Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 298 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή περί κλήρου , Ένδικο μέσο, Κληρονομία .




Περίληψη:
Αξίωση του κληρονόμου για εγχείρηση καταλόγου με τα στοιχεία της κληρονομίας και για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της (ΑΚ 904, 1880). Παρεπόμενες αξιώσεις που συνοδεύουν την περί κλήρου αγωγή, ως κύρια αξίωση. Πώς ασκούνται. Υπόχρεοι για την παροχή και συνέπειες μη ή πλημμελούς εκπληρώσεως. Λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1, 11γ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αβάσιμοι. Λόγοι αναιρέσεως κατά αιτιολογίας που δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης ή το στηρίζει μεν, αλλά τούτο στηρίζεται αυτοτελώς (και) σε άλλη, επάλληλη δικαιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.




Αριθμός 298/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: 1) Δημήτριο Πασσά, 2) Αριστείδη Χιωτέλλη, 3) Γεώργιο Κωστόπουλο και 4) Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: 1) Χαράλαμπο Παμπούκη, 2 ) Λεωνίδα Μαραβέλη και 3) Κυριακούλα Δικαιάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7886/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 4600/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/11/2011 αίτησή του και τους από 16/2/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 2/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4600/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ.1 του ΑΚ, που ορίζει ότι " Κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτιμήσεως και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1871 του ΑΚ (αγωγή περί κλήρου) "Ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομίας (νομέα της κληρονομίας) την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου από αυτήν, κατά το άρθρο 1880 του ΑΚ "Ο νομέας της κληρονομίας έχει υποχρέωση να δώσει πληροφορίες στον κληρονόμο για την κατάσταση της κληρονομίας, καθώς και για την τύχη των αντικειμένων της. Την ίδια υποχρέωση έχει και: 1. όποιος, χωρίς να είναι νομέας της κληρονομίας, παίρνει από αυτήν ένα πράγμα στη νομή του πριν καταλάβει τη νομή ο κληρονόμος 2. όποιος κατά το θάνατο του κληρονομουμένου βρισκόταν με αυτόν σε οικιακή κοινωνία", κατά δε το άρθρο 304, του ίδιου ΑΚ " Όποιος έχει υποχρέωση να αποδώσει ομάδα αντικειμένων ή να δώσει πληροφορίες γι' αυτήν οφείλει να εγχειρίσει στον δικαιούχο κατάλογο των στοιχείων της ομάδας". Με τις δύο αμέσως προηγούμενες διατάξεις, η δεύτερη από τις οποίες (άρθρ. 304) προϋποθέτει δεδομένη από άλλες διατάξεις την επιβαλλόμενη υποχρέωση για απόδοση ομάδας αντικειμένων ή για παροχή πληροφοριών, παρέχονται, προς διευκόλυνσή του, στον κληρονόμο, ο οποίος, σκοπεύοντας να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή, συχνά βρίσκεται σε αδυναμία να γνωρίζει, με ακρίβεια και πληρότητα, είτε το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κληρονομίας είτε την παρούσα κατάσταση των στοιχείων που τη συνθέτουν, δύο αντίστοιχες παρεπόμενες αξιώσεις που συνοδεύουν την περί κλήρου αγωγή, ως κύρια αξίωση, δηλαδή αυτήν για εγχείριση καταλόγου με τα στοιχεία της κληρονομίας και εκείνη για παροχή πληροφοριών για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της. Οι παρεπόμενες αυτές αξιώσεις του κληρονόμου μπορούν να ασκηθούν είτε μαζί με την περί κλήρου αγωγή είτε και αυτοτελώς, πριν από αυτήν, στο δικαστήριο της κληρονομίας, η μη εκπλήρωση δε ή η πλημμελής, με παροχή ανακριβών στοιχείων, εκπλήρωση της υποχρεώσεως μπορεί να γεννήσει υποχρέωση προς αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 330, 914 επ. του ΑΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.
ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της απόφασης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι: "Την 5-6-2001 απεβίωσε ο πατέρας των διαδίκων Π. Α., κάτοικος, εν ζωή, ... (...), χωρίς να αφήσει διαθήκη, (και) κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, και από τους διαδίκους, γνήσια τέκνα του, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα.-Την κληρονομία αυτή οι παραπάνω αποδέχτηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. .../21-11 -2002 Πράξης αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Δέσποινας Τριτσιμπίδα - Παριανού, και μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως, έλαβαν, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3840/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το υπ' αριθμ. 1639/2002 Πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέως του ίδιου ως άνω Πρωτοδικείου και υπέβαλαν στη Δ.Ο.Υ. ... την υπ' αριθ. .../Θ 245/2001 κοινή δήλωση φόρου κληρονομίας. Στην εν λόγω δήλωση περιελήφθησαν, ως ενεργητικό, οκτώ ακίνητα και τα ακόλουθα κινητά 1) 118.353 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής αξίας 1.624.179.523 δραχμών, 2) 2595 μετοχές της Τράπεζας της Ελλάδος, συνολικής αξίας 67.589.370 δραχμών, 3) 41.308 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΛΑΣ Α.Ε.", συνολικής αξίας 53.741.708 δραχμών, 4) 18.337 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "ΒΕΜΕΞΥΛ Α.Ε.", συνολικής αξίας 512.757.531 δραχμών, 5) μερίσματα, μετρητά και απαιτήσεις, ήτοι ενεργητικό αξίας περίπου 3 δισεκατομμυρίων δραχμών, ως παθητικό δε (νοσήλεια, έξοδα κηδείας κ.λ.π.) περιελήφθη το ποσό των τριάντα τριών εκατομμυρίων δραχμών περίπου (...). Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο πατέρας των διαδίκων Π. Α., όσο βρισκόταν στη ζωή, είχε μεταβιβάσει, χαριστικώς, τα περισσότερα περιουσιακά του στοιχεία στα τέκνα του (διαδίκους) και τους είχε παραχωρήσει διαχειριστικές αρμοδιότητες σε διάφορες επιχειρήσεις του, χωρίς, όμως, ποτέ να συστήσει μ' αυτούς αφανή, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, εταιρεία, καθιστώντας τους συνεταίρους του με ισότιμα με τον ίδιο ποσοστό (1/3 ο καθένας) στις επιχειρήσεις και την εν γένει περιουσία του. Μεταξύ άλλων, ο μεν ενάγων έγινε αποκλειστικός κύριος του συνόλου του εταιρικού κεφαλαίου της Χαλυβουργίας που εδρεύει στη ... με την επωνυμία "FERROWOHLEN", πέντε (5) εμπορικών πλοίων και του νομικού προσώπου (ESTABLISHMENT) με την επωνυμία "CASSIDRA", ο δε εναγόμενος έγινε αποκλειστικός κύριος του χαλυβουργείου με την επωνυμία "BETA" που εδρεύει στις ... και του χαλυβουργείου με την επωνυμία "ALPHA STEEL "που εδρεύει στην ... . Εκτός τούτων, ο ενάγων έγινε και αποκλειστικός κύριος του συνόλου των ανωνύμων μετοχών της "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε." (9.295.000 μετοχές). ’λλα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από αυτά που αποτέλεσαν την κληρονομιαία περιουσία (τα οποία από κοινού αποδέχθηκαν, κατά τα ως άνω αναφερθέντα, οι διάδικοι και η μητέρα τους Ε.), δεν αποδείχθηκε ότι είχε, κατά το χρόνο του θανάτου του, ο Π. Α.. Να σημειωθεί ότι, ύστερα από δικαστική εντολή, κατόπιν ενεργειών του ενάγοντος, άνοιξαν, στις 23 Φεβ. 2011, οι μισθωθείσες από τον αποβιώσαντα, κατά το έτος 1981 θυρίδες στην Ελβετική Τράπεζα "Credit Suisse", οι δύο από τις οποίες βρέθηκαν κενές, η δε τρίτη τούτων (η υπ' αριθ. 6750) περιείχε διάφορα είδη τα οποία καταγράφηκαν και εξακολουθούν να φυλάσσονται σ' αυτήν, η οποία σφραγίστηκε και κλειδώθηκε, των κλειδών φυλασσομένων στην εν λόγω Τράπεζα. Εξάλλου, ο εναγόμενος, με το υπ' αριθ. 1362/2010 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών απηλλάγη των κατηγοριών της κακουργηματικής υπεξαίρεσης μετοχών, καταθέσεων και του περιεχομένου των θυρίδων κ.λ.π., ύστερα από την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ' αυτού κατόπιν εγκλήσεως που υπέβαλε εναντίον του ο ενάγων ταυτόχρονα με την άσκηση της ένδικης αγωγής. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι, περί το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, ο εναγόμενος, εμφανιζόμενος ως ο μοναδικός "κληρονομικώ δικαιώματι" δικαιούχος των εταιρικών δικαιωμάτων των (εξωχωρίων κυρίως) εταιρειών του αποβιώσαντος, διέθεσε ή μεταβίβασε περιουσιακά στοιχεία αυτών, σε τρίτους, ενθυλακώνοντας το αντικατάλλαγμα της διάθεσης, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκτός από την κληρονομιαία περιουσία, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία (εκτός από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 6750 θυρίδας της Credit Suisse, το οποίο έγινε γνωστό μόλις την 23 - 2 - 2011). Αβάσιμος, επίσης, κρίνεται και ο ισχυρισμός του ενάγοντος - εκκαλούντος ότι ο εναγόμενος τελούσε σε "οικιακή κοινωνία" με τον πατέρα τους και διαχειριζόταν την περιουσία του. Εξάλλου, από τις 29 Αυγ. 1995, ο μεν εναγόμενος, με την οικογένεια του διέμενε μονίμως σε ιδιόκτητη κατοικία στο ..., ασχολούμενος με τη διεύθυνση των επιχειρήσεων του, ο δε πατέρας του (Π. Α.) διέμενε είτε στη ... είτε στο ... . Βέβαια, ο τελευταίος με την από 3-1-1999 ανακοίνωση του στον ημερήσιο Ελληνικό Τύπο, δήλωσε ότι ανέθεσε τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του στο εξωτερικό στον εναγόμενο και των επιχειρήσεών του στο εσωτερικό στον ενάγοντα. Η δήλωση, όμως, αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον αυτός ασκούσε, μέχρι του θανάτου του (στις 5-6-2001), τη διαχείριση και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων του με τους έμπιστους συνεργάτες του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (...). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας,την 5-6-2001, πατέρας των διαδίκων Π. Α. διέθετε περιουσιακά στοιχεία εκτός των αναφερομένων στην υπ' αριθμ. .../21-1-2002 Πράξη αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Δέσποινας Τριτσιμπίδα - Παριανού, και στην υπ' αριθμ. .../Θ.245/2001 κοινή δήλωση φόρου κληρονομίας στη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, και ότι τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του στο Εξωτερικό είχε αναθέσει στον εναγόμενο γυιό του, μετά του οποίου τελούσε σε "οικιακή κοινωνία", και ο οποίος κατακρατεί (ή έχει διαθέσει) τα περιουσιακά αυτά στοιχεία". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο πρώτος ζητούσε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα κατά το ποσοστό των 3/8 εξ αδιαιρέτου σε όλη την κληρονομία του πατέρα των διαδίκων που βρίσκεται στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αναλυτικόν κατάλογο για τα στοιχεία που αποτελούν την ομάδα της κληρονομίας κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και να του παράσχει πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της, καθώς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα, κατά το κληρονομικό του μερίδιο, τα ανωτέρω αντικείμενα της κληρονομίας ή το "αντικατάλλαγμά" τους, όπως θα τα προσδιόριζε ο ενάγων με παρεμπίπτουσα αγωγή του, και ενώ το (Εφετείο) είχε κρίνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, την αγωγή ως προς το αίτημά της για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος επί της κληρονομίας του πατέρα του που βρισκόταν στην Ελλάδα και για την οποία, περιελθούσα στους διαδίκους ως ανωτέρω, δεν ερίζουν οι διάδικοι, αίτημα το οποίο είχε απορριφθεί και πρωτοδίκως ως απαράδεκτο, για τον ίδιο λόγο.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου ή του περιεχομένου της αγωγής δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος στην περιουσία του θανόντος πατέρα του που βρισκόταν στο εξωτερικό και για υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταθέσει κατάλογο των αντικειμένων της κληρονομίας αυτής και να παράσχει πληροφορίες για την κατάσταση της κληρονομίας και την τύχη των αντικειμένων της με την αιτιολογία ότι α) κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν υπήρχε κληρονομιαία περιουσία του θανόντος στο εξωτερικό λόγω της εν ζωή του κληρονομουμένου παραχώρησης της περιουσίας αυτής στους διαδίκους-τέκνα του τελευταίου, παρεπομένως δε και ότι β) ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν νομέας τέτοιας κληρονομίας, καθώς και ότι γ) δεν βρισκόταν ( ο αναιρεσίβλητος) σε σχέση οικιακής κοινωνίας με τον κληρονομούμενο κατά τον θάνατο του τελευταίου. Υπό τις παραδοχές αυτές του Εφετείου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προειρημένων (ανωτ. υπό Ι) ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1871, 1880, 304 του ΑΚ (και 288, 281 του ίδιου ΑΚ, τις οποίες επιπροσθέτως επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση της αγωγής του) και 70 του ΚΠολΔ, η ύπαρξη δηλαδή κληρονομίας στο εξωτερικό και εντεύθεν κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στην κληρονομία αυτή, και ιδιότητα του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ως νομέα της κληρονομίας ή ως ευρισκομένου σε οικιακή κοινωνία με τον κληρονομούμενο κατά τον θάνατο του τελευταίου. Κατά συνέπειαν ορθώς το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή τους, και οι σχετικοί, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, που φέρουν αριθμό 1.1, 2.1, 2.2 και 3, και του δικογράφου πρόσθετων λόγων, που φέρουν στοιχείο Θ' και Ι', με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τους εξεταζόμενους και κατωτέρω, κατά τα λοιπά, υπ' αριθμ. 5 (5.1 και 5.2) και 1.5 λόγους του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται (και) ότι το Εφετείο έπρεπε τουλάχιστον να δεχθεί το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής του ως προς το προρρηθέν περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 6750 θυρίδας της Ελβετικής τράπεζας "Gredit Suisse" ("διάφορα είδη τα οποία καταγράφηκαν και εξακολουθούν να φυλάσσονται σ' αυτήν") που ανήκε στον κληρονομούμενο και βρέθηκε την 23-2-2011, και το οποίο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν περιλαμβάνεται στα περιουσιακά στοιχεία που ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων είχε παραχωρήσει εν ζωή στους τελευταίους μήνες ούτε στην κληρονομία ("του εσωτερικού") που οι διάδικοι αποδέχθηκαν και παρέλαβαν, κατά τα προεκτεθέντα. Η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος, εκτιμώμενη ως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ με την μη εφαρμογή τους), προβάλλεται χωρίς ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον προς τούτο και επομένως απαραδέκτως, αφού α) το μεν κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου υπάρχει εκ του νόμου (νομικό γεγονός, άρθρο 1710 παρ.1 ΑΚ), ο δε αναιρεσείων δεν ασκεί την περί κλήρου αξίωση (απόδοση κληρονομιαίων αντικειμένων, άρθρο 1871 ΑΚ), ενώ β) η απόρριψη της αγωγής με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ύπαρξη κληρονομιαίας περιουσίας δεν δεσμεύει με δεδικασμένο την αναγνώριση τέτοιου (κληρονομικού) δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί αντικειμένων της κληρονομίας που τυχόν υπήρχαν και έγιναν ή θα γίνουν γνωστά αργότερα (μετά την άσκηση της αγωγής). Αβάσιμοι είναι και οι υπ' αριθμ. 5 και 6 κύριοι λόγοι και ο υπό στοιχ. Α' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον ίδιο αριθμό 1 (όχι 8, 14, 15 και 19 που μνημονεύει ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει (με επικύρωση και κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης) ως απαράδεκτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος και επί της περιουσίας του κληρονομούμενου πατέρα των διαδίκων (κληρονομία) που βρίσκεται στην Ελλάδα, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, με την μη εφαρμογή της. Και τούτο, ότι δηλαδή είναι αβάσιμοι οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως, διότι, παρά τον καθολικό χαρακτήρα της κληρονομικής διαδοχής (άρθρο 1710 παρ.1 του ΑΚ), ο αναιρεσείων δεν είχε πράγματι έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα στην κατά τα ανωτέρω, στην Ελλάδα ευρισκομένη, περιουσία του κληρονομουμένου, την οποία, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, ως επαχθείσα κληρονομία, οι διάδικοι αποδέχθηκαν κατά το νόμιμο ποσοστό του έκαστος και για την οποία ουδεμία έρις ή αμφισβήτηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου υπήρξε, που να δικαιολογεί έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ως προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, για τη ζητούμενη αναγνώριση.
IV. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο της ουσίας διαλαμβάνει στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, από τις προαναφερθείσες (ανωτ. υπό ΙΙ) παραδοχές του Εφετείου ως προς την παραχώρηση, εν ζωή του κληρονομουμένου - πατέρα των διαδίκων, περιουσιακών του στοιχείων στα τέκνα του και ως προς τη μη ύπαρξη κληρονομιαίας περιουσίας του (κληρονομουμένου) άλλη εκτός από εκείνην που αποδέχθηκαν οι διάδικοι και το περιεχόμενο ("διάφορα είδη") της υπ' αριθμ. 6750 θυρίδας της "Credit Suisse" που έγινε γνωστό την 23-2-2011 και φυλάσσεται στην Τράπεζα αυτή, καθώς και ως προς την ανυπαρξία, επίσης, σχέσεως οικιακής κοινωνίας του εναγομένου με τον κληρονομούμενο πατέρα των διαδίκων κατά τον θάνατο του τελευταίου, προκύπτει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το (απορριπτικό) διατακτικό της απόφασής του, και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα αυτή γνώμη του δικαστηρίου, οι σχετικοί, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 1.2, 1.3, 1.5 και 2.2 του αναιρετηρίου και υπό στοιχ. Δ', Ε', ΣΤ' και Ζ' του πρόσθετου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου και ειδικότερα του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με αυτά, ως ανωτέρω, που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη περιουσιακών στοιχείων στην κληρονομία του πατέρα των διαδίκων στο εξωτερικό και παρεπομένως και στο ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως νομέα της κληρονομίας αυτής ή αντικειμένων της, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1710, 1871, 1880, 304 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, στις οποίες ο αναιρεσείων στηρίζει την αγωγή του, και στέρησε έτσι (το Εφετείο) την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι 1) ενώ δέχεται (το Εφετείο) ότι α) ο πατέρας των διαδίκων όσο βρισκόταν στη ζωή είχε μεταβιβάσει χαριστικώς τα περισσότερα περιουσιακά του στοιχεία στα τέκνα του (διαδίκους) και τους είχε παραχωρήσει διαχειριστικές αρμοδιότητες σε διάφορες επιχειρήσεις του, δεχόμενο έτσι ότι ο κληρονομούμενος δεν είχε μεταβιβάσει εν ζωή όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και τις επιχειρήσεις του στα τέκνα του - διαδίκους (από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι η παραδοχή αυτή του Εφετείου αναφέρεται στην περιουσία του κληρονομουμένου στο εξωτερικό, η οποία άλλωστε αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης, άλλως η παραδοχή αυτή ενέχει ασάφεια (ανεπαρκή αιτιολογία) ως προς την περιουσία του κληρονομουμένου στην οποία αναφέρεται), χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω αν τα μη διατεθέντα περιουσιακά στοιχεία εξαντλούνται στο περιεχόμενο, ήτοι στα "διάφορα είδη τα οποία καταγράφηκαν και φυλάσσονται σ' αυτήν", της προρρηθείσης υπ' αριθμ. 6750 θυρίδας της Ελβετικής Τράπεζας "Credit Suisse" που ανοίχθηκε την 23-2-2011, και ότι β) η δήλωση του κληρονομουμένου στον ημερήσιο τύπο ότι ανέθεσε τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του στο εξωτερικό στον εναγόμενο (και εκείνων στο εσωτερικό στον ενάγοντα) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον αυτός (κληρονομούμενος), ασκούσε μέχρι του θανάτου του (5-6-2001) τη διαχείριση και τη διεύθυνση των επιχειρήσεών του με τους έμπιστους συνεργάτες του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, 2) δέχεται εν τέλει (το Εφετείο) ότι "με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά" δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των διαδίκων διέθετε κατά τον χρόνο του θανάτου του περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, που ενδιαφέρει εδώ, έχοντας μεταβιβάσει χαριστικώς την περιουσία του αυτή στα τέκνα του, και ότι ο εναγόμενος είχε καμία από τις αποδιδόμενες σχέσεις (νομέας κλπ) με την περιουσία αυτή και τον κληρονομούμενο. Οι τελευταίες όμως αυτές, υπό 2, παραδοχές του Εφετείου, ως αιτιολογία της απόφασης, βρίσκονται σε αναντιστοιχία (αντίφαση) προς τις προηγούμενες, υπό 1 α'- β', παραδοχές, οι οποίες (υπό 1 α' - β' παραδοχές) και δεν στηρίζουν το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων και στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, σύμφωνα με την μειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, οι προρρηθέντες λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, και η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αναιρεθεί, κατά παραδοχήν αυτών των λόγων.
V. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, δεν είναι δε αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στην απόφαση του καθενός από τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, αλλά αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους.
Εν προκειμένω, από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη αναφορά (διαβεβαίωση) ότι "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (...) και των εγγράφων τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" και το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στους υπ' αριθμ. 1.5 του αναιρετηρίου και υπό στοιχ. Η' πρόσθετο λόγους αναιρέσεως έγγραφα (ένορκες καταθέσεις και δικόγραφα από προηγούμενες δίκες μεταξύ των διαδίκων κλπ) που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων για την απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών. Επομένως οι προαναφερθέντες υπ' αριθμ. 1.5 και υπό στοιχ. Η' προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη (και) τα έγγραφα αυτά, είναι αβάσιμοι.
VI. Λόγος αναιρέσεως που πλήττει αιτιολογία της απόφασης η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της ή η οποία στηρίζει μεν το διατακτικό, τούτο όμως (διατακτικό) στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλη, επάλληλη αιτιολογία, που δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέως και αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες (ανωτ. υπό ΙΙ) και τις λοιπές παραδοχές του Εφετείου, των οποίων η παράθεση εδώ δεν κρίνεται αναγκαία, το δικαστήριο στήριξε την απορριπτική της αγωγής απόφασή του στην αιτιολογία (παραδοχή) ότι κατά τον θάνατο του πατέρα των διαδίκων δεν υπήρχε άλλη περιουσία του τελευταίου (κληρονομία) εκτός από εκείνην που είχαν αποδεχθεί οι διάδικοι και η οποία δεν αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης, παρεπομένως δε και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν νομέας τέτοιας κληρονομίας, αλλά και (ότι) δεν βρισκόταν σε σχέση οικιακής κοινωνίας με τον κληρονομούμενο, όχι δε και στην παραδοχή της ενστάσεως παραιτήσεως του αναιρεσείοντος (από την άσκηση των κληρονομικών του αξιώσεων από την επίδικη κληρονομία, την οποία (ένσταση) είχε προβάλει πρωτοδίκως και στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος και την οποία δεν εξέτασε το Εφετείο (όπως δεν την είχε εξετάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), που απέρριψε την αγωγή ως αναπόδεικτη, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως οι υπ' αριθμ. 7.1, 7.2 και 7.3 λόγοι του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίοι ασκούνται επικουρικώς, για την περίπτωση δηλαδή που ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο στήριξε την απόφασή του (και) στην παραδοχή της ανωτέρω ένστασης του αναιρεσιβλήτου, και πλήττουν την παραδοχή αυτή, είναι απορριπτέοι ως άνευ αντικειμένου, λόγω της επικουρικότητάς τους και της μη συνδρομής της προϋποθέσεως της ασκήσεώς τους (απόρριψη της αγωγής κατά παραδοχήν της ενστάσεως παραιτήσεως), και πάντως (οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι) ως αλυσιτελείς, κατά την προεκτεθείσα έννοια. Τέλος, από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά τη νομική παραδοχή του ότι "την υποχρέωσή του δε για παροχή των αιτουμένων πληροφοριών και καταλόγου εκπληρώνει ο ευθυνόμενος νομέας και όταν δηλώσει απλώς ότι δεν κατέχει αντικείμενα της κληρονομίας", δέχεται κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς και εν συνεχεία των προαναφερθεισών (ανωτ. υπό ΙΙ) παραδοχών του ότι "Εξάλλου, ο εναγόμενος είχε δηλώσει ότι δεν κατέχει αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του Π. Α., εκπληρώνοντας έτσι την υποχρέωσή του εκ του άρθρου 1880 του ΑΚ", την παραδοχή δε αυτή του Εφετείου προσβάλλει ο αναιρεσείων με τους υπ' αριθμ. 4.1 και 4.2 το αναιρετηρίου και τους υπό στοιχ. Β', Γ' και Κ' του πρόσθετου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως. Και οι τελευταίοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αφού και όπως προαναφέρθηκε το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στην ως ανωτέρω παραδοχή του δικαστηρίου περί ανυπαρξίας της επίδικης κληρονομίας και της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως νομέα της κληρονομίας αυτής, οι κατά της οποίας (παραδοχής) σχετικοί λόγοι αναιρέσεως έχουν κριθεί αβάσιμοι, κατά τις προηγούμενες σκέψεις της παρούσης.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 16-2-2012 δικογράφου πρόσθετων λόγων, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 16-2-2012 πρόσθετους λόγους της κατά της υπ' αριθμ. 4600/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή