Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1558 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1558/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Παπακωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 816/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθύμιο Τσάκα.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1745/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1α του ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν την ανάγνωση του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Με τον πρώτο λόγω της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 816/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών η πλημμέλεια ότι ενώπιον του ακροατηρίου η αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου της προσκόμισε και ζήτησε την ανάγνωση 1) της από 23-05-2006 επιστολής με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του ΑΤ .... των Μ1 και Μ2 η οποία απευθυνόταν προς τον Πρόεδρο και τον Εισαγγελέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία δήλωναν ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δανείστηκε ατύπως από αυτούς τα καταβληθέντα εις αυτήν ποσά και ότι το δάνειο τούτο το επέστρεψε σε αυτούς 2) της από 12-05-2005 δήλωσης του μάρτυρα Σ1 με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από το Δήμο .... με την οποία επιβεβαιώνεται ο ιδιωτικός εξωυπηρεσιακός χαρακτήρας της συγκεκριμένης συναλλαγής της με τον Μ1 ως και το γεγονός ότι το Δημόσιο ουδέποτε υπέστη κάποια ζημία και 3) της από 12-05-2005 απολογίας της στην οποία επικαλείται το από 12-05-2005 απολογητικό υπόμνημά της προς την ανακρίτρια Μεσολογγίου, όπου διασαφηνίζονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, εάν το Δικαστήριο ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση. Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε από την κατηγορουμένη ή το συνήγορο της η ανάγνωση στο ακροατήριο των άνω εγγράφων, ούτε προκύπτει ότι αυτά προσκομίστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία από το συνήγορο της αναιρεσείουσας, ούτε ότι αναγνώστηκαν.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγοι αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 69 του ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, σε άσκηση πολιτικής αγωγής για επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Δικαιούχος δηλαδή της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή του εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Επομένως, δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχει και το Ελληνικό Δημόσιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από άδικη πράξη, που τελέστηκε σε βάρος του και η οποία (ηθική βλάβη) έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη του έναντι των τρίτων. Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείται να παραστεί ως αμέσως ζημιωθέν κατά του δράστη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της πλαστογραφίας δημοσίου εγγράφου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3528/2007 "κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων, Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ", στην οποία ορίζεται ότι "ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία, την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του" δεν αποκλείεται το δικαίωμα του Δημοσίου να ζητήσει την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης κατά του υπαλλήλου του, ο οποίος τέλεσε τα άνω εγκλήματα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του. Είναι δε ζήτημα ουσίας που δεν ασκεί επιρροή στη νομιμοποίηση του Δημοσίου το αν πράγματι υπέστη σε κάθε περίπτωση από τα εγκλήματα αυτά ηθική βλάβη, πράγμα που ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, νομίμως παρέστη το Ελληνικό Δημόσιο δια του δικαστικού αντιπροσώπου του ως πολιτικώς ενάγον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του κατά της αναιρεσείουσας που τέλεσε τα ανωτέρω αδικήματα, ζητώντας να του καταβληθεί το χρηματικό ποσό των εκατό (100) ευρώ, και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ πέμπτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Κατά δε το άρθρο 258 του ίδιου Κώδικα, υπάλληλος, ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που έλαβε ή κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτά τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ'αυτό ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει), το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω κι αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη η οποία συνίσταται στο ότι αυτός γνωρίζει, ότι το πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό με την υπαλληλική του ιδιότητα και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Πατρών, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος σ'αυτήν, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι "1) στη .... η κατηγορουμένη κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 ως υπάλληλος της ΔΟΥ... παρέλαβε από την Μ2 το ποσό των 350.000 δραχμών που αφορούσε μέρος οφειλής του φορολογούμενου-οφειλέτη της ΔΟΥ Μ1 - συζύγου της και δεν το κατεχώρισε στην καρτέλα του ανωτέρω, ούτε εξέδωσε νόμιμο παραστατικό για την είσπραξη, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, μολονότι αυτό αποτελούσε έσοδο του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο έπρεπε να περιέλθει. Επίσης στις 6-12-2001 η κατηγορουμένη εισέπραξε από τον οφειλέτη της ΔΟΥ Μ1 το ποσό του 1.050.000 δραχμών εκδίδοντας διπλότυπο είσπραξης, το οποίο δεν αποτελούσε νόμιμο τρόπο είσπραξης, αφού η ΔΟΥ .... είχε ενταχθεί στο σύστημα ΤΑΧΙS, χωρίς να καταχωρίσει το εισπραχθέν ποσό ούτε στις ημερήσιες καταστάσεις και στο ημερήσιο δελτίο εισπράξεων αλλά ούτε στην καρτέλα του φορολογούμενου, ώστε να εισέλθει στη δημόσια διαχείριση, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. 2) Στις 6-12-2001 η κατηγορουμένη εξέδωσε το υπ' αριθ.... χειρόγραφο διπλότυπο είσπραξης ποσού 1.050.000 δραχμών, στο οποίο έθεσε την υπογραφή και την υπηρεσιακή σφραγίδα του υπαλλήλου ταμία της ΔΟΥ .... Σ1 καθώς και ψευδή κωδικό και ψευδές είδος και στη συνέχεια το χορήγησε στο φορολογούμενο Μ1 ως παραστατικό είσπραξης του Δημοσίου. Την ανωτέρω πλαστογραφία και τη χρήση του πλαστού έκανε με πρόθεση να παραπλανήσει τη ΔΟΥ, το φορολογούμενο και τρίτους σχετικά με το γεγονός ότι τα χρήματα εισήλθαν στη δημόσια διαχείριση και ότι αυτός (φορολογούμενος) κατέβαλε μέρος της οφειλής του. Με τις ανωτέρω πράξεις σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο, αφού ιδιοποιήθηκε το συνολικό χρηματικό ποσό των 1.400.000 δραχμών, το οποίο έπρεπε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.
Συνεπώς, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη τέλεσης των πράξεων που αποδίδονται σε αυτήν". Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α και δ' ΠΚ και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα, ως υπάλληλος της ΔΟΥ .... ενώ έλαβε από τον οφειλέτη της ΔΟΥ Μ1 σε δύο (2) δόσεις το συνολικό ποσό του 1.400.000 δρχ., προκειμένου να εξοφληθεί εν μέρει οφειλή του ανωτέρω προς τη ΔΟΥ .... δεν προέβη στις νόμιμες ενέργειες τακτοποιήσεως της οφειλής του αλλά παρανόμως ιδιοποιήθηκε το ποσό τούτο. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι κατήρτισε εξ υπαρχής χειρόγραφο διπλότυπο είσπραξης, στο οποίο έθεσε την υπογραφή και την ατομική υπηρεσιακή σφραγίδα του ταμία της ΔΟΥ .... , καθώς και ψευδή κωδικό και στη συνέχεια το πλαστό αυτό διπλότυπο το παρέδωσε στον ανωτέρω οφειλέτη ως παραστατικό δήθεν είσπραξης του ποσού του 1.050.000 δραχμών από το Δημόσιο. Επιπροσθέτως, εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής της, όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις άνω διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 258 του ΠΚ, που εφαρμόστηκαν. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1Δ και Ε ΚΠΔ ότι, 1) κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι στοιχειοθετούνται τα ως άνω εγκλήματα, αφού το πλαστογραφημένο διπλότυπο ουδεμία έννομη συνέπεια είχε και 2) δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο δόλος της αναιρεσείουσας. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες διότι το πλαστογραφημένο έγγραφο που όπως εμφανίζεται, έχει τα στοιχεία εγγράφου της ΔΟΥ .... μπορούσε να παραπλανήσει τον οφειλέτη Μ1 και τη ΔΟΥ ...,αφού βάσει αυτού ο Μ1 φέρεται ότι εξόφλησε την οφειλή του στη ΔΟΥ, η δε ΔΟΥ ότι εισέπραξε το άνω ποσό. Όσον αφορά την τελευταία αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας για το δόλο της αναιρεσείουσας, δεν χρειαζόταν ειδική περί τούτου αιτιολογία, καθόσον ο δόλος αυτής ενυπάρχει στην θέληση της να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων και κατά συνέπεια εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι εσφαλμένως αξιολογήθηκαν 1) η μαρτυρική κατάθεση του Σ1 κατά την οποία "το Δημόσιο δεν έχασε ούτε μια δραχμή", 2) η μαρτυρική κατάθεση του Μ1 κατά την οποία "δεν έχω καμία απαίτηση από την κ. Χ1" και 3) η μαρτυρική κατάθεση της ... κατά την ποία "με τον κ. Μ1 είχε (η αναιρεσείουσα) οικογενειακές σχέσεις, το διπλότυπο ήταν σαν απόδειξη για τον κ. Μ1 δεν μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες διότι δε μπορούσε να πιστωθεί το διπλότυπο", είναι απαράδεκτες διότι η εκτίμηση των άνω μαρτυρικών καταθέσεων ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου ως και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. 36/ 23-10-2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 816/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή