Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 258 / 2014    (Β2, Civil Cases)

Θέμα
Εκδίκαση υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, Εφ' άπαξ αμοιβή.




Περίληψη:
Εφ’ άπαξ αμοιβή διοικητικού προσωπικού ΥΠΕΠΘ για διεξαγωγή και υποστήριξη πανελληνίων εξετάσεων. Δεν παραβιάζει την αρχή της ισονομίας ή της ίσης αμοιβής για όμοια εργασία η μη χορήγησή της στους υπαλλήλους του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αναιρεί, κρατεί, δέχεται έφεση, εξαφανίζει εκκαλουμένη και απορρίπτει αγωγή των υπαλλήλων ως μη νόμιμη.




Αριθμός 258/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (ΑΠΘ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Σίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Σ. Α. του Π., έως και 15δ) Θ. Κ. του Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Γ. Κ. του Π., 16) Φ. Λ. του Χ., έως και 67) Η. Σ. του Ε., κατοίκων ....
Οι υπό στοιχεία 1, 5, 7, 11, 12, 26, 28, 40, 44 και 50 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Μάντζαρη ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2005 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 8554/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4456/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-3-2008 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1759/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 24-4-2013 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 29-12-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου, τότε αρεοπαγίτη και ήδη αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου λόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις .../22-7-2013, .../23-7-2013, .../24-7-2013, .../29-7-2013, .../22-7-2013, .../24-7-2013, .../23-7-2013, .../26-7-2013, .../22-7-2013 και .../24-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως της …, δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της από 24-4-2013 κλήσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους υπό στοιχεία 1, 5, 7, 11, 12, 26, 28, 40, 44 και 50 από αυτούς. Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική τους απουσία (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2.
Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.12 εδ.α' του ν. 2327/1995, χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ) μηνιαίο ειδικό επίδομα ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών, για την απασχόλησή τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των γενικών εξετάσεων. Στη συνέχεια, με το άρθρο 49 του ν. 2413/1996, η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος επεκτάθηκε και στο μόνιμο ή με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αυτοτελών και μη υπηρεσιών και εκπαιδευτικών μονάδων αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ και υπαλλήλους ΝΕΛΕ, καθώς και σε όλα τα μέλη ΕΔΤΠ των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καθώς και στους τεχνικούς εργαστηρίων των ΤΕΙ. Κατόπιν, με το άρθρο 10 παρ.4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε (μεταξύ άλλων και) το ανωτέρω επίδομα, από όλες τις κατηγορίες των υπαλλήλων, όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπηρεσιών αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ από 1-1-1997. Παράλληλα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.4 εδ. γ' του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε η χορήγηση εφ' άπαξ αμοιβής, προσδιοριζόμενης καθ' ύψος από τον αρμόδιο υπουργό, μόνο "στο διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ". Σύμφωνα με αυτή την εξουσιοδοτική διάταξη, εκδόθηκαν στη συνέχεια κοινές αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, με τις οποίες καθορίσθηκε και αναπροσαρμόσθηκε κατ' έτος το ύψος της εν λόγω εφ' άπαξ αμοιβής, κατά μισθολογική κατηγορία, για το διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχει στη διεξαγωγή και υποστήριξη (ήτοι, όχι πλέον "στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής", όπως αναφερόταν στο άρθρο 10 παρ.12 εδ.α' του ν. 2327/1995) των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.10 του ν. 3027/2002 τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ν. 2413/1996 (που, κατά τα ανωτέρω, είχε ήδη καταργηθεί) ως εξής: "Στην παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 και μετά τις λέξεις "διοικητικό, τεχνικό" τίθεται η λέξη "νοσηλευτικό", η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-12-2001". Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ.10 του ν. 3027/2002, δεν χορηγήθηκε εκ νέου το ένδικο επίδομα με το γενικό τρόπο που αναφερόταν στο άρθρο 49 του ν. 2413/1996, αφού δεν γίνεται κανένας λόγος για αναβίωση των επιδομάτων που είχαν καταργηθεί με το ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων ήταν και το συγκεκριμένο. Άλλωστε και από το περιεχόμενο της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου αυτού προκύπτει, σαφώς, η μη αναβίωση του ως άνω ενδίκου επιδόματος, αφού σ' αυτήν αναφέρεται ότι η ως άνω προσθήκη τίθεται για να λυθεί η διχογνωμία που υπήρξε στο παρελθόν ως προς αν το νοσηλευτικό προσωπικό των ιδρυμάτων αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ δικαιούταν ή όχι το επίδομα του άρθρου 10 παρ.12 του ν. 2327/1995, κατά το χρόνο που αυτό ίσχυε (ΑΠ 432/2010).
3.
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά, ρητώς ή σιωπηρώς, αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1227/2012), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη (ΑΠ 2122/2013, 1578/2008).
4.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) υπηρετούν ως διοικητικό προσωπικό του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) Πανεπιστημίου, με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997). Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως 2005, οι ενάγοντες συμμετείχαν, με εργασία επί πλέον των λοιπών καθηκόντων τους, αλλά εντός του νομίμου ωραρίου τους, στην προετοιμασία και διεξαγωγή των ετησίων, γενικών εισαγωγικών εξετάσεων. Ότι και αυτοί, όπως άλλοι συνάδελφοί τους, ύστερα από εντολή του ΥΠΕΠΘ, είχαν την υποχρέωση να συντάξουν πρόταση ως προς τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα κατ' ιδίαν τμήματα του εναγομένου. Ότι για την προετοιμασία της πρότασης, έπρεπε πρώτα να ελεγχθεί, κατά τμήμα, πόσοι φοιτητές οφείλουν και ποια από τα μαθήματά τους, να πιθανολογηθεί το ποσοστό των φοιτητών, οι οποίοι θα διαγωνισθούν επιτυχώς στις εξετάσεις και των οποίων η επιτυχία θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κενών θέσεων για την υποδοχή νέων φοιτητών, να διαπιστωθεί ποια εργαστήρια είναι ελεύθερα, ποιον αριθμό φοιτητών μπορούν να εκπαιδεύσουν και ποια θα είναι η δύναμη σε αίθουσες διδασκαλίας (δεδομένου του ότι αυτές αυξάνονται λόγω των κτιριακών επεκτάσεων του ιδρύματος) και, τέλος, να εκτελεσθούν διαφοράς άλλες, συναφείς εργασίες. Ότι για να ανταποκριθούν σε όλα αυτά, οι ενάγοντες ήσαν υποχρεωμένοι να εργάζονται συμπληρωματικά, όπως και οι υπάλληλοι της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ένδικη, εφ' άπαξ αμοιβή, σύμφωνα με τις περί ισότητας διατάξεις του Συντάγματος, διότι ενώ η αμοιβή αυτή ταυτίζεται με το επίδομα του άρθρου 10 παρ.12 του ν. 2327/1995 ως προς την αιτία της χορήγησής της, η οποία, μάλιστα, γινόταν χωρίς τη συνδρομή κάποιας πρόσθετης προϋπόθεσης (όπως π.χ. της πραγματικής συμμετοχής των δικαιούχων στη διαδικασία των γενικών εξετάσεων, η οποία ουδέποτε ελέγχθηκε), με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.4 του ν. 2413/1997 δόθηκε μόνο στο διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ και δεν δόθηκε στους υπαλλήλους του αναιρεσείοντος, που είναι ΝΠΔΔ εποπτευόμενο από το ΥΠΕΠΘ, παρά το γεγονός ότι και αυτοί συμμετείχαν στη διαδικασία των γενικών εξετάσεων, με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Κατόπιν αυτού, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως.
5.
Με τη κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (βλ. παραπάνω, αρ.2 και 3) με την εσφαλμένη εφαρμογή αυτών. Διότι, από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι το αδιακρίτως χορηγούμενο επίδομα των άρθρων 10 παρ.12 του ν. 2327/1995 και 49 του ν. 2413/1996 καταργήθηκε οριστικά με το άρθρο 10 παρ.4 του ν. 2470/1997 και ότι η εφ' άπαξ αμοιβή του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2470/1997 δεν ταυτίζεται με το καταργηθέν επίδομα, αλλά καταβάλλεται μόνο στους διοικητικούς υπαλλήλους της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ, που συμμετέχουν στη διεξαγωγή και υποστήριξη των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Και, περαιτέρω, σε συνδυασμό με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, τα οποία ως ουσιαστικές παραδοχές παρατέθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) αποτελούν υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου σε Πανεπιστήμιο, ήτοι σε εργοδοτικό φορέα που ως ΝΠΔΔ εποπτεύεται μεν από το ΥΠΕΠΘ, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό και ως εκ τούτου συνιστούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων επί της οποίας, η μη εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρθηκαν, είναι δικαιολογημένη και δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισονομίας ή της παροχής ίσης αμοιβής για την ίδια εργασία (ΑΠ 1578/2008). Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα του πρώτου από τους λόγους της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 4456/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 8554/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 29-12-2005 αγωγή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 16η Ιανουαρίου 2014. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ