος κάτοχος μιας από τις αναφερόμενες τηλεφωνικές συνδέσεις δεν είναι καν κατηγορούμενος. δδ) δεν γίνεται μνεία -και συνεπώς δεν ελήφθησαν υπόψη- όλων των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και δη δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη τα υπομνήματα των κατηγορουμένων και οι απολογίες των κατηγορουμένων που δεν παραπέμφθησαν με το πρωτόδικο βούλευμα. εε) Ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μετέπειτα κατηγορουμένων (31 § 2 Κ.Π.Δ.). στ) δεν ερεύνησε στην ουσία την έφεση και δη των λόγων της. Ενόψει τούτων και των άρθρων 18,19, 351 § § 1,2,4δ ΠΚ., 462, 463, 465, 473, 474, 484 Κ.Ποιν.Δ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.

ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 47 Π.Κ. "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β'του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός.....".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, παρεχόμενη στον αυτουργό, η οποία δεν είναι άμεση, εν γνώσει του παρέχοντος αυτή ότι ο αυτουργός τελεί ορισμένο έγκλημα και θέληση ή αποδοχή να συμβάλει με αυτή στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού.
-βλ. ΑΠ 385/2000, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 543/2000, ΑΠ 878/93, ΑΠ 1132/78, ΑΠ 885/77, Ζησιάδη Γεν. Ποινικό τόμ. β'σελ. 87.
Η απλή συνέργεια είναι πράξη που συντελεί στην τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό -πρβλ ΑΠ 1228/2001 ΠΧρ ΝΒ 428- στην παροχή βοηθείας προς τον φυσικόν αυτουργό- Γάφος ΓενΜ σελ. 409- η οποία πρέπει να παρέχεται είτε προ της τελέσεως της κυρίας πράξεως (δηλ. της προπαρασκευής αυτού) είτε κατά την τέλεση αυτής, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση δεν είναι άμεση (άρθρο 47 § ΠΚ -"εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β'του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε ......συνδρομή"-).
Η άνω συνδρομή πρέπει να παρέχεται με τη θέληση του συνεργού εν γνώσει ότι ο αυτουργός τελεί ή θα τελέσει ορισμένο έγκλημα (βλ. ΑΠ 543/2000, ΑΠ 885/77, ΑΠ 1132/78 κ.ά.) υπό την έννοια όχι συγκεκριμένου εγκλήματος, με λεπτομέρειες τόπου, χρόνου, τρόπου τελέσεως, ταυτότητα του θύματος κλπ αλλά συγκεκριμένης πράξης κατά το είδος της (βλ. Δημάκη υπό 47 Νο 26, Ανδρουλάκη ΓενΜ
ΙΙ (2004) σελ. 272, Βαθιώτη Γεν Ποιν (2007) σελ. 517 Schonke- schroder-cramer § 27 Νο 19, Roxin L K § 27 Νο3), άποψη που ανταποκρίνεται και στα πράγματα ως εκ της φύσεως και του χρόνου (=προ της τελέσεως) της παρεχομένης συνδρομής.
Η ανωτέρω γνώση μπορεί να συναχθεί και από το σύνολο των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών -πρβλ ΑΠ 1465/2005.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 351 § 2 Π.Κ. -όπως αντικ. με το άρθρο 8 ν.3064/2002, ΦΕΚ 248 Α/15-10-2002-"Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου (=με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ) τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό (=προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικρατείας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του) αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών, μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων", κατά δε την § 4 εδ. δ' ιδίου άρθρου "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη τελείται κατ'επάγγελμα". Η § 4 συνιστά διακεκριμένη περίπτωση της πράξης των § § 1-3 του ίδιου άρθρου το οποίο προστατεύει την εκμετάλλευση της γενετήσιας ελευθερίας της γυναίκας. Παρασύρω σημαίνει οδηγώ μεθ'εαυτού και απομακρύνω εκ του συνήθους τόπου της διατριβής ή κατοικίας του, έστω και με τη συναίνεσή του, θήλυ προς τον σκοπό πορνείας (βλ. ΑΠ 326/78 ΠΧρ ΚΗ 526, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. β' σελ. 619 Νο3 α στο τέλος, Γάφο, Ειδ. Ποινικό τεύχος Ε σελ. 78) ή προβαίνω σε τέτοιες ενέργειες που σκοπούν να πείσουν πρόσωπο το οποίο πιθανώς χωρίς αυτές δεν θα αποφάσιζε (βλ. Γαρδικά Π Χρ β 224, Τούση - Γεωργίου ΠΚ (1967) 911 Νο2 Καρανίκας, Εγχειρίδιο Ποινικού Δικαίου, τομ. β'σελ. 188, ΑΠ 233/61 ΠΧρ ΙΑ 518, πρ βλ Μαγκάκη-Εγκλήματα περί την γενετήσιον......ζωήν (1967) σελ. 153). Με τον όρο "ευάλωτη θέση" νοείται η θέση ανάγκης-ενδείας στην οποία βρίσκεται το θύμα πχ έλλειψη των προς το ζην [βλ. Συμεωνίδου-Καστανίδου-Εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών (2006) σελ. 269].
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθενται σ'αυτό -ή στην ενσωματωμένη και υιοθετούμενη υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση (βλ. ΑΠ 570/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 2464/2005 κ.ά.) - με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για τα οποία χώρησε η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο-βλ. ΑΠ 2228/2005, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.α.-Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία το συμβούλιο στήριξε την παραπεμπτική του κρίση, αρκεί να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και προσδιορισμός κατά κατηγορία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη μνεία του καθενός από αυτά ή το συγκεκριμένο περιστατικό που προκύπτει από αυτά, ούτε η ξεχωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου τους, αλλ' αρκεί να προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι τα έλαβε υπόψη όλα. -βλ. ΑΠ 2124/2006, ΑΠ 1/2005 Ολ. -πράγμα που προκύπτει από την άνω κατά το είδος τους αναφορά όλων. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας και δη τρίτου βαθμού, αλλ'ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα των δεκτών γενομένων από το συμβούλιο πραγματικών περιστατικών, τα οποία τούτο κρίνει κυριαρχικά, δεν αποτελούν λόγον αναίρεσης η (φερόμενη) κακή εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1531/2007, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1668/2007 κ.α.). 'Ετσι δεν απαιτείται να αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα από πού προκύπτει η κάθε συγκεκριμένη παραδοχή του (βλ. ΑΠ 2/2003 Ολ, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 561/2006 κ.α.). Επίσης ο ισχυρισμός ότι η απόφαση δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού -βλ. ΑΠ 1542/2006-. Η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων κρίνεται κυριαρχικώς -βλ. ΑΠ 1340/2006.
Επειδή τα υπομνήματα των διαδίκων ως τέτοια δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, αφού περιέχουν ισχυρισμούς-επιχειρήματα αυτών (βλ. ΑΠ 896/2001, ΑΠ 100/2004) -αντίστοιχα με τις αγορεύσεις στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 208/77)- σε κάθε περίπτωση όμως περιλαμβάνονται στην έννοια των εγγράφων, αφού δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (βλ. άρθρο 178 Κ.Π.Δ.) -πρ.βλ. ΑΠ 752/2000.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 105, 223 § 4, 171 § ιδ Κ.Π.Δ., 6 § 1 Ευρ. ΣΔΑ συνάγεται ότι η λήψη υπόψη, ένορκης ή ανώμοτης, μαρτυρικής κατάθεσης που έδωσε ο μετέπειτα κατηγορούμενος συνεπάγεται ακυρότητα (βλ. ΑΠ 2/99 ολ, ΑΠ 610/2004, ΑΠ 90/2006, ΑΠ 129/2006 κ.α.) αφού έτσι παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Η άνω ακυρότητα προϋποθέτει, όπως ελέχθη, να έχει ληφθεί υπόψη (βλ. ΑΠ 1918/2001) και μάλιστα πρέπει να αναφέρεται από εκείνον που προτείνει την ακυρότητα αυτή, κατά ποιό τρόπο αξιολογήθηκε και δη σε βάρος του (βλ. ΑΠ 104/2003, ΑΠ 1824/2002), διότι άλλως δεν τον αφορά.
Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφώς ότι οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι - απαράδεκτοι διότι:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (=προανάκριση, κύρια ανάκριση) και προκαταρκτική εξέταση που αναφέρονται αφενός μεν στον αυτουργό (-αφού απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης συνέργειας είναι η τέλεση κύριας πράξης, εξ ού και η αναφορά σ'αυτή, και η οποία συνίσταται στο ότι ο αυτουργός Χ2 εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση -δηλ. την έλλειψη νόμιμης άδειας παραμονής στην Ελλάδα, την έλλειψη στέγης τροφής, των αναφερομένων αλλοδαπών γυναικών, τις απέσπασε τη συναίνεση και τις παρέσυρε και τις οδήγησε στην πορνεία με σκοπό την απόκτηση εισοδήματος για λογαριασμό του με υποσχέσεις νομιμοποίησης της παραμονής τους στην Ελλάδα και εξασφάλισης στέγης-τροφής και χρημάτων-) αφετέρου στην αναιρεσείουσα απλή συνεργό, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι σκέψεις περί υπαγωγής αυτών στις διατάξεις που εφήρμοσε (=351 § § 2-1, 4 εδ. δ, 98 Π.Κ.) και ύπαρξης αποχρωσών ενδείξεων ενοχής αυτών. Ειδικώτερα δε εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αναιρεσείουσα και τα οποία όντως συνιστούν απλή συνέργεια και που δόθηκε πριν από την τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό και εν γνώσει αυτής. (=φιλοξενία στην οικία της και χρησιμοποιήση ως δήθεν- διερμηνέας στις πράξεις αναγνώρισης). Το τελευταίο προκύπτει σαφώς από την αποδοχή ότι "Η παρουσία της στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευση τους" -πράγμα που προϋποθέτει γνώση από αυτή του σκοπού του αυτουργού και θέληση συνδρομής σ'αυτόν στην επιτυχία του σκοπού αυτού.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το δεκτό γενόμενο από το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι "ορισμένες από τις πράξεις αυτές (που συντάσσονται από τον συμβολαιογράφο με διερμηνέα την αναιρεσείουσα) συντάσσονταν χωρίς να διαβάζονται και μεταφράσονται συγχρόνως από διερμηνέα" -δηλ. την αναιρεσείουσα. Από την ανωτέρω περικοπή προκύπτει επίσης και η συγκεκριμενοποίηση του εγκλήματος και η γνώση αυτού από την αναιρεσείουσα.
'Ετσι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης αα, γγ είναι αβάσιμοι απαράδεκτοι αντίστοιχα.
Επίσης αβάσιμος-απαράδεκτος είναι και ο ββ λόγος αναίρεσης αφού αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, χωρίς όμως να απαιτείται να αναφέρει από πού προέκυψαν οι παραδοχές του.
Επίσης αβάσιμος είναι και ο δδ λόγος αφού αναφέρει κατ'είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα και δη όλα όσα υπάρχουν στη δικογραφία και δη και τις "απολογίες των κατηγορουμένων και των συγκατηγορουμένων που δεν άσκησαν εφέσεις" -αφού δεν υπάρχουν κατηγορούμενοι που δεν παρεπέμφθησαν με το πρωτόδικο βούλευμα.
Για τα υπομνήματα δεν απαιτείται, όπως ελέχθη ειδική μνεία.
Επίσης ο λόγος αναίρεσης εε είναι απαράδεκτος αφού δεν αναφέρεται τίνος μετέπειτα κατηγορουμένου ή τίνων μετέπειτα κατηγορούμενων η προηγούμενη μαρτυρική κατάθεση ελήφθη υπόψη και δη σε βάρος της αναιρεσείουσας. Τέλος ο στ λόγος είναι αβάσιμος αφού δεν υπάρχει λόγος εφέσεως που να μην επελήφθη το συμβούλιο Εφετών, δεδομένου ένας και μόνον λόγος εφέσεως υπήρχε και δη η κακή εκτίμηση των αποδείξεων με τον οποίο και όντως ασχολήθηκε και δη επί της ουσίας το προσβαλλόμενο βούλευμα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 200/2007 αναίρεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 1443/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτής. Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κονταξής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 του ΠΚ "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχ.Β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελλατωμένη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλη συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό και η οποία δεν είναι άμεση, εν γνώσει όμως του παρέχοντος αυτών ότι ο αυτουργός τελεί ορισμένο έγκλημα και θέληση ή αποδοχή θα συμβάλει με αυτή στην πραγμάτωση του εγκλήματος αυτού.
Περαιτέρω, η εκ του άρθρ. 93 παρ.3 του Συντάγματος και του άρθρ. 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν όλω ή εν μέρει την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση, πραγματικά περιστατικά, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 484 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη πο πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αρ. 1443/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν οι εφέσεις των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, ήδη αναιρεσείουσας, κατά του υπ'αρ. 3863/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι αναφερόμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του ΜΟΔ της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν για σωματεμπορία κατ'εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα ο πρώτος και για απλή συνέργεια στην ως άνω πράξη η αναιρεσείουσα, αφού πρώτα έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη για μερικώτερες πράξεις της σωματεμπορίας κατά την ανωτέρω, για το χρονικό διάστημα μέχρι 21-5-2002. Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα αποδείκτικά μέσα, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν, ως προς την ως άνω αξιόποινη πράξη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στις 14-7-2004 περιήλθε έγγραφη ανώνυμη καταγγελία, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εκκαλών Χ2 λειτουργούσε στην Αθήνα, στην οδό ...... οίκο ανοχής στο όνομα της Ζ1, ήδη θανούσης, στον οίκο δε αυτόν εργάζονταν γυναίκες στερούμενες αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος. Ακριβώς δε απέναντι από τον οίκο αυτόν, στην οδό ...., σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της εκεί ευρισκομένης πολυκατοικίας, ήταν η κατοικία του ανωτέρω Χ2, στην οποία εκρατούντο οι ιερόδουλες παρά τη θέληση των. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την Γ2004/2775/12-7-2004 παραγγελία του προς το Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής, παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως προς διακρίβωση της αληθείας ή μη των καταγγελλομένων. Ήδη δε από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2004, η καταγγελία αυτή, είχε περιέλθει τηλεφωνικά και στο Τμήμα Ηθών της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής. Από την διενεργηθείσα από αστυνομικούς του Τμήματος Ηθών έρευνα προέκυψε, ότι σε κτίριο στην οδό ...... λειτουργούσαν δύο οίκοι ανοχής, ένας στο ισόγειο και έτερος στον πρώτο όροφο. (Βλ. σχετ. την από 1-12-2004 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Ανθυπαστυνόμου Β1). Τον οίκο του ισογείου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Ζ1, γεννηθείσα στις 24-2-1954 στο Καζακστάν, κάτοικος ..... Αττικής(οδός ......), θανούσα ήδη από τις 3-2-2004, (σχετ. η κατάθεση του ως άνω αστυνομικού), ενώ τον οίκο του πρώτου ορόφου φερόταν να εκμεταλλεύεται η Γ7, γεν. στις 23-3-1975 στο Καζακστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός......). Η Γ7 ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 9-6-1999 από το Τμήμα Αλλοδαπών Αθηνών, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Από δε το Αρχείο του Τμήματος Ηθών προέκυπτε ότι στον οίκο ανοχής του ισογείου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ7 (φερομένη ως λειτουργούσα σύμφωνα με τα προλεχθέντα τον οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου) καθώς και η Γ14, γεν. στις 8-1-1969 στη Ρωσία, κάτοικος Αθηνών, στην οδό .....(ως η .....), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την .... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 15-4-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού. Στον δε οίκο ανοχής του πρώτου ορόφου είχαν σε προγενέστερο χρόνο καταληφθεί επ' αυτοφώρω να εκδίδονται η ως άνω αναφερομένη Γ14 καθώς και οι: Γ1, γεν. στις 24-11-1973 στην Ουκρανία, κάτοικος Αθηνών (οδός ......), η οποία ήταν εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 11-3-2002 από τον Δήμο Αθηναίων ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού, η Γ5, γενν. στις 6-3-1976 στη Λευκορωσία, κάτοικος Αθηνών (οδός .....), εφοδιασμένη με την ..... άδεια παραμονής, εκδοθείσα στις 12-8-2002 από τον Δήμο Αθηναίων, ως μητέρα ανηλίκου ημεδαπού και η Γ15, γενν. στις 25-8-1982 στο Ουζμπεκιστάν, κάτοικος Αθηνών (οδός ......), η οποία είχε καταθέσει δικαιολογητικά για χορήγηση πολιτικού ασύλου. Περαιτέρω από έρευνα των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ηθών προέκυψε ότι ο Χ2 διέμενε στην οδό ..... και στην οδό ...., ήτοι δηλαδή στις ίδιες διευθύνσεις με τις παραπάνω αλλοδαπές. Προέκυψε επίσης ότι οι ως άνω αναφερόμενες αλλοδαπές είχαν λάβει άδεια παραμονής στην ημεδαπή ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών, δυνάμει συμβολαιογραφικών πράξεων εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων, οι οποίες είχαν συνταχθεί στον ίδιο συμβολαιογράφο, Η1, κάτοικο Αθηνών (οδός .....)..... Περαιτέρω από την διενεργηθείσα στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως έρευνα, προέκυψε ότι στον ίδιο ως άνω αναφερόμενο συμβολαιογράφο είχαν συνταχθεί και άλλες πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες αυτές εν συνεχεία χρησιμοποίησαν προκειμένου να εφοδιασθούν με άδειες παραμονής στην Ελλάδα, ως μητέρες ανηλίκων ημεδαπών και δη οι κάτωθι πράξεις........(και δη) ......οι πράξεις εκουσίας αναγνώρισης ανηλίκων τέκνων των Γ1, Γ7, Γ11, Γ9, Γ10, Γ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12, Γ8, Γ6, Γ16 και Γ14, συνετάγησαν επί τη βάσει πλαστών πιστοποιητικών γεννήσεως......................
...............Από τις παραπάνω δε πράξεις αναγνωρίσεως συνάγεται ότι οι περισσότερες των αλλοδαπών γυναικών, των φερομένων ως μητέρων ανηλίκων τέκνων που απέκτησαν δήθεν από σχέση τους με ημεδαπούς, δήλωσαν κατά τη σύνταξη των πράξεων ως τόπο κατοικίας των, την οδό ...., ή την οδό ......, Αθήνα, ήτοι τον τόπο κατοικίας του Χ2 (βλ. σχετ. πράξεις εκούσιας αναγνωρίσεως που αφορούν τις Γ1, Γ7, Γ11, Γ10, Γ4, Γ13, Γ5, Γ3, Γ12). Περαιτέρω από τις απολογίες ορισμένων από τις ανωτέρω αλλοδαπές, τις ληφθείσες στα πλαίσια της αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, εν συνδυασμώ και προς τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ2 είχε εγκαταστήσει τις γυναίκες αυτές στις ανωτέρω οικίες (.... και ......) όπου ο ίδιος διέμενε και προκειμένου να εξασφαλίσει τη νόμιμη παραμονή των γυναικών αυτών στην Ελλάδα, φρόντιζε πριν λήξει η VISA τους, να εντοπίζει σε χώρους ναρκομανών, Έλληνες ναρκομανείς ή ευρισκομένους σε κακή οικονομική κατάσταση στους οποίους υποσχόταν χρήματα (από πενήντα έως διακόσιες χιλιάδες δραχμές) και τους οδηγούσε στον συμβολαιογράφο Η1 όπου συντάσσονταν πράξεις εκουσίας αναγνωρίσεως ανηλίκων τέκνων που αυτές δήθεν είχαν αποκτήσει από τις εκτός γάμου σχέσεις των με τους ημεδαπούς αυτούς, επί τη βάσει των οποίων οι αλλοδαπές αποκτούσαν εν' συνεχεία άδειες παραμονής. Ο Χ2 επικολλούσε στα διαβατήρια των αλλοδαπών γυναικών φωτογραφίες ανηλίκων παιδιών, τα οποία δεν ήταν παιδιά των γυναικών αυτών, τούτο δε έπραττε για να επιδεικνύουν αυτές το διαβατήριο με το ανήλικο, δήθεν δικό τους παιδί, στους αστυνομικούς που διενεργούσαν ελέγχους αλλοδαπών και να βεβαιώνεται ότι αυτές ήσαν μητέρες ημεδαπών ανηλίκων και παρέμεναν νόμιμα στη χώρα. Ορισμένες δε αλλοδαπές τις προέτρεπε να κρατούν στην αγκαλιά τους ένα μικρό ανήλικο, και να κυκλοφορούν με αυτό στα μαγαζιά της περιοχής που διέμεναν ώστε να δουν οι περίοικοι ότι έχουν παιδιά. Αφού αποκτούσαν άδειες παραμονής, κατέθεταν εν συνεχεία αίτηση για να χαρακτηριστούν ιερόδουλες και ο Χ2, λόγω της ευάλωτης θέσης που είχαν περιέλθει, των εγγράφων τους που είχε στην κατοχή του, την παροχή στέγης, τροφής ως ωφελημάτων, τις ανάγκαζε ή αποσπούσε τη συναίνεσή τους προκειμένου να εργάζονται στους οίκους ανοχής του και νοίκιαζε σπίτια όπου τις εγκαθιστούσε ομαδικά. Μάλιστα σε πολλές γνώριζε ότι είναι υποχρεωμένες, αφού τις είχε εφοδιάσει με άδειες παραμονής, να δουλεύουν ως ιερόδουλες για τους οίκους ανοχής του και τους υποσχόταν ότι θα ελάμβαναν τρία (3) ευρώ για κάθε πελάτη, ποσό που θα έπαιρναν συνολικά στο τέλος της συνεργασίας τους, ενώ τους χορηγούσε λίγα χρήματα για την κάλυψη των μικροεξόδων τους. Ορισμένες, μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος τις τοποθετούσε στους οίκους ως εκμεταλλεύτριες αυτών και αύξαινε το ποσοστό συμμετοχής τους στα κέρδη. Εξετασθείσες οι εννέα(9) από τις δεκατέσσερις (14) αλλοδαπές που τους είχε βγάλει άδειες παραμονής με αναγνωρισμένα τέκνα, παραδέχτηκαν ότι οι πράξεις αυτές είναι ψευδείς κατά περιεχόμενο, αφού δεν είχαν αποκτήσει παιδιά με τους ημεδαπούς, τους φερομένους ως πατέρες των παιδιών αυτών, τα δε πιστοποιητικά γεννήσεως ήσαν πλαστά. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσαν και πέντε από τους ημεδαπούς που αναγνώρισαν τέκνα που ουδέποτε απέκτησαν με τις αλλοδαπές και οι οποίοι κατέθεσαν ότι τους πλησίασε ο Χ2 και με την παροχή χρημάτων τους έπεισε να προβούν στις παραπάνω ψευδείς δηλώσεις αναγνωρίσεως τέκνων.........................
Ο Χ2 επομένως προκύπτει ότι απέσπασε τη συναίνεση των αλλοδαπών γυναικών παρασύροντας αυτές, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση τους με υποσχέσεις για πληρωμές και άλλα ανταλλάγματα, με σκοπό να προβεί ο ίδιος στην γενετήσια εκμετάλλευσή τους, κατ' επάγγελμα, για τα παρακάτω χρονικά διαστήματα: .......
Υπό τα δεδομένα αυτά προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2 για την αξιόποινο πράξη της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατ' εξακολούθηση, εφόσον τέλεσε επανειλημμένα την πράξη αυτή προκειμένου να πορίζεται εισόδημα, και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την εν λόγω πράξη........ Ο συμβολαιογράφος Η1 αρνήθηκε κάθε συμμετοχή του στις πράξεις του πελάτη του Χ2, και ισχυρίστηκε ότι όλα εκεί γίνονταν νόμιμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προσκομίζονταν, μη έχοντας τη δυνατότητα να ελέγξει τη γνησιότητα τους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις απολογίες των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών προκύπτει ότι αυτός γνώριζε την εγκληματική δραστηριότητα του Χ2, αφού ορισμένες από τις πράξεις αυτές συντάσσονταν χωρίς να διαβάζονται και να μεταφράζονται συγχρόνως από διερμηνέα, είναι δε βέβαιον ότι και ο μετρίας εμπειρίας συμβολαιογράφος θα αρνούταν να προβεί στη σύνταξη τόσου μεγάλου αριθμού πράξεων εκούσιας αναγνωρίσεως τέκνων αλλοδαπών γυναικών από ημεδαπούς, επί τη βάσει πιστοποιητικών γεννήσεως της ίδιας κοινότητος του νομού Ομσκ Ρωσίας, όπως επίσης και να προβαίνει στη σύνταξη τοιούτων πράξεων επί τη βάσει δηλώσεων του ιδίου προσώπου, σε ορισμένες περιπτώσεις, φερομένου να έχει αποκτήσει παιδιά από τις σχέσεις του με διαφορετικές αλλοδαπές και να. αναγνωρίζει αυτά. Επί πλέον τον μέτριο, συνετό συμβολαιογράφο θα προβλημάτιζε και το γεγονός ότι τις αλλοδαπές οδηγούσαν στο συμβολαιογραφείο τα ίδια πρόσωπα (Χ2-Χ1). Εξ άλλου ο Δ1, που προέβη σε εκούσια αναγνώριση τέκνου, ισχυρίζεται στην απολογία του ότι κατά τη σύνταξη της σχετικής πράξεως βρισκόταν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών. ................ O Χ1 ήταν κάτοχος των τηλεφωνικών συνδέσεων ....., ..... και .... οι οποίες λειτουργούσαν στην οδό ..... στην Αθήνα. Από διασταύρωση μέσω του ΟΤΕ προκύπτει πως το πρώτο τηλέφωνο φερόταν να κατέχει τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο Ε1 στην οδό ......στη Αθήνα, ενώ τα άλλα δύο λειτουργούσαν τότε στην ίδια διεύθυνση (.....) επ' ονόματι της Χ1. Η Χ1 δηλαδή κατείχε τηλέφωνα που ανήκαν πρότερον στον Χ2 ενώ χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας σε όλες τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν για τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών γυναικών που εκδίδονταν στους οίκους ανοχής που εκμεταλλευόταν ο Χ2. Η παρουσία της στο γραφείο του συμβολαιογράφου δεν είχε ως σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα, αλλά την παροχή συνδρομής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για την γενετήσια εκμετάλλευσή τους. Διέμενε δε μετά του ανωτέρω στο επί της οδού ..... διαμέρισμα τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2005 (βλ. σχετ. κατάθεση Β2, διαχειριστή της επί της οδού ..... πολυκατοικίας).
Προκύπτουν επομένως αποχρώσεως ενδείξεις ενοχής εναντίον της για απλή συνέργεια στην πράξη της σωματεμπορίας", κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι, μετά από αυτά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν επ'ακροατηρίω κατηγορία, σε βάρος του αυτουργού και σε βάρος της απλής συνεργού αναιρεσείουσας, για την ως άνω αξιόποινη πράξη, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13 στ, 47 παρ.1, 98 παρ.1, 351 παρ.2-1, 4 δ ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε σωματεμπορία κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την αξιούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο Βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση και τα οποία (πράγματικά περιστατικά) αναφέρονται και εξειδικεύονται, αφενός μεν στον αυτουργό, ενόψει του ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης συνέργειας είναι η τέλεση της κύριας πράξης από τον αυτουργό Χ2, και αφετέρου στην αναιρεσείουσα απλή συνεργό, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αυτουργού και της αναιρεσείοσυας στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεςι των άρθρων 351 παρ.2-1, 4δ, 94 παρ.1 , 98 παρ.1, 47 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την αναιρεσείουσα και τα οποία πράγματι συνιστούν απλή συνέργεια, η οποία δόθηκε, πριν από την τέλεση της κυρίας πράξης από τον αυτουργό και εν γνώσει αυτής, όπως είναι η φιλοξενία στην οικία της αναιρεσείοσυας αλλοδαπών γυναικών, οι οποίες δεν είχαν την απαιτούμενη κάρτα παραμονής στην Ελλάδα, καθώς και η χρησιμοποίησή της, ως δήθεν διερμηνέας, στις πράξεις αναγνώρισης φερομένων εξωγάμων τέκνων. Μάλιστα, αναφορικά με την παρουσία της αναιρεσείουσας στο γραφείο του συμβολαιογράφου στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχιε η παραδοχή ότι "η παρουσία της στο γραφείο δεν είχε σκοπό την τήρηση του τύπου της καταρτίσεως των πράξεων με πρόσωπα τα οποία αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα, αλλά στην παροχή συνδροής στον Χ2 κατά την εκτέλεση της παρασύρσεως των αλλοδαπών γυναικών υπό του ανωτέρω, για τη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, από την οποία (παραδοχή), προκύπτει ανενδοίαστα, ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε το σκοπό (γενετήσια εκμετάλλευση) του αυτουργού, καθώς και ότι είχε τη θέληση να συνδράμει τον Χ2 στην επίτευξη του ως άνω σκοπού. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι το βούλευμα δεν .έχει αιτιολογία, για το λόγο ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού, η αναφερόμενη πρόταση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί με τους οποίους κρίνεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, και ως εκ τούτου επιτρεπτώς συντάσσεται με αυτή και η κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, είναι αβάσιμος, διότι τα υπομνήματα δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά περιλαμβάνονται στην έννοια των εγγράφων και ως τέτοια, εκ της αναφοράς "των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων" προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και οι απολογίες των μη παραπμεφθέντων κατηγορουμενων, αφού δεν υπάρχουν κατηγορούμενοι που δεν παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε (φερόμενη) κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κάτι που δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 105, 223 παρ.4, 171 παρ.1 δ' ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι η λήψη υπόψη, ένορκης ή ανώμοτης, μαρτυρικής κατάθεσης που έδωσε ο μετέπειτα κατηγορούμενος, συνεπάγεται ακυρότητα, αφού έτσι παραβιάζονται τα δικαιώματα του τελευταίου. Η ακυρότητα αυτή προϋποθέτει να έχει ληφθεί υπόψη η κατάθεση αυτή και μάλιστα πρέπει να αναφέρεται από εκείνον που προτείνει την ακυρότητα, κατά ποιο τρόπο αξιολογήθηκε αυτή σε βάρος του, διότι, διαφορετικά, δε τον αφορά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, διότι ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι ένορκες καταθέσεις των μετέπειτα κατηγουρμένων. Ο λόγος αυτός, εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται ποίου ή ποίων μετέπειτα κατηγορουμένων λήφθηκε υπόψη η προηγούμενη μαρτυρική κατάθεση και μάλιστα σε βάρος της αναιρεσείουσας.


ΙΙΙ. Τέλος, αναφορικά με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του, (άρ. 484 παρ.1 στοιχ.στ' ΚΠΔ), απορρίπτοντας την έφεσή της, χωρίς την ουσιαστική έρευνα των λόγων της, αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει λόγος εφέσεως που να μην επελήφθη το Συμβούλιο, ενόψει και του ότι, στην υπ'αρ. 40/26-1-2007 έφεσή της, ένας και μοναδικός λόγος υπήρχε, αυτός της κακής εκτίμησης των αποδείξεων, με τον οποίο και πράγματι ασχολήθηκε επί της ουσίας το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 200/2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1443/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ