Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 502 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αοριστία αγωγής, Ερημοδικία , Κληρονομία .




Περίληψη:
Ποσοτική - ποιοτική αοριστία. Ορισμένο αγωγής συνεισφοράς. Ο λόγος αοριστίας μπορεί να προταθεί το πρώτον στο Εφετείο, αφού ο κενός ισχυρισμός λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Συνεισφορά. Διατάξεις πριν το ν. 1329/83, 1895, 1899. 559 αρ. 1, 19 απαράδεκτοι οι λόγοι αν υπό την επίφαση παραβιάσεως του κανόνα δικαίου πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων. Παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Αόριστος ο λόγος αν τα διδάγματα δεν προσδιορίζονται και δεν παρατίθεται αντίστοιχο πραγματικό. 559 αρ.8. Δεν αποτελούν πράγματα οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Ισχυρισμός περί άκυρης ερημοδικίας. Αλυσιτελώς υποβάλλεται ισχυρισμός περί άκυρης ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό λόγω εσφαλμένης παραδοχής περί εμπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων, αφού κατά 528 η υπόθεση εξετάζεται εκ νέου, ενώ στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η παραδοχή περί άκυρης ερημοδικίας αφού κατά 535 το δικαστήριο κρατάει την υπόθεση και δικάζει σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Ο αναιρετικός λόγος του 559 αρ.6 ιδρύεται επί άκυρης ερημοδικίας της συζήτησης κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.




Αριθμός 502/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ., κατοίκου ..., και 2) Α. Κ. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παναγιωτοπούλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Μ., 2) Ν. Π. του Μ., κατοίκων ..., 3) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 4) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., και 5) Θ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2007 αγωγή των ήδη 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Μ. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2148/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3494/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/1/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 20/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, και όχι με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως σε περίπτωση παραβάσεως ουσιαστικού κανόνα δικαίου, όχι δε και δικονομικού κανόνα τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1895 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αγωγής περί συνεισφοράς, είναι η παροχή και σε τι αυτή συνίσταται, η αξία της κατά το χρόνο που έγινε, η αποτίμησή της, αν υπάρχει ανάγκη, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και η, κατά τον ίδιο χρόνο, αξία της κληρονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της περί συνεισφοράς σωρευομένης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), περιλαμβάνονται σ' αυτήν τόσο οι συνεισενεκτέες παροχές και το περιεχόμενό τους, όσο και η αποτίμησή τους, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και η κατά τον ίδιο χρόνο αξία της κληρονομιαίας περιουσίας. Επομένως η σωρευομένη με αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος αγωγή περί συνεισφοράς, ήταν ορισμένη και δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά συγκριτικών στοιχείων για τον προσδιορισμό της αξίας της κληρονομιαίας περιουσίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αφού τούτο αποτελεί αντικείμενο αποδείξεως, ούτε και η διενέργεια πραγ/νης, που έπεται του ορισμένου της αγωγής. Ενόψει τούτων ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, που με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη κηρύξεως του δικογράφου της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, όπως τούτο είχε ζητηθεί με τον τρίτο λόγο της εφέσεως, αλλά και πρωτοδίκως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1895 ΑΚ (όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το ν. 1329/1983 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η παροχή έγινε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σύμφωνα με το άρθρο 88 αυτού), οι κατιόντες που κληρονομούν εξ αδιαθέτου υποχρεούνται κατά τη διανομή της κληρονομίας να συνεισφέρουν μεταξύ τους, ανάμεσα στις άλλες παροχές που απαριθμεί το άρθρο αυτό και εκείνη που έγινε προς αυτούς από τον κληρονομούμενο με πράξη του, όταν ζούσε, είτε με σύσταση προίκας, είτε για την αποκατάσταση του δικού τους οίκου, εκτός αν κατά την παροχή της ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά, καθώς και κάθε δωρεά προς αυτούς, εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό της στην κληρονομική τους μερίδα. Η μεταξύ των κατιόντων συνεισφορά γίνεται κατά το άρθρο 1899 ΑΚ λογιστικά και αθροιστικά, αφού πρώτα αποτιμάται η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Στο ποσό που προκύπτει αθροίζονται οι παροχές, που έγιναν σε καθένα από τους κατιόντες και συνεισφέροντες, σύμφωνα με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν. Στο σύνολο αυτό του αθροίσματος υπολογίζεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του κατιόντος και έπειτα αφαιρείται από αυτήν η αξία της παροχής, που ο κατιών είναι υποχρεωμένος να συνεισφέρει. Εάν όμως από το χρόνο που έγινε η παροχή μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος αυτός είναι και κρίσιμος, κατ' άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας, μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση, πρέπει, κατά την καθιερούμενη από το 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστεως, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής να υπολογιστεί σε δραχμές, της αυτής πραγματικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Η αξία, δηλαδή, του χρόνου της παροχής να αναχθεί, με βάση την άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιό της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λύρας Αγγλίας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση στο μεταξύ του τιμαρίθμου. Εξάλλου, εάν μεταξύ των πολλών κατιόντων συντρέχει και επιζών σύζυγος του κληρονομούμενου, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, θα αποχωρισθεί από την πραγματική κληρονομική ομάδα το εξ αδιαθέτου μερίδιο του συζύγου (άρθρο 1820 παρ.1 ΑΚ), στο υπόλοιπο δε, το οποίο αποτελεί την μεταξύ των κατιόντων κατ' άρθρο 1899 ΑΚ διανεμητέα περιουσία, θα προστεθούν προς σχηματισμό της ευρύτερης (πλασματικής) ομάδας, επί τη βάσει της οποίας προσδιορίζεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα, το ήμισυ της οποίας είναι η νόμιμη μοίρα οι συνεισενεκτέες παροχές στις οποίες περιλαμβάνονται πάντοτε οι καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα, όπως οι προίκες. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1871, 1884, 1895, 1897, 1899 και 1900 ΑΚ, ο κατιών που έχει αξίωση σε συνεισφορά, που συνεπάγεται τον περιορισμό ή το μηδενισμό του μεριδίου του κατιόντος που έχει υποχρέωση συνεισφοράς, μπορεί να ασκήσει γι'αυτήν αναγνωριστική αγωγή ή να την αξιώσει με την περί κλήρου αγωγή ή να την προβάλει με ένσταση κατά τη διανομή. Ακόμη, η αγωγή υποχρεώσεως συνεισφοράς μπορεί να σωρευθεί με αγωγή αναγνωρίσεως κληρονομικού δικαιώματος αφού η πρώτη εισάγει παρεμπίπτον ζήτημα για το κληρονομικό δικαίωμα. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 1900 ΑΚ, αν η αξία της παροχής που πρέπει να συνεισφέρει ο κατιών είναι μεγαλύτερη από τη μερίδα που του ανήκει, δεν έχει υποχρέωση για το επιπλέον. Σε τέτοια περίπτωση η κληρονομία διανέμεται μεταξύ των λοιπών κληρονόμων, χωρίς να υπολογίζεται η παροχή που έπρεπε να συνεισφέρει ο κατιών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου, δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 2/2011). Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την σωρευομένη με αναγνωριστική του κληρονομικού δικαιώματος αγωγή περί συνεισφοράς, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 18/1/1960 απεβίωσε στην Μάνδρα Αττικής αδιάθετος ο Ε. Π., ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 1) τη σύζυγο του Α. Π. κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου 2) τον υιόν του - αρχικό πρώτο ενάγοντα Μ. Π. κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου 3) τον υιόν του Κ. Π. κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου πατέρα των λοιπών εναγόντων, ο οποίος απεβίωσε στις 29/5/2004 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων δυνάμει της από 25/3/2003 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 370/19-1-2007 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 4) την κόρη του Ε. Π., μητέρα του πρώτου εναγομένου κατά ποσοστό 3/20 εξ' αδιαιρέτου, η οποία απεβίωσε αδιάθετη στις 27/7/2002 και κληρονομήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο αφού ο σύζυγος της Χ. Κ. είχε προαποβιώσει αυτής 5) την κόρη του Μ. Π. μητέρα των λοιπών εναγομένων κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου, η οποία απεβίωσε στις 27-10-2002 αδιάθετη και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της δεύτερο, τρίτο, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από καθένα αφού ο σύζυγος της Α. Κ. είχε προαποβιώσει αυτής. 6) Την κόρη του Ό. Π. μη διάδικο ατην παρούσα δίκη. Στις 21-5-1960 απεβίωσε αδιάθετη η Α. Π., σύζυγος του ως άνω κληρονομουμένου Ε. Π., μητέρα του αρχικού πρώτου ενάγοντος και γιαγιά των λοιπών διαδίκων, η οποία κληρονομήθηκε από τα παραπάνω πέντε τέκνα της κατά ποσοστό 1/20 εξ αδιαιρέτου από καθένα. Έτσι το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο καθενός από τα πέντε τέκνα του Ε. και Α. Π. ανήλθε σε ποσοστό 4/20 εξ αδιαιρέτου.
Τις παραπάνω κληρονομιές αποδέχθηκαν τα τέκνα του αποβιώσαντος Ε. Π. και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. .../24-10-1968 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών που μεταγράφηκε νόμιμα ο αρχικός πρώτος ενάγων, η Ό. Π. (μη διάδικος) και η Ε. Π. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος πατέρα τους κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ με την υπ' αριθ. 14.428/24-10-1968 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα αποδέχθηκαν το μερίδιο της κληρονομιάς του πατέρα τους που είχε περιέλθει στην ήδη αποβιώσασα μητέρα τους Α. Π. κατά ποσοστό 1/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Επίσης ο Κ. Π. και η Μ. Π., με τις υπ' αριθ. .../29-1-1969 και .../29-1-1969 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέργου που μεταγράφηκαν νόμιμα αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας καθώς και το μερίδιο της κληρονομιάς του πατέρα τους που είχε περιέλθει στην ήδη αποβιώσασα μητέρα τους κατά ποσοστό 1/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Ο ανωτέρω κληρονομούμενος Ε. Π. κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητα του τα κάτωθι ακίνητα 1) μια , οικία που ευρίσκεται στη Μάνδρα Αττικής στη θέση "Ράχη", αποτελείται από δύο δωμάτια και διάφορες αποθήκες και είναι κτισμένη επί οικοπέδου εμβαδού 350 τ.μ. περίπου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω αποβιώσαντος 25.000 δραχμών (βλ. προσκομιζόμενα συγκριτικά στοιχεία) 2) μια ερειπωμένη οικία που ευρίσκεται στη θέση "Ράχη" στη Μάνδρα Αττικής, αποτελείται από δύο δωμάτια και διάφορες αποθήκες και είναι κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 300 τ.μ. περίπου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω αποβιώσαντος 10.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία) 3) ένα αγροτεμάχιο που ευρίσκεται στη Μάνδρα Αττικής στη θέση "Κυπαρίσσι", εκτάσεως 100 στρεμμάτων περίπου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω κληρονομούμενου 30.000 δραχμών (βλ. προσκομιζόμενα συγκριτικά στοιχεία), 4) έναν αγρό που ευρίσκεται στη θέση "Ρίζα Μπλέτα" της περιφέρειας του Δήμου Μάνδρας Αττικής εκτάσεως 3 στρεμμάτων περίπου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω αποβιώσαντος 5.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία), 5) έναν αγρό που ευρίσκεται στη θέση "Αγία Αικατερίνη" στη Μάνδρα Αττικής εκτάσεως 3 περίπου στρεμμάτων αξίας κατά το χρόνο θανάτου του παραπάνω αποβιώσαντος 15.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία). 6) έναν αγρό που ευρίσκεται στη θέση "Μάνδρα Λογοθέτη" της κοινότητας Μαγούλας Αττικής μετά των εντός αυτού 100 ελαιοδένδρων περίπου, εκτάσεως 15 περίπου στρεμμάτων, αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου 60.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία), 7) ένα αγροτεμάχιο που ευρίσκεται στη θέση "Μάνδρα Λογοθέτη" της κοινότητας Μαγούλας Αττικής, μετά των εντός αυτού 40 ελαιοδένδρων εκτάσεως 4 περίπου στρεμμάτων αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου 15.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία), 8) έναν αγρό που ευρίσκεται στη θέση "Αμυγδαλιά Ρούσση", του Δήμου Ελευσίνας Αττικής μετά των εντός αυτού 18 ελαιοδένδρων, εκτάσεως 3 περίπου στρεμμάτων, αξίας κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω αποβιώσαντος 5.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία), 9) έναν αγρό που ευρίσκεται έξω από το αεροδρόμιο Ελευσίνας Αττικής και αποτελείται από δύο τεμάχια εκτάσεως 1.500 και 300 τ.μ. αντίστοιχα αξίας κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου 3.000 δραχμών (βλ. συγκριτικά στοιχεία). Επομένως η συνολική αξία της πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας κατά το χρόνο του θανάτου (18/1/1960) του Ε. Π. ανερχόταν σε 168.000 δραχμές (ήτοι 25.000 δρχ. + 10.000 δρχ. + 30.000 δρχ + 5.000 δρχ. + 15.000 δρχ. + 60.000 δρχ. + 15.000 δρχ. + 5.000 δρχ. + 3.000 δρχ.).
Ο μάρτυρας των εναγόντων με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε για την αξία των κληρονομιαίων ακινήτων στηριζόμενος σε πωλητήρια συμβόλαια της επίδικης περιόδου στην περιοχή όπου ευρίσκονται τα ακίνητα. Αντιθέτως η κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων δεν κρίνεται πειστική, διότι ενώ στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε ότι η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται σε 360.000-370.000 δραχμές, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου στην εκτιμητική του έκθεση αναβιβάζει την αξία των εν λόγω ακινήτων σε 850.000 δραχμές στηριζόμενος ως επί το πλείστον στα ίδια συγκριτικά στοιχεία με αυτά των εναγόντων, χωρίς όμως να αιτιολογεί με πειστικά επιχειρήματα που οφείλεται η απόκλιση αυτή.
Ο Ε. Π. το έτος 1953 δυνάμει του από 31/7/1953 ιδιωτικού προσυμφώνου προικός συνέστησε προίκα ποσού 835 χρυσών λιρών Αγγλίας υπέρ της κόρης του Ε., η οποία με επιστολή της προς τον προικοδότη πατέρα της αναφέρει ότι δέχεται το ποσό της εν λόγω προίκας να συνυπολογισθεί στη νόμιμη μοίρα της και στο εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο. Δηλώνει δε ότι η προίκα που έλαβε είναι πολύ μεγαλύτερη του κληρονομικού της μεριδίου που δικαιούται από την κληρονομιά του πατέρα της για το οποίο δεν διατηρεί πλέον καμία απαίτηση. Επίσης το έτος 1934 δυνάμει του υπ' αριθ. .../7-11-1934 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαγιάννη συνέστησε προίκα ποσού 100.000 δραχμών υπέρ της κόρης του Μ. Π., η οποία δήλωσε στο εν λόγω προικοσύμφωνο ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση για μεγαλύτερη προίκα στο μέλλον ούτε κατά του προικοδότη πατέρα της ούτε κατά των κληρονόμων του. Το δε έτος 1938 δυνάμει του υπ' αριθ. .../19-1-1938 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Γεωργίου Γατζελή συνέστησε προίκα ποσού 70.000 δραχμών υπέρ της κόρης του Ό. Π. (μη διαδίκου) η οποία δήλωσε στο εν λόγω προικοσύμφωνο ότι παραιτείται από κάθε κληρονομικό δικαίωμα από την πατρική κληρονομιά. Η ανωτέρω Ό. Π. υλοποιώντας την ως άνω δήλωση της με το υπ' αριθ. .../25-10-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βέργου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον αδελφό της αρχικό πρώτο ενάγοντα Μ. Π. το 1/2 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομική της μερίδα στην κληρονομιά των γονέων της ήτοι τα 2/20 εξ αδιαιρέτου, ενώ με την από 20/12/1975 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 436/1977 πρακτικό δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 158/1977 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου κατέλιπε στον αδελφό της Κ. Π. το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομική της μερίδα στην κληρονομιά των γονέων της ήτοι τα 2/20 εξ αδιαιρέτου. Την κληρονομιά δε αυτή αποδέχθηκε ο Κ. Π. με την υπ' αριθμ. .../13-3-2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αικατερίνης Κολοβέντζου-Συμπάρδη που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι το κληρονομικό μερίδιο του αρχικού πρώτου ενάγοντος και του Κ. Π. αυξήθηκε κατά το ποσοστό της αδελφής τους Ό. Π. και διαμορφώθηκε σε 6/20 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα. Μετά δε το θάνατο του Κ. Π. στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγόντων των οποίων το ποσοστό ανέρχεται σε 2/20 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1895 Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 1329/1983 οι προίκες που συνέστησε ο κληρονομούμενος Ε. Π. προς τις κόρες του Ε., Μ. και Ό. αποτελούν συνεισενεκτέες παροχές. Η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, όπως προαναφέρθηκε, ανερχόταν σε 168.000 δραχμές. Την ίδια αξία είχε η ανωτέρω κληρονομιά και κατά το χρόνο του θανάτου (21/5/1960) της συζύγου του κληρονομούμενου Α. Π.. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η εξ αδιαθέτου μερίδα της συζύγου του κληρονομουμένου Α. Π. ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου, καθόσον αυτή δεν συμμετέχει στη συνεισφορά, δηλαδή θα αφαιρεθεί το ποσό των 42.000 δραχμών. Στο υπόλοιπο ποσό των 126.000 δραχμών (168.000-42.000) προστίθενται οι παροχές του κληρονομουμένου προς τις κόρες του. Σχετικά με την προίκα ποσού 835 χρυσών λιρών Αγγλίας προς την κόρη του Ε. Π. το έτος 1953, η αξία σε δραχμές της χρυσής λίρας Αγγλίας τον Ιούλιο του έτους 1953 που συστήθηκε η παραπάνω προίκα ανερχόταν σε 311.056 δραχμές και επομένως η αξία της ως άνω παροχής κατά το χρόνο της συστάσεως της αντιστοιχεί σε 259.731,76 δραχμές (ήτοι 835 λίρες Χ 311,056 δραχμές). Η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας τον Ιανουάριο του 1960 που απεβίωσε ο κληρονομούμενος ανερχόταν σε 285,63 δραχμές και με δεδομένο ότι κατά το διάστημα από τη σύσταση της προίκας 1953 έως το θάνατο του κληρονομουμένου 1960 δεν υπήρξε υποτίμηση της δραχμής, η αξία της παραπάνω προίκας, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου ανερχόταν σε 238.501 δραχμές (259.731,76 δραχ : 311,056 δραχ. Χ 285,63 δραχ. = 238.501 δραχ.). Επίσης αναφορικά με την προίκα ποσού 100.000 δραχμών που έλαβε η Μ. Π. από τον κληρονομούμενο κατά το έτος 1934, για να ευρεθεί η πραγματική της αξία τόσο κατά το χρόνο που συστήθηκε 1934 όσο και κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου 1960 και με δεδομένο ότι συστήθηκε πριν το Ν. 18/1944, με τον οποίο μηδενίστηκε η αξία της προπολεμικής δραχμής, θα πρέπει να γίνει αναγωγή της αξίας της προίκας από δραχμές που ήταν κατά το χρόνο συστάσεως της λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το έτος 1934 (χρόνος συστάσεως της προίκας) ανερχόταν σε 872,1 δραχμές, η αξία της προίκας που έλαβε η Μ. Π. αντιστοιχεί σε 114,67 χρυσές λίρες ήτοι 100.000 δραχμές : 872,1 δραχ). Ο δείκτης τιμών καταναλωτή, με βάση τον μήνα Ιούνιο του έτους 1994 που ήταν 100, ανερχόταν το Νοέμβριο του έτους 1934 σε 3,422 και τον Ιανουάριο του έτους 1960 σε 2,143. Αφού ληφθεί υπόψη η διαφορά του τιμάριθμου μεταξύ του χρόνου που έγινε η παροχή (1934) και του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου (1960), καθώς και η διαφορά της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας κατά τους χρόνους αυτούς, προκύπτει ότι κάθε μία χρυσή λίρα το Νοέμβριο του έτους 1934 που έγινε η παροχή είχε αγοραστική δύναμη μεγαλύτερη 1,91 αυτής του χρόνου του θανάτου του κληρονομουμένου (Ιανουάριος 1960). Αφού μετατραπεί το ποσό αυτό των χρυσών λιρών σε δραχμές βάσει της τιμής της χρυσής λίρας κατά τον Ιανουάριο του 1960 προκύπτει το ποσό των 62.558,68 δραχμών, το οποίο αποτελεί την αξία σε δραχμές της προίκας των 100.000 δραχμών που έλαβε η ανωτέρω Μ. Π. κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Εξάλλου σχετικά με την προίκα ποσού 70.000 δραχμών που έλαβε η Ό. Π. από τον κληρονομούμενο πατέρα της τον Ιανουάριο του έτους 1938 για να ευρεθεί η πραγματική της αξία τόσο κατά το έτος 1938 όσο και κατά το έτος 1960 και με δεδομένο ότι συστάθηκε πριν το Ν. 18/1944, με τον οποίο μηδενίσθηκε η αξία της προπολεμικής δραχμής, θα ληφθεί υπόψη η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τις αρχές του έτους 1938 που ανερχόταν σε 909,7 δραχμές και η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το έτος 1960 που ανερχόταν σε 283,7 δραχμές.
Συνεπώς η αξία της προίκας που έλαβε η Ό. Π. αντιστοιχεί σε 76,95 χρυσές λίρες (ήτοι 70.000 δραχμές : 909,7). Ο δείκτης τιμών καταναλωτή, με βάση τον Ιούνιο του έτους 1994 που ήταν 100, ανερχόταν αρχές του έτους 1938 σε 3,959 και τον Ιανουάριο του έτους 1960 σε 2.143. Αφού ληφθεί υπόψη η διαφορά του τιμαρίθμου μεταξύ του χρόνου που έγινε η παροχή και του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και συνακόλουθα η διαφορά της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας κατά τους χρόνους αυτούς προκύπτει ότι καθεμία χρυσή λίρα τον Ιανουάριο του 1938 που έγινε η παροχή είχε αγοραστική δύναμη μεγαλύτερη και συγκεκριμένα ίση με την αγοραστική δύναμη 1,74 αυτής του θανάτου του κληρονομουμένου, ήτοι τιμή χρυσής λίρας Αγγλίας αρχές του 1938 διά ύψος τιμαρίθμου του ιδίου έτους ήτοι 909,7 δραχμές δια 3,959 ίσον 229,78 αφενός και τιμή χρυσής λίρας Αγγλίας τον Ιανουάριο 1960, ήτοι 283,7 δραχμές δια 2,143 ίσον 132,38 και επομένως 229,78 δια 132,38 ίσον 1,74).
Συνεπώς οι κατά τα ανωτέρω 76,95 χρυσές λίρες Αγγλίας του χρόνου που έγινε η παροχή αντιστοιχούν σε 133,57 χρυσές λίρες του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου. Από τη μετατροπή δε του ποσού αυτού των χρυσών λιρών σε δραχμές βάσει της τιμής της χρυσής λίρας κατά τον Ιανουάριο του 1960 προκύπτει το ποσό των 38.150 δραχμών, το οποίο αποτελεί την αξία σε δραχμές της προίκας των 70.000 δραχμών, που έλαβε η ανωτέρω Ό. Π. κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Τα ως άνω ποσά των παροχών του κληρονομουμένου προς τις κόρες του υπόκεινται σε συνεισφορά για τον προσδιορισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας καθενός των τέκνων αυτού (κληρονομουμένου) από την κληρονομιά του τελευταίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1895 και 1899 του Α.Κ. Έτσι με βάση τα προαναφερόμενα η αξία της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς του κληρονομουμένου ανέρχεται στο ποσό των 486.440,44 δραχμών ήτοι (126.000 δραχμές + 259.731,76 + 62.558 + 38.150).
Συνεπώς η εξ αδιαθέτου μερίδα καθενός από τα τέκνα του κληρονομουμένου επί της κληρονομιάς αυτού ανέρχεται σε 97.288 δραχ. (ήτοι 486.440,44 : 5). Στο ποσό αυτό της εξ αδιαθέτου μερίδας των παραπάνω τριών θυγατέρων του κληρονομουμένου, οι οποίες όπως προαναφέρθηκε, είναι υπόχρεες σε συνεισφορά, καταλογίζεται η συνεισενεκτέα παροχή που έλαβε καθεμία από αυτές από τον κληρονομούμενο πατέρα της και έτσι το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της Ε. Π. (μητέρας του πρώτου εναγομένου) επί της κληρονομιάς του πατέρα της ανέρχεται σε 97.288 δραχμές, στο οποίο συνεισφέρεται και καταλογίζεται η προίκα αξίας κατά τον χρόνο που την έλαβε 259.731,76 δραχμών. Επομένως αυτή έχει λάβει μερίδα μεγαλύτερη από αυτήν που αντιστοιχεί στην εξ αδιαθέτου μερίδα της και δεν δικαιούται να συμμετάσχει στην πραγματική κληρονομιά του παραπάνω κληρονομουμένου, η οποία περιέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1900 ΑΚ, στα λοιπά τέκνα του παραπάνω κληρονομουμένου.
Συνεπώς ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αντλεί τα δικαιώματα του από την αποβιώσασα μητέρα του Ε. Π., δεν έχει κληρονομικό μερίδιο στην κληρονομιά του κληρονομουμένου παππού του Ε. Π.. Στην συνέχεια για να εξευρεθεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της Μ. Π. (μητέρας των λοιπών εναγομένων), προστίθενται στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς του κληρονομουμένου αξίας 126.000 δραχ. οι προίκες της Μ. και της Ό. Π., αξίας 62.558,68 δραχ. και 38.150 δραχμών αντίστοιχα (ήτοι 126.000 + 62.558,68 δραχ. + 38.150 δραχμές = 226.708,68 δραχ.). Το ποσό αυτό των 226.708,68 δραχμών διαιρείται δια 4 μετά τον αποκλεισμό της ανωτέρω Ε. Π. ήτοι 226.708,68 : 4 = 56.677,17 δραχμές. Έτσι προκύπτει η πλασματική μερίδα για καθένα από τους υπόλοιπους τέσσερεις κληρονόμους ποσού 56.677,17 δραχμές και πραγματική μερίδα για καθένα από αυτούς, αυτή που αντιστοιχεί στο κλάσμα με αριθμητή το ποσό των 56.677,17 δραχμών και παρανομαστή το ποσό των 126.000 δραχμών που είναι η αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς. Έτσι, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της Μ. Π. μητέρας των δεύτερου, τρίτου, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων υπολογιζόμενο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ανέρχεται σε 56.677,17 δραχμές, στο οποίο συνεισφέρεται και καταλογίζεται η προίκα αξίας 62.558,68 δραχμών. Επομένως αυτή έχει λάβει μερίδα μεγαλύτερη από αυτή που αντιστοιχεί στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και δεν δικαιούται να συμμετάσχει στην πραγματική κληρονομιά του παραπάνω κληρονομουμένου, η οποία περιέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1900 Α.Κ. στα λοιπά τέκνα του.
Συνεπώς ο δεύτερος, ο τρίτος, η τέταρτη και η πέμπτη των εναγομένων, οι οποίοι αντλούν τα δικαιώματα τους από την αποβιώσασα μητέρα τους Μ. Π., δεν έχουν κληρονομικό μερίδιο στην κληρονομιά του κληρονομουμένου παππού τους Ε. Π.. Ακολούθως για να εξευρεθεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της Ό. Π. μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) προστίθεται στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς αξίας 126.000 δραχμών, η προίκα αυτής αξίας 38.150 δραχμών, ήτοι 126.000 + 38.150 = 164.150 δραχμές. Το ποσό αυτό των 164.150 δραχ. διαιρείται μετά τον αποκλεισμό της Μ. Π. δια 3 (ήτοι 164.150 : 3 = 54.716 δραχμές). Έτσι προκύπτει πλασματική ομάδα για καθέναν από τους υπολοίπους τρεις κληρονόμους ποσού 54.716 δραχ. και πραγματική μερίδα για καθένα από αυτούς, αυτή που αντιστοιχεί στο κλάσμα με αριθμητή το ποσό των 54.716 δραχ. και παρανομαστή το ποσό των 126.000 δραχ. που είναι η αξία της πραγματικής ομάδας κληρονομιάς. Έτσι το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της Ό. Π. ανέρχεται σε 54.716 δραχ. στο οποίο συνεισφέρεται και καταλογίζεται η προίκα αξίας 38.150 δραχμών. Το υπόλοιπο που απομένει μετά την αφαίρεση της αξίας της προίκας από την αξία της κληρονομικής μερίδας των 54.716 δραχ., ήτοι ποσό 16.566 δραχμών, αποτελεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο στην πραγματική κληρονομιά του κληρονομουμένου Ε. Π., το οποίο όμως, όπως προαναφέρθηκε, μεταβίβασε στα αδέλφια της Μ. Π. αρχικό πρώτο ενάγοντα και Κ. Π. πατέρα των λοιπών εναγόντων κατά ποσοστό Vi εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του πατέρα τους Ε. Π. τα κληρονομιαία ακίνητα τα νέμονταν οι υιοί του Μελέτιος και Κ. Π. χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τις αδελφές τους μέχρι την αποβίωση αυτών, για δικό τους λογαριασμό. Οι αδελφές τους δεν τα νεμήθηκαν ποτέ ούτε αξίωσαν εισοδήματα από τα κληρονομιαία ακίνητα καθόσον γνώριζαν ότι αυτά ανήκουν στα αδέλφια τους αφού αυτές με τις προίκες που έλαβαν από τον πατέρα τους υπερεκάλυψαν το κληρονομικό τους μερίδιο. Οι αδελφές με τις προίκες που έλαβαν και την εργασία των συζύγων τους και την δική τους δημιούργησαν δική τους περιουσία και δεν ασχολήθηκαν καθόλου με την κληρονομιαία περιουσία ούτε προέβαλαν ποτέ καμία αξίωση κληρονομικού δικαιώματος επί της πατρικής κληρονομιάς, τηρώντας με συνέπεια τα δηλωθέντα, όπως προαναφέρθηκαν, στα προικοσύμφωνα κατά τη λήψη των προικώων παροχών εκ μέρους του πατέρα τους. Μάλιστα ο Α. Κ. σύζυγος της Μ. Π. και πατέρας των δευτέρου, τρίτου, τέταρτης και πέμπτης των εναγομένων με την από 15/7/1966 επιστολή του προς τον Μ. Π.- αρχικό πρώτο ενάγοντα έξι έτη μετά το θάνατο του Ε. Π. του αναφέρει ότι "το γυναικείο συγκρότημα" υπονοώντας τη σύζυγο του και τις αδελφές της "δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει τίποτε άλλο διότι τις εκαλοπροίκισε ο πατέρας τους". Το γεγονός ότι οι θυγατέρες του Ε. Π. αποδέχθηκαν τυπικά και μόνο με τις προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής την κληρονομιά του πατέρα τους κατά τα έτη 1968 και 1969 δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή καθόσον ποτέ μέχρι το θάνατο τους δεν νεμήθηκαν τα κληρονομιαία ακίνητα ούτε προέβαλαν ποτέ κάποια αξίωση ενώ έβλεπαν τα αδέλφια τους να νέμονται εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά για τον εαυτό τους τα εν λόγω ακίνητα.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι, οι υιοί του Ε. Π., Μ. και Κ. έλαβαν από τον πατέρα τους κατά το έτος 1952 τα ποσά των 3.000 και 1.500 χρυσών λιρών Αγγλίας αντίστοιχα για επαγγελματική τους αποκατάσταση. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της αδελφής τους Ό., Π. Μ. τους μεταβίβασε το έτος 1946 φορτηγό αυτοκίνητο για να κάνουν μόνοι τους μεταφορές με τη συμφωνία να το αποπληρώσουν σε δόσεις και έτσι εργαζόμενοι τόσο με το φορτηγό όσο και στα κτήματα του πατέρα τους απέκτησαν χρήματα και με αυτά εξόφλησαν το τίμημα του φορτηγού αυτοκινήτου στο γαμπρό τους και αγόρασαν το έτος 1953 μαζί το 1/4 λεωφορείου του ΚΤΕΛ τα υπόλοιπα 3/4 του λεωφορείου τα αγόρασε ο γαμπρός τους Π. Μ. και εργάζονταν σ' αυτό όλοι μαζί. Ο πατέρας τους ηλικίας 80 ετών το 1952 δεν εργαζόταν πλέον και δεν είχε χρήματα ώστε να δώσει τα ανωτέρω υπέρογκα ποσά στους υιούς του για την επαγγελματική τους αποκατάσταση.
Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Οι μάρτυρες των εναγόντων με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσαν τόσο για την παραίτηση των προικισθέντων αδελφών από το κληρονομικό τους δικαίωμα επί της κληρονομιάς του πατέρα τους Ε. Π. όσο και για την αδυναμία του πατέρα τους να δώσει στους υιούς του για την επαγγελματική τους αποκατάσταση το συνολικό ποσό των 4.500 χρυσών λιρών Αγγλίας, οι δε καταθέσεις τους αυτές δεν αντικρούονται πειστικά από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων. Περαιτέρω η ένσταση παραγραφής του δικαιώματος της συνεισφοράς και της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων που προτείνουν οι εναγόμενοι αλυσιτελώς προβάλλονται ενόψει της κρίσεως του δικαστηρίου περί παραιτήσεως των θυγατέρων του κληρονομουμένου Ε. Π. από το κληρονομικό τους δικαίωμα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, το οποίο κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ και λόγω ερημοδικίας των εκκαλούντων - εναγομένων στον πρώτο βαθμό, είχε κάνει δεκτή την έφεση και είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως και σωρευομένη περί συνεισφοράς αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (ο πρώτος και η πέμπτη των οποίων είναι οι αναιρεσείοντες) έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος στις 18.1.1960 Ε. Π., τις παροχές (προίκες) που έλαβαν οι μητέρες τους Ε. Π. - Κ. και Μ. Π. - Κ.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 1831, 1895 και 1899 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1832, 1833 και 1834 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ η επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 156 ΑΚ στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, δεν συνέτρεξε περίπτωση παραιτήσεως του πρώτου ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των λοιπών εναγόντων, από δικαίωμα συνεισφοράς αλλά παραιτήσεως των αναιρεσειουσών από το κληρονομικό τους δικαίωμα. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ'αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης και σωρευομένης περί συνεισφοράς αγωγής των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε.
Συνεπώς ο ίδιος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμος. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες το δικαίωμα των αρχικώς εναγόντων για συνεισενεκτέα, λόγω προίκας, παροχή και καταλογισμό στην κληρονομιαία του προικοδότη και κληρονομηθέντος Ε. Π. περιουσία έπαψε να υπάρχει και καταλύθηκε λόγω δεδηλωμένης και έμπρακτης παραιτήσεως των εν λόγω αρχικώς εναγόντων από την άσκηση του δικαιώματός τους αυτού, όσο και με την αναγνώριση, των επί των επιδίκων, κληρονομιαίων δικαιωμάτων των αδελφών τους προικοληπτριών, για τους αναφερομένους ειδικότερα λόγους και ιδιαίτερα λόγω της κοινής από όλα τα αδέλφια αποδοχής της κληρονομιαίας περιουσίας, είναι απαράδεκτες γιατί δεν αφορούν κατά τα προεκτεθέντα, σε παραδοχές της αποφάσεως, αλλά προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που αν εκτιμώντο όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα θα ήταν διαφορετικό από το εξαχθέν. Έτσι όμως και υπό την επίφαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Η αιτίαση του ίδιου λόγου περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, χωρίς τον προσδιορισμό των διδαγμάτων αυτών, καθώς και αντίστοιχου πραγματικού είναι απαράδεκτη. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί, όπως επίσης πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος, κατά τον οποίο και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αιτιολογεί γιατί οι κόρες του κληρονομουμένου Ε. και Μ., καθώς και η αδελφή τους Ό., που μεταβίβασε στα αδέλφια της το κληρονομικό της μερίδιο, δεν εδικαιούντο κληρονομικό μερίδιο, καθ'όσον ουδεμία ασάφεια η ανεπάρκεια υφίσταται στην αιτιολογία της αποφάσεως, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, οι δε αιτιάσεις αυτές αφορούν κατά τα λοιπά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις και δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας, αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 833/2013). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής ή με επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως, ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003). Πράγμα με την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων και σ' αυτούς, και όταν περιέχονται σε λόγο εφέσεως, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι δεν ερεύνησε τον περιεχόμενο στον πρώτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων ισχυρισμό, κατά τον οποίο εσφαλμένα θεωρήθηκαν από το δικαστήριο δικονομικά απόντες ως καταθέσαντες εκπροθέσμως τις προτάσεις τους, ενώ τούτο δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, καθόσον οι προτάσεις αυτές είχαν κατατεθεί εμπρόθεσμα και στην οριζόμενη στο άρθρο 237 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμία των 20 ημερών πριν από την συζήτηση. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος γιατί αφορά σε περιεχόμενο σε λόγο εφέσεως αλυσιτελή ισχυρισμό, στον οποίο το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων αυτές κατετέθηκαν στις 18-9-2008, ενώ η συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε στις 6-10-2008, ήτοι η κατάθεσή τους έγινε 17 ημέρες πριν από τη συζήτηση και συνακόλουθα έγκυρα οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες θεωρήθηκαν δικονομικά απόντες. Στην πρωτόδικη απόφαση ως ημέρα καταθέσεως των προτάσεων αυτών αναφέρεται, από προφανή παραδρομή, η 15-9-2008 πλην όμως το "γραφικό" αυτό λάθος δεν μπορεί να εδραιώσει τον ερευνώμενο αναιρετικά λόγο. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτος γιατί ούτε σε παραβίαση ουσιαστικής διατάξεως αναφέρεται, ούτε αντίστοιχο πραγματικό περιέχει. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων βαρύνει τους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (αρθρ.176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2013 αίτηση των Α. Κ. και Α. Κ. συζ. Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3494/1992 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή