Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1797 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Απόπειρα.




Περίληψη:
Κατοχή, πώληση και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα. Ελλιπής αιτιολογία και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1797/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 350/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρ. 13 εδ στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της πράξης κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 350/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο Φ1, στις ...και περί την 17:15 ώρα, μετέβη στο Λιμάνι του Πειραιώς προκειμένου να αποστείλει δέμα, ακτοπλοϊκώς με το Ε/Γ-Ο/Γ " P...." στη νήσο ..., με παραλήπτη τον Π1, κάτοικο .... Εντός του δέματος αυτού και κατόπιν ερεύνης που πραγματοποιήθηκε από όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, ανευρέθη μία πλαστική συσκευασία με ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης, βάρους 31,9 γραμμαρίων. Ο Φ1 συνελήφθη τότε από τα όργανα του ως άνω Γραφείου Ασφαλείας του Λιμεναρχείου Πειραιώς και οδήγησε αυτά, υποδεικνύοντας ως πωλητή της ναρκωτικής αυτής ουσίας στον Π1 τον κατηγορούμενο Χ2, στην οικία του τελευταίου στο ...επί της οδού ... . Σε σχετική έρευνα που πραγματοποίησαν οι άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς στην οικία του Χ2 περί την 19:30 ώρα, ο τελευταίος βρέθηκε να κατέχει εντός της οικίας του αυτής, έχοντας στη φυσική εξουσίασή του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά, τη ναρκωτική ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση απ'αυτήν, την ηρωίνη, συσκευασμένη σε πέντε (5) συσκευασίες. Οι πέντε αυτές συσκευασίες περιείχαν αντιστοίχως 37,7 γραμμάρια, 7,6 γραμμάρια, 38 γραμμάρια, 248,8 γραμμάρια και 1,5 γραμμάρια ηρωίνης, συνολικού δηλαδή βάρους 343,6 γραμμαρίων. Ο ίδιος κατηγορούμενος (Χ2), στις ... από πρόθεση ενεργώντας, αγόρασε από τον συγκατηγορούμενό του Χ1 ποσότητα συνολικού βάρους 375,5 γραμμαρίων (343,6 γραμμ. + 31,9 γραμμ.) ηρωίνης, έναντι τιμήματος 6.000 ευρώ, μέρος της οποίας βάρους 31,9 γραμμαρίων, από πρόθεση ενεργώντας, πώλησε μεταβιβάζοντας την κυριότητα της έναντι τιμήματος που δεν εξακριβώθηκε στον Π1. Αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Χ2, κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω αξιόποινων πράξεων, ανήκε στα εξαρτημένα από τις ναρκωτικές ουσίες άτομα σωματικά και ψυχολογικά, μη δυνάμενος να αποβάλει την εξάρτησή του αυτή με τις δικές του δυνάμεις (βλ. την από... έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ...., που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ'αριθμ. 447/2004 διάταξη του Γ' Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος είχε αγοράσει έναντι τιμήματος 6.000 ευρώ από τον δεύτερο κατηγορούμενο την προαναφερθείσα ποσότητα ηρωίνης που βρέθηκε να κατέχει στην οικία του, συνεργάστηκε με τους άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς και συνετέλεσε στη σύλληψη του τελευταίου, διότι, όπως κατατέθηκε από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρα Μ1, που υπηρετεί στο ως άνω Τμήμα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, ο κατηγορούμενος αυτός (Χ2) έδωσε ραντεβού με τον δεύτερο κατηγορούμενο στην Πλατεία ..., στις ... και ώρα 21:40, προκειμένου να αγοράσει απ'αυτόν ναρκωτικές ουσίες σε συνεργασία όμως με τα όργανα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, τα οποία παρακολουθούσαν χωρίς να είναι ορατά από τους κατηγορούμενους, τη συνάντηση αυτή. Εκεί, στην εν λόγω συνάντηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, προσπάθησε να πωλήσει στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 526,2 γραμμαρίων, την οποία είχε αποκρύψει σε αυτοκίνητο που κατείχε έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, διότι επενέβησαν τα όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς και αφού έκαναν έλεγχο σ'αυτόν και βρήκαν την ως άνω ποσότητα ηρωίνης, συνέλαβαν αυτόν. Στη συνέχεια, τα όργανα του Τμήματος Ασφαλείας του ως άνω Λιμεναρχείου και περί την 21:50 ώρα της ..., σε έρευνα που έκαναν εντός του υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου που κατείχε ο κατηγορούμενος Χ1 στην Πλατεία ... βρήκαν να κατέχει ο τελευταίος εντός αυτού, ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων. Στη συνέχεια, τα ίδια όργανα και περί την 22:00 ώρα ερεύνησαν την οικία του κατηγορούμενου Χ1 επί της οδού ... όπου βρέθηκε αυτός να κατέχει εντός αυτής οκτώ (8) συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 4.792,7 γραμμαρίων, κατανεμημένη ως ακολούθως: Μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 517,7 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 529,7 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 528,5 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 505,4 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 508,8 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 543,3 γραμμαρίων, μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 549,3 γραμμαρίων και μία συσκευασία περιείχε ηρωίνη βάρους 1.110 γραμμαρίων. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ1, στη ...κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο της ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα έναντι τιμήματος 6.000 ευρώ στον συγκατηγορούμενό του Χ2, ποσότητα ηρωίνης βάρους 375,5 γραμμαρίων, ενώ στην ίδια περιοχή στις ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, αποφάσισε να τελέσει το κακούργημα της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και επιχείρησε πράξεις που περιείχαν αρχή εκτελέσεως αυτού, πλην όμως δεν το ολοκλήρωσε από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτως της θελήσεως του και συγκεκριμένα μετέβη, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Χ2 την 21:40 ώρα της .... στην Πλατεία ... για να πωλήσει στον Χ2 ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων έναντι τιμήματος, πράξη την οποία δεν ολοκλήρωσε γιατί ο συγκατηγορούμενός του ενεργούσε σε συνεργασία με τα όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, τα οποία έσπευσαν και τον συνέλαβαν. Να σημειωθεί εδώ ότι οΧ2, προκειμένου να αγοράσει τις ως άνω ποσότητες της ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης από τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ερχόταν πρώτα σε τηλεφωνική επαφή με άτομο που διέμενε στην Αλβανία με το όνομα "TONY" και κατόπιν προσυνεννοήσεων με το άτομο αυτό, έκλεινε ραντεβού για την εν λόγω αγορά με τον κατηγορούμενο Χ1. Κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω εγκλημάτων, ο τελευταίος (Χ1) δεν ήταν, όπως προειπώθηκε, τοξικομανής, όπως προκύπτει από την από ... έκθεση διενέργειας ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Ειδικού Ιατροδικαστή ... σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος αυτός κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω πράξεων, δεν πληρούσε τρία των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό του ως άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες που δεν δύναται να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις, όπως νοείται στο άρθρο 13 παρ.1 ν. 1729/1987. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1 ότι τυχαία ενεπλάκη στην προκείμενη υπόθεση αγοραπωλησίας ναρκωτικών ουσιών μετά από τροχαίο ατύχημα που είχε στην Αλβανία με άτομο άνευ άλλων στοιχείων, με μόνο το όνομα "..." ή "..." και κατόπιν πιέσεως απ' αυτόν λόγω χρέους του προς εκείνον ύψους 1.000 ευρώ που όφειλε για την επισκευή του αυτοκινήτου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αλλά και αληθώς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι όφειλε σε κάποιο άτομο στην Αλβανία ποσό 1.000 ευρώ ως αποζημίωσή του από την εμπλοκή του σε τροχαίο ατύχημα, ουδόλως δύναται να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε συμμετοχή αυτού σε τόσο σοβαρές αξιόποινες πράξεις, λόγω προτροπής του από άλλο άτομο, αγνώστων στοιχείων έστω και κατά τρόπο φορτικό. Κατόπιν των παραπάνω προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών, σε συνδυασμό και με το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ1 είχε οργανώσει υποδομή για την τέλεση των πιο πάνω πράξεων της εισαγωγής στη χώρα, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και εκτελούσε αυτές κατά τρόπο μεθοδικό και επιτήδειο, με σκοπό πορισμού εισοδήματος εμπορευόμενες μεγάλες ποσότητες ηρωίνης, προκειμένου να κερδίζει σημαντικά ποσά προς απόκτηση εισοδημάτων, δεδομένου ότι: 1) είχε τον τρόπο και τη μέθοδο να εισάγει στη χώρα από ακαθόριστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, 2) ήταν ενταγμένος σε ομάδα που είχε σκοπό την εμπορία ναρκωτικών ουσιών, αφού τα ραντεβού με τους πελάτες του τα έκλεινε κατόπιν προσυνεννοήσεων με άλλο άτομο που διαμένει στην Αλβανία, 3) απέκρυβε συγχρόνως μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών στην οικία του και στο αυτοκίνητο που κατείχε, για να τις εμπορευθεί με παράλληλη δράση χωρίς να χάνει χρόνο από τη δραστηριότητά του αυτή, 4) αποθήκευε στην οικία του σε χωριστές συσκευασίες μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών έτοιμες προς πώληση και προς απόληψη σημαντικότατων χρηματικών ποσών προς βιοπορισμό του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ1περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ) πρέπει να γίνει δεκτός κατ'ουσίαν. Και τούτο διότι ο εν λόγω κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διήγε έντιμο, ατομικό και κοινωνικό βίο. Αναφορικά δε με την προσωπικότητά του πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος οδήγησε τους διώκτες του στην οικία του μετά τη σύλληψή του, και όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση Πειθαρχικού Ελέγχου και Εργασίας του καταστήματος της Δικαστικής Φυλακής..., δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά κατά το χρονικό διάστημα της προσωρινής του κράτησης, ενώ εργαζόταν και στη θέση του καθαριστή. Κατ'ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος Χ1 να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της κατοχής πωλήσεως και απόπειρας πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας της ηρωίνης, πράξεις που ενήργησε κατ'επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Στο ως άνω κατηγορούμενο πρέπει να επιβληθεί μία μόνον ποινή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 1729/1987, αφού όλες οι πράξεις τους αφορούν την ίδια ποσότητα της αυτής ναρκωτικής ουσίας, της ηρωίνης".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των άνω πράξεων και ειδικότερα του ότι: "Α) Στην ..., στις ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική εξουσίασή του έτσι ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά, ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα: 1) στην Πλατεία ..., περί ώρα 21:50, εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτ/του του, κατείχε ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων, και 2) περί ώρα 22:00 και εντός της επί της οδού ..., οικία του, κατείχε οκτώ (8) συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 4.792,7 γραμμαρίων (1 χ 517,7 γρ. 1 χ 529,7 γρ. 1 χ 528,5 γρ. 1 χ 505,4 γρ. 1 χ 508,8 γρ. 1 χ 543,3 γρ. 1 χ 549,3 γρ. και 1 χ 1110 γρ.), είναι δε η ηρωίνη ναρκωτική ουσία, δηλαδή ουσία, που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή. Β) Στην ..., κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο της ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, πώλησε, δηλαδή μεταβίβασε την κυριότητα αντί τιμήματος, στο συγκατηγορούμενό του Χ2, ποσότητα ηρωίνης βάρους 375,5 γραμμαρίων αντί τιμήματος 6.000 ευρώ, είναι δε η ηρωίνη ναρκωτική ουσία δηλαδή ουσία, που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτή. Γ) Στην ..., στις ..., από πρόθεση ενεργώντας, μη όντας τοξικομανής, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της πώλησης ναρκωτικής ουσίας, επιχείρησε πράξεις, που περιέχουν τουλάχιστον αρχή τελέσεως αυτού, πλην όμως δεν το ολοκλήρωσε για λόγους εξωτερικούς ανεξαρτήτους της θελήσεως του και συγκεκριμένα κατόπιν τηλεφωνικής προσυνεννόησης μετέβη περί ώρα 21:40 της ... στην Πλατεία ..., προκειμένου να πωλήσει στο συγκατηγορούμενό του Χ2 ποσότητα ηρωίνης βάρους 526,2 γραμμαρίων, πράξη την οποία δεν ολοκλήρωσε γιατί ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του ενεργούσε σε συνεργασία με όργανα του Γραφείου Ασφαλείας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, τα οποία τον συνέλαβαν. Τις παραπάνω πράξεις του ενήργησε κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή, που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του για τον πορισμό εισοδήματος. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο, μετά την αναγνώριση στον αναιρεσείοντα του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2α Π.Κ., επέβαλε σε αυτόν ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών, καθώς επίσης επέβαλε σε αυτόν πρόσκαιρη αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων διάρκειας πέντε (5) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 § 2α', 42 § 1, 98 ΠΚ και άρθρ. 4 §§1, 3 Πιν. Α5, 5 § 1 περ. β', ζ' και 2 Ν. 1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ... και Μ1, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, ... και..., οι οποίου, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο αυτό ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλεται κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, συντρέχει δε και περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα, αφού το δικάσαν Δικαστήριο προκειμένου να στοιχειοθετήσει την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, διέλαβε στο αιτιολογικό αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να γίνεται αναφορά σε εξατομικευμένες πράξεις υποδομής, λόγω δε της αντιφατικής αιτιολογίας καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 13 στ' ΠΚ, η οποία παραβιάστηκε εκ πλαγίου και έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Όμως, η απόφαση περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων, υποκειμενικά και αντιφατικά, αφού εκθέτει στο αλληλοσυμπληρούμενο από το διατακτικό σκεπτικό της, στοιχεία για την επανειλημμένη τέλεση αυτών, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη αναιρεσείοντος. Επίσης, εκθέτει ότι ο δράστης είχε σκοπό να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, χωρίς οι πράξεις του να τελούνται ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου. Δηλαδή, ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπό αυτού για πορισμό εισοδήματος. Έτσι δεν υπάρχει αντίφαση των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως με αυτών του διατακτικού, ούτε υπάρχει αντίφαση για το γεγονός της αθωώσεως του κατηγορουμένου για τη μερικότερη πράξη της εισαγωγής ναρκωτικών από το εξωτερικό στην Ελληνική Επικράτεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. 10.576/15-12-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 350/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ